Το όνομά της έχει ταυτιστεί με τις «κουκκουμάρες», τις ανθρωπόμορφες στάμνες της παραδοσιακής κεραμικής της Αμμοχώστου. Ωστόσο, το πλούσιο έργο της περιλαμβάνει μοναδικά γλυπτά και επιτοίχια έργα σε σύγχρονες φόρμες, μέσα από τα οποία εκφράζει με ευαισθησία τους προβληματισμούς της πάνω σε επίκαιρα τοπικά και διεθνή θέματα. Ακολουθούμε την 87χρονη Αμμοχωστιανή γλύπτρια σε μια ξεχωριστή πορεία γεμάτη δημιουργία, αλλά και πόνο για τα δεκάδες μνημειακά έργα της που λεηλατήθηκαν στην πόλη φάντασμα.
Το σπίτι της Νίνας Ιακώβου στη Λάρνακα μοιάζει με μουσείο γεμάτο πολιτιστικούς θησαυρούς. Στον κήπο, στην περίμετρο του σπιτιού, στο σαλόνι, αλλά ακόμη και στα δωμάτια που μας ξενάγησε, βλέπεις παντού τις περίτεχνες δημιουργίες της Αμμοχωστιανής γλύπτριας. Μιας πολύ δυναμικής γυναίκας, η οποία στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ενώ άλλες γυναίκες ονειρεύονταν να κάνουν οικογένεια, εκείνη είχε βάλει στόχο της ζωής της να σπουδάσει τέχνη. Παρά τις αρχικές ενστάσεις του πατέρα της, πούλησε ένα μέρος από την αυλή του σπιτιού που της έφτιαξαν για προίκα, για να σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Στα 21 της, μαζί με τη φίλη της Κλαίρη Ξενίδου (μετέπειτα Αγγελίδου) επιβιβάστηκαν σ’ ένα καράβι με προορισμό τον Πειραιά. Στην Αθήνα έμειναν στον Οίκο Φοιτητρίας. Θα ήταν η πρώτη Κύπρια που παρακολουθούσε μαθήματα γλυπτικής στην Καλών Τεχνών.
Ένα πρωινό Δευτέρας με καύσωνα, μας υποδέχτηκε με τον Φαραώ, τον υπέροχο καστανόξανθο γάτο της που βολεύτηκε στην αγκαλιά της, στο καθιστικό του σπιτιού της. Αγαπά πολύ τα ζώα – σ’ ένα από τα γλυπτά που βλέπουμε διάσπαρτα στον κήπο της, ανάμεσα στα γεράνια και τις βουκαμβίλιες, κάθεται μια από τις γάτες της. Μπροστά στο τζάκι υπάρχει μια σειρά με κεραμικές κυπριακές μορφές που δημιούργησε με έμπνευση τον λαϊκό κόσμο της Κύπρου, όπως τον γνώρισε η ίδια στα παιδικά της χρόνια, στις δεκαετίες του ’40 και του ’50. Στον χώρο δεσπόζουν και οι γνωστές «κουκκουμάρες» της, εμπνευσμένες από της ανθρωπόμορφες στάμνες της παραδοσιακής κεραμικής της Αμμοχώστου, οι οποίες σηματοδοτούν μεγάλο μέρος του έργου της. Καθώς ξετυλίγει ιστορίες από την πολύχρονη πορεία της στον χώρο της γλυπτικής σκέφτομαι ότι είναι μια αρχετυπική μορφή της παλιάς στόφας ανθρώπων. Μια καλλιεργημένη και μορφωμένη γυναίκα, με μια ευγένεια ψυχής που σπάνια συναντάς σήμερα. Οι προβληματισμοί της, που αποτυπώνονται με ευαισθησία στα έργα της, ξεπερνούν τα σύνορα της Κύπρου και αγγίζουν διεθνή θέματα, από τον πόλεμο στο Αφρίν της Συρίας ως την οικονομική κρίση ή την πτώση των δίδυμων πύργων στη Νέα Υόρκη. «Η Καμένη Γη» το γλυπτό της για την καταστροφή της φύσης και του πλανήτη, η ίδια το θεωρεί από τα καλύτερά της. Με μεγάλη ευαισθησία αποτυπώνει στον πηλό ακόμη και το κύμα της θάλασσας της Αμμοχώστου, που είδε σ’ ένα όνειρο της, πριν τον πόλεμο, να τους διώχνει από την πόλη.
