Τον συνάντησα στο αεροδρόμιο, λίγο πριν πάει στα Βριλήσσια με τους μουσικούς του για τη γιορτή της ρακής που διοργανωνόταν στην Αθήναεκεί όπου θα εντυπωσίαζε με το βιολί του, τα ριζίτικά του, το συρτό, τη σούστα, τον πεντοζάλη, εικόνα μιας άλλης Ελλάδας βγαλμένης από τα έγκατα μιας γης που δεν ξεχνάει από πού κρατάει καταγωγή το αίμα.

Εντυπωσιακός με τα στιβάνια του, την κιλότα, τα μούσια, το περιποιημένο του μουστάκι, το μαύρο του πουκάμισο, το ευθυτενές του βλέμμα. «Την εμφάνιση μου την εμπνεύστηκα από τους γέρους κρητικούς που γνώρισα στα χωριά», θα μου πει.

«Μας είχε φτιάξει φορεσιές ο πατέρας μου και σ’ όποιο πανηγύρι έλεγε ο παππούς μου “να πάνε τα κοπέλια!” –  ντυνόμασταν και βρισκόμασταν εκεί. Ήμουνα έφηβος, θυμάμαι πως επέστρεφα από την Κρήτη στην Αθήνα κι έλεγα “πώς θα γίνει να μοιάσω εκείνου του ανθρώπου που είδα στον τόπο μου!”. Αυτό έγινε βίωμα μέσα μου. Και σιγά σιγά με τραβούσε. Για να καταλάβεις, τα τελευταία 6-7 χρόνια δεν φόρεσα ποτέ μου χρωματιστό πουκάμισο! Τα πρώτα χρόνια, βέβαια, επειδή ζούσα στην Αθήνα ήταν λίγο παράξενο να κυκλοφορώ με τα στιβάνια, αλλά όταν καταλάβει ο άλλος ότι αυτό το κάνεις για τον τόπο σου, του αρέσει κι αυτουνού. Τότε, όταν ζούσα εγώ στην Αθήνα, δεν ήταν καν στη μόδα, όπως τώρα, τα γένια και το να κυκλοφορεί κάποιος έτσι, ήτανε λιγάκι περίεργο».

Από 9 ετών ξεκίνησε να μαθαίνει βιολί, με δάσκαλο τον Κωστή Παχάκη. Δεν θα ξεχάσει ποτέ εκείνο το Καλοκαίρι του 1988 στην Κρήτη, όπου στο διπλανό από το δικό του χωριό γινόταν μία εκδήλωση στην οποία έπαιζε μουσική ο Μιχάλης Κουνελάκης, μετέπειτα δάσκαλός του. Εκείνος τον έβγαλε να παίξει ένα σκοπό, τον φουρλιανό, φορώντας από τότε κιλότες και στιβάνια. Αυτή ήταν ουσιαστικά η πρώτη φορά που ο Αντώνης εμφανίστηκε μπροστά σε κοινό.

