Τα «Ελεύθερα» τιμώντας σήμερα τον σπουδαίο μελετητή, ποιητή και πεζογράφο, τον βραβευθέντα από την Ακαδημία Αθηνών για το μεγάλο και πολύτιμό του έργο που αφορούσε στον Ανδρέα Κάλβο, ανατρέχουν σε αποσπάσματα της μεγάλης -και τελευταίας- αυτοβιογραφικής συνέντευξης που είχε δώσει ο λογοτέχνης στον «Φιλελεύθερο», λίγο πριν από τον πρόωρο θάνατό του, που συνέβη στις 19 Φεβρουαρίου 2022.
Αφορμή είναι η παρουσίαση, για πρώτη φορά, 10 τραγουδιών σε ποίηση Λεύκιου Ζαφειρίου.
Οι στίχοι προέρχονται κυρίως από την ποιητική συλλογή «Σχεδόν μηδίζοντες», έκδοσης 1977 και η μουσική είναι του Ευαγόρα Καραγιώργη. Περιλαμβάνονται στον νέο δίσκο με γενικό τίτλο «Στιγμές» που παρουσιάζεται σε δύο μουσικές εκδηλώσεις, στη Λευκωσία και στην Λάρνακα, στις 17 και 19 Φεβρουαρίου, από τον Πάρη Παράσχο στο τραγούδι και την Κλειώ Παπαδιά στο πιάνο (μία τιμητική εκδήλωση υπό την αιγίδα της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου)
«Κατεβαίνω στους δρόμους
κουβαλώντας μέσα μου
εκκωφαντικές εκρήξεις
από λέξεις.
Βαδίζω διάφανος
σχεδόν τυλιγμένος στις φλόγες…».
(«Απομαγνητοφώνηση», 1978, σελ. 20).
–Τι σημαίνουν για σας οι λέξεις; Οι λέξεις είναι ο βασικός πυρήνας της ποιητικής δημιουργίας – η ποίηση είναι κάτι το πολύ ουσιαστικό. Δεν ξέρω πάντως αν κατάφερα να γράψω κάποια ποιήματα. Άλλωστε, τα τελευταία χρόνια ασχολήθηκα -και ασχολούμαι- με την έρευνα και τη διερεύνηση κάποιων άλλων θεμάτων, πρωτίστως με τη ζωή του Ανδρέα Κάλβου, και σε μία εποχή ιδιαίτερα διαφοροποιημένη πλέον – λόγω της τεχνολογίας.

–Πολλές φορές πάντως συνάντησα τη λέξη «θλίψη» στα ποιήματά σας… «Η θλίψη είναι σαν το θολό τζάμι / ανάμεσα στον ποιητή και τη ζωή…», υπάρχει κάπου καταγεγραμμένο… Ναι. Η φράση είναι του Ορχάν Παμούκ. Υπάρχει και το μότο από τον Σεφέρη: «Έτσι ήταν· / ξέραμε τι θα πει σκλαβιά». Στη συλλογή «Η θλίψη του απογεύματος» κυριαρχεί η μετέωρη θλίψη της ιστορίας και, όπως έχει επισημανθεί, τα ποιήματα προβάλλουν το συναίσθημα της «ηττημένης μνήμης» – είναι αφιερωμένα στις γυναίκες της Καρπασίας. Για να σας απαντήσω όμως, αυτό είναι κάτι που ίσως σχετίζεται με την παιδική μου ηλικία, με τις εμπειρίες που είχα στη Λάρνακα. Ζούσαμε τότε με την οικογένειά μου σε μια φτωχογειτονιά, τον Άη Γιάννη, κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες. Κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν η ζωή μου εκεί. Αυτή η περίοδος, θα έλεγα πως με καθόρισε οριστικά. Κι όλες αυτές οι εμπειρίες έχουν περάσει σε ένα κείμενό μου πεζογραφικό, τους «Συμμορίτες», που επανακυκλοφόρησε πριν από λίγα χρόνια στην Αθήνα, με επιμέλεια του Αλέξη Ζήρα, ο οποίος εξηγεί ότι ο τίτλος αναφέρεται σε συνάθροιση μικρών παιδιών τη δεκαετία 1950-1960. Είναι τα πρώτα χρόνια που ζούσα ακόμη με τους γονείς μου στη Λάρνακα, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτει την περίοδο που έζησα στην «Παιδική Στέγη». Ήταν αυτά τα ιδρύματα τον καιρό της αγγλοκρατίας, όπου μάζευαν φτωχά και ορφανά παιδιά – σε συνθήκες σαφώς πολύ καλύτερες από εκείνες που ζούσαμε προηγουμένως. Στην «Παιδική Στέγη», είχα μάθει και τον θάνατο του πατέρα και της μητέρας μου – αν και τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες πέθαναν και οι δύο, τις έμαθα πολύ αργότερα. Ο πατέρας μου, από τη μία, είχε ζήσει πολύ δύσκολα σε ό,τι αφορούσε τις επαγγελματικές του ενασχολήσεις -ήταν και μεγάλος πλέον-, κι έτσι όλες του οι δουλειές είχαν πάρει μία αρνητική στροφή κάποια περίοδο. Έχασε την περιουσία του από δικούς και φίλους και το εμπόριο κεντημάτων πήγε κι αυτό στράφι. Σκέφτομαι, καμιά φορά, πως μέσα από αυτή την καταστροφή έφτασα στον Ανδρέα Κάλβο. Διαφορετικά, σήμερα θα πουλούσα οικόπεδα στο χωριό του πατέρα μου. Πέθανε τελικά μόνος -αφού είχε πεθάνει ένα χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας μου, το 1958- κατεστραμμένος οικονομικά, πάμφτωχος.