«Έζησα σε ένα σπίτι που αντί για τοίχους είχε βιβλία. Ο πατέρας μου, ο Αρσένιος Νικολαΐδης, ήταν δάσκαλος και πολύ καλλιεργημένος και προοδευτικός άνθρωπος. Τον θυμάμαι να κάνει μεταφράσεις, να γράφει ποίηση. Είχαμε στοίβες από γραπτά δικά του. Μελετούσε τους ξένους ποιητές, τον Μπάιρον και άλλους. Ως παιδί παρακολουθούσα διαλέξεις του στην Ανόρθωση». Έτσι μας συστήνεται η Νίνα Ιακώβου, η οποία στα 87 της χρόνια συνεχίζει να έχει ανοιχτές τις κεραίες της σε ό,τι συμβαίνει στην Κύπρο και τον κόσμο, και να απεικονίζει στον πηλό τις σκέψεις και τους προβληματισμούς της για ό,τι την αγγίζει και τη συγκινεί.
Ως δάσκαλος, ο πατέρας της εργάστηκε σε διάφορα χωριά, όπου τον ακολουθούσε και η οικογένεια. Όταν υπηρετούσε στο Παραλίμνι, η ίδια θυμάμαι ότι πήρε για πρώτη φορά πηλό στα χέρια της, σε ηλικία 4 χρονών. Μια εικόνα που κρατά έντονα στη μνήμη της, είναι να δημιουργεί συχνά με τον πατέρα της σκηνικά για τις σχολικές παραστάσεις και να κάνει σχέδια.
Στο Λεονάρισσο, λέει, πέρασε τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής της. «Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μετακομίσαμε στο Λεονάρισσο. Θυμάμαι που το 1940 είχαν έρθει στο χωριό πρόσφυγες από τη Χίο. Ήταν άνθρωποι καλλιεργημένοι και είχαμε πολύ καλές σχέσεις μαζί τους. Σ’ αυτό το χωριό γνώρισα τη ζωή των ανθρώπων και όλες αυτές οι εμπειρίες επηρέασαν τη δουλειά μου μέχρι σήμερα. Δεν θα ξεχάσω τους περιπάτους στην Κανακαριά και σε όλες τις εκκλησίες της περιοχής. Γνώρισα όλων των ειδών τις γεωργικές εργασίες, τη σπορά, τον θερισμό. Καθόμασταν πάνω στις δουκάνες και γυρίζαμε στο αλώνι. Βοηθούσαμε τους ενήλικες να περνούν τον καπνό σε κλωστές τις οποίες στερέωναν σε καλάμια για να στεγνώσει. Επίσης παρακολουθούσαμε από κοντά πώς επεξεργάζονταν το βαμβάκι. Είχαμε μεταξοσκώληκες, και οι γυναίκες, όταν ήταν η περίοδος να βγουν τα σκουληκάκια, έβαζαν τους σπόρους στον κόρφο τους για να εκκολαφθούν».
«Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στην Αμμόχωστο κατέφθασαν σπουδαίοι καθηγητές από την Ελλάδα, μόνο με το παντελόνι που φορούσαν – η Έρση Μαγκίνα, ο Σκεύος Συργιώτης, ο Γιάννης Ζαΐρης και άλλοι. Αυτοί μας μύησαν στη λογοτεχνία. Τελειώνοντας το γυμνάσιο, ο πατέρας μου με έστειλε να μάθω στενογραφία και δακτυλογραφία, όμως δεν μου άρεσε καθόλου. Έτσι, κάθε τόσο έτρεχα στην Νίκη Ζέρζα, η οποία ανέβαζε θεατρικές παραστάσεις, για να τη βοηθώ στα σκηνικά. Ο Ξάνθος και ο Φώτος Χατζησωτηρίου, ζωγράφοι και οι δυο, ήταν ξαδέλφια μου. Εμείς ζούσαμε στην οδό Καντάρας και εκείνοι ήταν λίγο πιο κάτω, στην οδό Ανεμομύλων. Μου έδιναν τα βιβλία τους για την τέχνη, και έτσι ανακάλυψα τους μοντέρνους ζωγράφους. Ξεχώριζα ιδιαίτερα τον Βαν Γκογκ. Όταν ήμουν ακόμη στο γυμνάσιο, σχεδίασα σε φυσικό μέγεθος τη «Δόξα των Ψαρών» του Νικόλαου Γύζη».
