Για τον συγγραφέα, σκηνοθέτη και ηθοποιό Ουαζντί Μουουάντ η γραφή είναι ένας τρόπος διαχείρισης του διαγενεαλογικού τραύματος.
Γεννήθηκε στον Λίβανο το 1968, αλλά αναγκάστηκε να τον εγκαταλείψει στα οκτώ του εξαιτίας του εμφυλίου. Οι δρόμοι του εκτοπισμού οδήγησαν την οικογένειά του αρχικά στη Γαλλία, την οποία επίσης αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το 1983.
Ο έφηβος Ουαζντί Μουαουάντ βρέθηκε στον Καναδά όπου αργότερα σπούδασε στην Εθνική Σχολή Θεάτρου του Μόντρεαλ κι έγινε ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας, από τους πιο ενεργούς, ξεχωρίζοντας ως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές του σύγχρονου θεάτρου, ενώ μεταξύ άλλων διετέλεσε διευθυντής του Θεάτρου της Πεντάρας του Μόντρεαλ, καλλιτεχνικός διευθυντής του Γαλλικού Θεάτρου του Κρατικού Κέντρου Τεχνών στην Οτάβα, μέχρι που το 2016 επέστρεψε μόνιμα στη Γαλλία για να αναλάβει διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου La Colline στο Παρίσι.
Έντονα βιωματικό, στραμμένο συχνά προς τη θεματική του πολέμου, της εξορίας και της ταυτότητας, το θέατρο του Μουαουάντ είναι οικουμενικό, ηχώντας σαν σύγχρονη τραγωδία. Εκτός από τις διαδοχικές του πατρίδες- Λίβανο, Γαλλία και Καναδά- δηλώνει «Έλληνας» λόγω του πάθους του για τον Έκτορα, τον Αχιλλέα, τον Κάδμο και την Αντιγόνη (και γενικότερα τον Σοφοκλή), «εβραίος» για τον Ιησού και τον Κάφκα, «χριστιανός», κυρίως λόγω του Τζιόττο και του Σαίξπηρ και «μουσουλμάνος», λόγω μητρικής γλώσσας.
Οι συστάσεις με το κυπριακό θεατρόφιλο κοινό έγιναν το 2017, όταν ο Πάρις Ερωτοκρίτου σκηνοθέτησε το έργο του «Πυρκαγιές» για τη Νέα Σκηνή του ΘΟΚ, η οποία οκτώ χρόνια μετά προτείνει σε σκηνοθεσία της Μαρίας Μανναρίδου- Καρσερά το άκρως προσωπικό και βιωματικό έργο του «Μητέρα», από τον κύκλο έργων «Domestique» (Οικογενειακός). Με αυτή την αφορμή και με τη σκιά του πολέμου να παραμένει εφιαλτικά γαντζωμένη πάνω από τη γενέτειρά του, παραθέτουμε προσωπικές σκέψεις του Ουαζντί Μουαουάντ από συνέντευξη στις Μαρί Μπε και Φανελί Τιριόν για το πρόγραμμα της παραγωγής με το συγκεκριμένο έργο, που ανέβηκε στο Théâtre de la Colline τον Οκτώβριο του 2021.
» Καθένας από εμάς κουβαλάει ένα σακίδιο, άδειο στην αρχήׄ αλλά κάθε μέρα, τα γεγονότα, οι άνθρωποι, η ζωή, προσθέτουν τόσο ανεπαίσθητα χαλικάκια που δεν αισθανόμαστε ποτέ το βάρος να σωρεύεται! Με το πέρασμα του χρόνου, δεν γνωρίζεις για ποιο λόγο αισθάνεσαι χάλια και δεν έχεις καν επίγνωση της ύπαρξης του σακιδίου. Την ημέρα που ένα τεράστιο γεγονός λαμβάνει χώρα– λ.χ. το άτομο με το οποίο είσαι κρυφά ερωτευμένος σού εξομολογείται την αγάπη του– το βάρος του σακιδίου εξαφανίζεται και για μια στιγμή αισθάνεσαι απίστευτα ανάλαφρος. Όταν όμως τελειώσει αυτή η ιστορία αγάπης, τότε ξαφνικά όλο το βάρος του σακιδίου συνθλίβει τους ώμους σου. Αναρωτιέσαι, λοιπόν για την ύπαρξή του και το περιεχόμενό του. Ανακαλύπτεις τα χαλικάκια και προσπαθείς να θυμηθείς την ιστορία που υπάρχει πίσω από αυτά. Το έργο αυτό πραγματεύεται αυτή την προσπάθεια.