–Κι η μητέρα σας; Η μητέρα μου, απ’ την άλλη, ήταν μία γυναίκα η οποία είχε μία καλή μόρφωση, καλλιεργημένη, οργανωμένη και στον χώρο της Αριστεράς, πιστεύοντας στον Άνθρωπο και σε έναν καλύτερο κόσμο. Συμμετείχε σε κοινωνικούς αγώνες της εποχής εκείνης, ενώ παράλληλα έγραφε και ποιήματα – τιμήθηκε πρόσφατα μάλιστα και από την Π.Ο.Γ.Ο και διαβάστηκε ένα εξαιρετικό κείμενο που έγραψε για την ποίησή της η κυρία Μαρία Πυλιώτου. Τελικά, εξαιτίας των πολύ δύσκολων συνθηκών, έθεσε τέρμα στη ζωή της.

–Πόσων ετών ήσασταν όταν συνέβη το γεγονός; Όταν πέθανε η μητέρα μου, εγώ ήμουν εννιά ετών… Κοιτάξτε, είναι τραυματικές εμπειρίες αυτές, αν σκεφτείτε μόνο ότι ως παιδί πήγα, με διαφορά ενός έτους, σε δύο κηδείες – της μητέρας, αλλά και του πατέρα μου. Κι αν θυμάμαι καλά, τις νεκροφόρες τις έσερναν τότε άλογα. Στους «Συμμορίτες», λοιπόν, προσπάθησα να αποδώσω πιστά αυτά που έζησα, αλλά παράλληλα και τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής εκείνης που ζούσε η Κύπρος ιστορικά.