Στην Αθήνα, η Νίνα Ιακώβου αρχίζει το 1954 να φοιτά ως ακροάτρια στην Καλών Τεχνών. Παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου στον Παναγιώτη Σαραφιανό, ο οποίος όταν είδε τη δουλειά της την ενθάρρυνε να ασχοληθεί με τη γλυπτική και την έστειλε στο εργαστήρι του γλύπτη Γεώργιου Γεωργίου, το οποίο βρισκόταν κάτω από το Ζάππειο. «Δούλευα ατέλειωτες ώρες στο εργαστήρι του Γεωργίου, ώς τα μεσάνυχτα. Μου έφερνε μοντέλα και επίσης αντέγραφα δικά του έργα. Κοντά του έμαθα τη γλυπτική από την αρχή ως το τέλος. Οι πρώτες σπουδές μου κράτησαν ένα χρόνο. Γύρισα στην Κύπρο με το πλοίο, φέρνοντας μαζί μου καβαλέτα και κουμπάσα που αγόρασα στην Αθήνα».
Επιστρέφοντας στην Κύπρο το 1955, παντρεύτηκε τον Φειδία Ιακώβου και απέκτησε δυο κόρες, τη Μαρία και την Κρυστάλλω. Άρχισε να δημιουργεί τα πρώτα της έργα στο εργαστήρι που της έφτιαξε ο πατέρας της. Ένα δρόμο πιο κάτω από το σπίτι της ήταν το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αμμοχώστου. Εκεί γνώρισε την αρχαιολόγο Αγγελική Πιερίδου, η οποία της μίλησε για τις αρχαίες κυπριακές τερακότες, της έδωσε βιβλία να διαβάσει και τη μύησε στην τεχνική αυτή.
«Ο σύζυγός μου με βοήθησε να γνωρίσω τις κουκκουμάρες. Με πήγε στο κουζαρκό των αδερφών Μουσουπέτρου, του Πέτρου και του Γιάννη, που ήταν κοντά στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Αυτοί μου δίδαξαν την τεχνική της κουκκουμάρας, της παραδοσιακής ανθρωπόμορφης στάμνας της Αμμοχώστου. Ο ξάδερφός μου, ο διακοσμητής Ξάνθος Χατζησωτηρίου, μου έδωσε την πρώτη παραγγελία για μια κουκκουμάρα που προοριζόταν για το ξενοδοχείο Golden Marianna. Από τότε δημιούργησα εκατοντάδες παραλλαγές. Είχα τόσο μεράκι που δεν έκανα δυο τις ίδιες. Εκείνη την περίοδο η Αμμόχωστος βρισκόταν σε άνθηση και είχα πολλές παραγγελίες για όλα σχεδόν τα ξενοδοχεία της πόλης. Εκτός από τις κουκκουμάρες, δημιουργούσα διάφορα γλυπτά και επιτοίχια έργα».
Στο μεταξύ, μια δεκαετία περίπου μετά τον γυρισμό της από την Αθήνα, επιστρέφει ξανά εκεί το 1967 για να συνεχίσει τις σπουδές της, με παρότρυνση του Παναγιώτη Σέργη. Μια δύσκολη απόφαση, αφού χρειάστηκε να αφήσει πίσω της δυο παιδιά. Ωστόσο είχε τη στήριξη του συζύγου της και της πεθεράς της, η οποία ανέλαβε τα παιδιά. Οι κόρες της θυμούνται ότι ήταν περήφανες που η μητέρα τους πήγε να συνεχίσει τις σπουδές της. «Αυτή τη φορά μπήκα στο εργαστήρι του Γιώργου Παπά, καθηγητή στην Καλών Τεχνών. Παράλληλα, γνώρισα από κοντά τη δουλειά του Θανάση Απάρτη, ο οποίος ήταν μαθητής του Γάλλου γλύπτη Αντουάν Μπουρντέλ. Έτσι, είχα την ευκαιρία να μάθω τις διαφορετικές προσεγγίσεις στο πώς έστηναν τα γλυπτά τους. Εκείνη τη χρονιά παρακολούθησα επίσης μαθήματα χαλκοχυτικής, και έμαθα τον τρόπο που σκαλίζεται το μάρμαρο». Ο δεύτερος κύκλος των σπουδών της κράτησε ένα χρόνο. Επιστρέφοντας στην Αμμόχωστο το 1968, συνεχίζει να έχει πολλές παραγγελίες. Μνημειακά γλυπτά της σε τσιμέντο, ξύλο ή σίδηρο, καθώς και κεραμικά, κατασκευάστηκαν για ξενοδοχεία της πόλης όπως το ‘Μαριάννα’, ‘Λοϊζιάνα’, ‘Cypriana’, ‘Grecian’ και ‘Sandy Beach’, ενώ το καλοκαίρι του 1974 μια μεγάλη σειρά ανάγλυφων έργων της είχαν μόλις παραδοθεί στο ξενοδοχείο ‘Castle Beach’ της Κερύνειας. Μεγάλο μέρος της δουλειάς της είναι γλυπτά πορτρέτα γυναικών, αντρών και παιδιών από την Αμμόχωστο, που εγκαταλείφθηκαν στα σπίτια τους. Σημαντική θεωρεί η ίδια και τη σειρά έργων της βασισμένη στον αγώνα της ΕΟΚΑ, που έμεινε στο σπίτι της.