«Εντωμεταξύ, ήθελα να αποκτήσω γνώσεις, το κυνηγούσα, προσπαθούσα να συλλέγω κομμάτια, άκουγα μόνο κρητικούς μουσικούς και οργανοπαίκτες στο σπίτι για να γίνομαι καλύτερος μαθαίνοντας την τεχνική τους. Επροσπάθησα ν’ ακούσω κι άλλου είδους μουσική αλλά εν τα εκατάφερα, επέστρεφα πάντα στην κρητική που μ’ άρεσε. Μετά έμαθα μαντολίνο, λαγούτο, θιαμπόλι, μπαντούρα, ασκομαντούρα και μπουλγαρί. Αργότερα, όσο ήμουν μέλος στο “Λαογραφικό όμιλο Κουρίτες” και εμφανιζόμασταν στης “Δώρας Στράτου”, ξεκίνησα να μαθαίνω και για τις παραδόσεις άλλων περιοχών: Της Ηπείρου, του Πόντου, της Θράκης. Ωστόσο, η κρητική μουσική με κάνει και αισθάνομαι σαν ένας πύργος που δεν πρόκειται να τον κατακτήσει κανείς. Θα μου πεις “μα, παίζεις τα ίδια κομμάτια κάθε βράδυ!”. Κι όμως! Κάθε βράδυ εγώ τα παίζω διαφορετικά. Χθες παίζαμε σ’ ένα γάμο. Υπάρχει κάτι πιο συγκινητικό από το να βλέπεις έναν ηλικιωμένο να σηκώνεται και να κάνει μια στροφή; Ή τις προάλλες, μετά από έναν πρόγαμο στα Σφακιά, πήγαμε σε νεκροταφείο, τραγουδήσαμε για τον πεθαμένο απάνω στον τάφο του, ύστερα μας υποδέχτηκε η γυναίκα του στο σπίτι τους και μας κέρασε σα να ήταν κι αυτός εκεί. Ήτανε τραγουδιστής ο άνθρωπος και του είπαμε τραγούδια ριζίτικα που του άρεσαν. Τα ριζίτικα τραγούδια, να ξέρεις, είναι και για εμένα τα αγαπημένα μου – άλλα είναι για λύπη, άλλα για χαρά, άλλα για βάπτιση, άλλα για γάμο. Αλλά και ο χανιώτικος συρτός πάντα με ανατριχιάζει, με κάνει να αισθάνομαι σα να μην είμαι του κόσμου τούτου!».

© Γιάννης Χατζηγεωργίου


Ήξερα πως ζει τα τελευταία χρόνια με την οικογένειά του στην Κίσσαμο, ένα χωριό 8 κατοίκων, 25 λεπτά από τα Χανιά και 8 χιλιόμετρα από το Καστέλι Κισσάμου. Η καθημερινότητά του περιλαμβάνει, έτσι κι αλλιώς, πολλή μουσική, πολύ διάβασμα -κυρίως σε βιβλία που αφορούν στη λαογραφία της Κρήτης- αλλά και αγροτικές εργασίες – στις ελιές, στα χωράφια, χέρια με χαρακιές στο δέρμα σημάδι πως αντιμάχεται τη γη μέχρι να την τιθασεύσει στα μέτρα του τα ανθρώπινα.

«Μου λείπει η ξεκούραση, αλλά μόλις ξεκινήσω να παίζω μουσική, αμέσως μου περνάνε όλα», μου λέει. Του μιλάω για την «αναγνωρισιμότητά» του, τη φωνή και το παράστημά του, και γελάει – δυνατά, πηγαία, με ήχο, αντρίκια. «Δεν με αγγίζουν εμένα αυτά. Εγώ, κάνω απλά τη δουλειά μου και προσφέρω ευχαρίστηση στον κόσμο. Δεν παρατάω τον τόπο μου ούτε για λεφτά ούτε για τη μαρκίζα στην Αθήνα. Άλλοι μπορεί να το κάνουν, εγώ δεν θέλω!», μου εξηγεί λίγο πριν τον αποχαιρετήσω.

«Και στα παιδιά μου λέω όσα μου έμαθε κι εμένα ο δικός μου πατέρας: Να είναι δίκαια, να πατάνε τα πόδια τους στη γη και να γυρίζουν όμορφα στο σπίτι. Μου ‘χε πει κάποτε ο πρόεδρος των Κουριτών και φίλος, ο Παττακομανώλης, κάτι που ακολουθώ: “Όπου κι αν πάμε, όπου κι αν χορέψουμε, έχουμε την Κρήτη στην πλάτη μας. Διότι οι άνθρωποι δεν ξέρουν ούτε τα μικρά μας ονόματα, ούτε τα επίθετά μας, ούτε από ποιο χωριό είμαστε. Ό,τι αφήσουμε, καλό ή κακό, θα πούνε: Οι Κρητικοί το κάνανε αυτό!”. Είμαστε άνθρωποι που έχουμε πάντα ευθύνη. Κι αυτό ακολουθώ εγώ πάντα στη ζωή μου: Την ευθύνη».

xatzigeorgiou@yahoo.com

Ελεύθερα, 2.2.2025