–Ξεπερνιούνται ποτέ, πιστεύετε, τέτοιες μεγάλες προσωπικές απώλειες; Δεν ξέρω αν ξεπερνιούνται ποτέ. Αλλά, προσωπικά, μέσα από κάποιες δικές μου επιλογές, βρήκα μια διαφυγή από το πρόβλημα. Μέσα από την ποίηση, αρχικά. Με τις μελέτες στη συνέχεια, με την εργασία μου στα σχολεία της Κύπρου, με τις έρευνες για τον Ανδρέα Κάλβο τις οποίες συνεχίζω μέχρι σήμερα. Όταν ασχολείσαι με κάτι δημιουργικό, είναι πολύ σημαντικό – και για σένα τον ίδιο. Κι άλλωστε, όπως υπάρχει η χαρά, υπάρχει και η θλίψη.
-Απελπιστήκατε πολλές φορές στη ζωή σας; Έζησα δύσκολες στιγμές, ακραίες, αλλά δεν απελπίστηκα ποτέ. Μπορεί να πληγώθηκα, αλλά δεν απελπίστηκα.
–Σε τι αφορούσαν οι ακραίες στιγμές; Στο να μην έχεις να φας, για παράδειγμα. Ή, στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου, λόγω μιας παρεξήγησης, δεν είχα πού να κοιμηθώ και κοιμήθηκα στην αυλή της εκκλησίας του Αγίου Λαζάρου, στη Λάρνακα. Δεν θα ξεχάσω τον παιδικό μου φίλο -υπάρχει και στους «Συμμορίτες»-, ο οποίος έμεινε μαζί μου στην αυλή της εκκλησίας. Αλλά όταν ζεις τα γεγονότα, δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς κάποια πράγματα. Απλώς, τα ζεις.
«…η ομορφιά βρίσκεται και στο σκοτάδι
αναζητώντας διέξοδο»,
(«Απομαγνητοφώνηση», σελ. 22).

–Σας ήταν πάντα εύκολο το να αναγνωρίσετε την ομορφιά απ’ το σκοτάδι; Συνυπάρχουν η ομορφιά με το σκοτάδι. Ωστόσο, υπάρχουν και μεταλλαγές – πολλές φορές, το πρόσωπο γίνεται προσωπείο.
–Τι είναι η ομορφιά, κύριε Ζαφειρίου; Ομορφιά είναι το μυρμήγκι που σκαρφαλώνει στον κορμό ενός δέντρου. Ομορφιά είναι τα πούλια που κελαηδούν τα πρωινά στην πίσω αυλή, εδώ, σ’ αυτό το διαμέρισμα που μένω. Ομορφιά είναι το βλέμμα μιας γυναίκας. Που μπορεί να είναι και θλιμμένο. Είναι το χαμόγελο ενός παιδιού, και πολλά άλλα.

-Γενικότερα, θα λέγατε πως υπήρξατε τυχερός ή άτυχος στη ζωή σας; Η τύχη και η ατυχία είναι πώς προσαρμόζεσαι σε δεδομένες συνθήκες ζωής. Πολλές φορές βέβαια, δεν μπορείς να ελέγξεις τα πράγματα και μπορεί να βρεθείς αλλού, σε άλλους δρόμους. Υπήρξα πάντα συνεσταλμένο παιδί – αυτό ίσως να με «γλίτωσε».
–Είστε εν τέλει υπερήφανος για ό,τι καταφέρατε– αν σκεφτεί κανείς τις συνθήκες ζωής στις οποίες μεγαλώσατε; Αυτά, αγαπητέ μου, είναι ασήμαντα μπροστά στην τραγικότητα της ζωής. Νέοι που πεθαίνουν από τα ναρκωτικά, παιδιά που χάνονται στους δρόμους της πορνείας ή πεθαίνουν στους συνεχείς πολέμους, παιδιά που δεν έχουν να φάνε και πεθαίνουν σκελετωμένα… Κι εγώ σήμερα παίρνω μια σύνταξη, που μου επιτρέπει να ταξιδεύω συχνά. Δεν είναι το ίδιο για όλους τους συνταξιούχους και, πολύ περισσότερο, γι’ αυτά τα παιδιά που δεν έχουν πού να ακουμπήσουν. Ας μην απελπιζόμαστε! Όπως λέει κι ο Κάλβος σε μια ωδή του: «Φαίνεται εις τον ορίζοντα ωσάν χαράς ιδέα…».

- INFO: Και για τις δύο εκδηλώσεις παρουσίασης των τραγουδιών, απαραίτητες είναι οι κρατήσεις: Λευκωσία, Κέντρο Τεχνών Κάνθου, Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου, 20:00, τηλ: 99671798 και Λάρνακα, Αίθουσα Θεάτρου Λυκείου Αγίου Γεωργίου-Λεύκιος Ζαφειρίου, Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου στις 20:00, τηλ: 99671798).
xatzigeorgiou@yahoo.com
Ελεύθερα, 9.2.2025