Η μεγάλη της έφεση για μάθηση την έσπρωξε να γίνει και ξεναγός. «Όταν έγινα ξεναγός, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον τόπο μου και να μάθω καλύτερα την ιστορία του. Δεν έλειπα από τα μουσεία της Κύπρου και της Ελλάδας, ήξερα το κάθε κομμάτι και αυτό με βοήθησε πολύ στη δουλειά μου ως καλλιτέχνης».
Θυμάται πως τον Ιούλιο του 1974 οι Αμμοχωστιανοί υποδέχθηκαν τους Κερυνειώτες που κατέφυγαν στην πόλη για να γλυτώσουν από την απόβαση των Τούρκων, χωρίς να φαντάζονται ότι σε λίγο θα έπαιρναν και αυτοί τον δρόμο της προσφυγιάς. «Τρέχαμε στο Λύκειο Ελληνίδων που φιλοξενούνταν οι Κερυνειώτες για να τους πάρουμε ρούχα, ενώ στον ουρανό της Αμμοχώστου βλέπαμε τα τουρκικά αεροπλάνα. Όταν οι συνομιλίες απέτυχαν, μας τηλεφώνησαν οι φίλοι μας από τη Λευκωσία να εγκαταλείψουμε την πόλη. Μαζί μας πήραμε ελάχιστα ρούχα και κάτι για να φάμε. Ούτε γλυπτά πήρα, ούτε τα πολύτιμα υφαντά του Λευκονοίκου που μας έφτιαξαν οι θείες του Φειδία. Μαζί με αυτά χάθηκαν και τα χειρόγραφα του πατέρα μου για την ιστορία και τη λαογραφία της Κύπρου».
Στην προσφυγιά, εγκατεστημένη πια στη Λάρνακα, η Νίνα Ιακώβου βρίσκει καταφύγιο στην τέχνη συνεχίζοντας τα παραδοσιακά κεραμικά και τις κουκκουμάρες σε παραλλαγές, με ένα τροχό που της χάρισε ο Θεόδοτος Κάνθος και πηλό που της προμήθευαν από το Κέντρο Χειροτεχνίας. Πέρασαν περίπου 20 χρόνια για να διοχετεύσει στα δημιουργήματά της όσα την πονούσαν στην προσφυγιά. «Το 1994 άρχισα να εκφράζω μέσω του πηλού τις εμπειρίες μου από την τουρκική εισβολή που με βασάνιζαν τόσο καιρό, και τη νοσταλγία της επιστροφή στην Αμμόχωστο. Το πρώτο μου έργο με θέμα την εισβολή ήταν «Η Κραυγή», ένα έργο που αγόρασε η Κρατική Πινακοθήκη. Ακολούθησαν «Η σταματημένη πορεία», με πρόσφυγες που βλέπουν με νοσταλγία την Αμμόχωστο, «Οι μανάδες των αγνοουμένων», τις οποίες έβλεπα συχνά στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας, «Η νύφη της προσφυγιάς», ένα γλυπτό πάνω στο οποίο υπάρχουν πολλές κλειδαριές από τα σπίτια των προσφύγων, «Οι διαμαρτυρίες» και η σειρά του «Πολέμου». Η πρώτη μου ατομική έκθεση έγινε το 2002 στην γκαλερί Γκλόρια, όπου παρουσίασα τα πρώτα έργα από τις «Διαμαρτυρίες».
Πολλά από τα γλυπτά της είναι εμπνευσμένα από Κύπριους και ξένους ποιητές – όπως μας λέει, αγαπά ιδιαίτερα την ποίηση. Μας απαγγέλλει μάλιστα από στήθους ποιήματα του φίλου της Κυριάκου Χαραλαμπίδη, του Κωστή Παλαμά, του Τόμας Έλιοτ και του Έντγκαρ Άλαν Πόε.
Καθώς μας ξεναγεί στον χώρο, μας συστήνει ένα-ένα τα γλυπτά της σαν να είναι παιδιά της. Αυτό που θαυμάζει κανείς στη δουλειά της είναι η εξέλιξή της, από τις κουκκουμάρες και τα παραδοσιακά σε πιο σύγχρονες φόρμες. Με έμπνευσή της θέματα που την απασχολούν σε κάθε εποχή, εκφράζεται με ένα πλούσιο εικαστικό λεξιλόγιο. Εκτός από τον πηλό χρησιμοποιεί υφάσματα, τσιμέντο, ξύλο, σίδερο, πολυστερίνη, σπάγγους ή βότσαλα, ως και τους επιδέσμους με τους οποίους ήταν δεμένο το πόδι της όταν είχε πάθει ένα κάταγμα. Ακόμα και κομμάτια αργαλειού που της χάρισε μια φίλη, μεταμορφώθηκαν σε σύγχρονα γλυπτά. «Τα φιλιά της παρηγοριάς» είναι ένα έργο για τον πόλεμο στην Παλαιστίνη. «Η Κασσάνδρα», μια μορφή που τη ζώνουν τα φίδια και τραβά τα μαλλιά της, φτιάχτηκε με αφορμή την πτώση των Δίδυμων Πύργων. Η ελληνική μυθολογία επίσης της έχει δώσει πολλά ερεθίσματα. «Ο καιρός των Κενταύρων και των Μινωταύρων» είναι ένα από τα σημαντικά έργα της, το οποίο αναφέρεται στην καταστροφή του πλανήτη.
Ιδιαίτερα περήφανη είναι για τους πειραματισμούς της με τις πηλογραφίες τα τελευταία χρόνια. Φτιάχνει χαρακτικά τα οποία τυπώνει σε πλάκες από πηλό, μια μοναδική τεχνική που ο φίλος της ο χαράκτης Χαμπής θεωρεί ότι είναι δικής της επινόησης. «Η μάνα των Διόσκουρων» είναι ένα έργο που δημιούργησε με αυτή την τεχνική, αφιερωμένο στους δίδυμους νέους που σκοτώθηκαν στο Μαρί, το οποίο έχει χαρίσει στη μητέρα τους. Συνεχίζοντας την ξενάγηση διασχίζουμε τον διάσπαρτο με δεκάδες γλυπτά κήπο και φτάνουμε στο εργαστήριό της με τον φούρνο όπου ψήνει τα γλυπτά της, έναν χώρο με πολλές δημιουργίες ανάμεσα στις οποίες και ένα επιτοίχιο με τους εννέα απαγχονισθέντες της ΕΟΚΑ. «Είναι ένα έργο που μου προκαλεί μεγάλο πόνο και δεν μπορώ να το έχω στο σαλόνι μου. Γι’ αυτό το έχω εδώ» θα μας πει. Στο εργαστήρι είναι και το επιτοίχιο με τίτλο «Αποχαιρετισμός», στο οποίο αναπαριστάται η ίδια με τον σύζυγό της, που έχασε από το 1999.
Ολοκληρώνοντας την περιδιάβαση, μας εκφράζει τον πόνο της για τη μεγάλη απώλεια δεκάδων έργων της στην Αμμόχωστο, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα 219 έργα που επιστράφηκαν πρόσφατα από τα κατεχόμενα. Το μόνο που έμαθε όλα αυτά τα χρόνια για τα έργα της είναι ότι πολλά από αυτά βρίσκονται στην κατοχή ενός Τούρκου συνταγματάρχη. Επίσης, δύο μικρά έργα της, που πουλιούνταν στα κατεχόμενα, τα αγόρασε και τις τα έφερε ένας βαρωσιώτης φίλος. Το ένα ήταν εκτεθειμένο στο σπίτι της στο Βαρώσι.
Φεύγοντας ανανεώνουμε το ραντεβού μας για μια δεύτερη επίσκεψη, κρατώντας τα τελευταία της λόγια: «Μέσα από τη δουλειά μου αποτυπώνω την αλήθεια της ψυχής μου και της πατρίδας μου. Δεν θα μπορούσα να ζήσω διαφορετικά. Η ζωή μου ήταν γεμάτη».