» Ο καθένας μας έχει μόνο μία μητέρα. Ωστόσο, πίσω από αυτό τον ενικό κρύβεται ένας πληθυντικός. Όλοι οι Λιβανέζοι έχουν δύο μητέρες. Η δεύτερη είναι ο πόλεμος κι είναι αυτή που τους έφερε στον κόσμο όσο και η βιολογική μητέρα. Δεν αποτελώ εξαίρεση. Το γεγονός ότι είμαι παιδί δύο μητέρων, είναι μια συνειδητή διαπίστωση.
» Οι γονείς μου ήταν οι πρώτοι που έμαθαν γράμματα από μια γενεαλογική γραμμή ορεσίβιων, που κατάφεραν να επιβιώσουν στα χριστιανικά βουνά επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· άρα το χάσμα που με χωρίζει από τον παππού μου μοιάζει με απόσταση πολλών αιώνων. Δεν πρόκειται καν για απόκλιση, αλλά για ένα εντελώς διαφορετικό πεπρωμένο.

» Αν παρέμενα στον Λίβανο, θα ήμουν ένα εντελώς διαφορετικό άτομο και πιθανότατα θα είχα κάνει άλλα παιδιά απ’ αυτά που έχω σήμερα. Είναι συγκλονιστικό να σκέφτεσαι ότι αυτά τα πλάσματα υπάρχουν χάρη σε κάτι τόσο αποτρόπαιο όπως ο πόλεμος! Αντιστοίχως, πιθανότατα να μην είχα ασχοληθεί ποτέ με το θέατρο: επομένως, ένας πόλεμος στον οποίο έχασαν τη ζωή τους 400.000 άνθρωποι, χωρίς να υπολογίζουμε τους αγνοούμενους και τις ανεπανόρθωτες συνέπειες, εμένα με λύτρωσε! Είναι ακριβό το τίμημα, δεν νομίζετε; Αυτό δείχνει ότι γεγονότα τόσο μοναδικά και σημαντικά, όπως το να αλλάξεις χώρα, γλώσσα, φίλους– γεγονότα που βίωσα ως παιδί χωρίς τη θέλησή μου– μπορεί να μην είναι αποτέλεσμα δικών μου πράξεων, αλλά διαμορφώνουν τη ζωή μου. Η συμφιλίωση με την εμπειρία αυτή είναι ένα ταξίδι.
» Με το έργο «Μητέρα», είχα την πρωτοφανή αίσθηση ότι «απομεταφράστηκα», σαν να είχα επιτρέψει στην πραγματική γραφή να αναδυθεί. […] Ακούγοντας για πρώτη φορά στη σκηνή τις λέξεις όπως τις σκέφτομαι, συνειδητοποίησα ότι πάντα έγραφα στα αραβικά. Σαν να είχε αφαιρεθεί το γαλλικό επίχρισμα που κάλυπτε τη γλώσσα και να τη φανέρωσε στη σημερινή της μορφή. Την ίδια στιγμή, όμως, καταλαβαίνω ότι η λιβανέζικη γλώσσα δεν είναι ικανή να προσλάβει μια συγκεκριμένη μορφή ποίησης και λυρισμού, που θεωρώ απαραίτητο να ενσωματώνεται στη γραφή.
» Στο «Μητέρα», ευτυχώς, δεν υπάρχει περιθώριο να καταλήγει η γραφή σε ποίηση, απλούστατα επειδή η μητέρα μου ήταν πολύ προσγειωμένη γυναίκα. Συνεπώς, η γραφή είναι πολύ τραχιά, σκληρή και άγρια, όπως ακριβώς ήταν η διάθεση της μητέρας μου όταν ζούσαμε στο Παρίσι. Γενικότερα, συνειδητοποιώ ότι η γλώσσα της γραφής μου δεν είναι ούτε γαλλική ούτε λιβανέζικη κι αν επέστρεφα σήμερα για να κάνω θέατρο στον Λίβανο, θα αντιμετώπιζα ακόμα έναν κλονισμό: παρότι η αραβική είναι η κατεξοχήν γλώσσα της ποίησης, δεν αποτελεί κτήμα μου.
» Η γραφή μου είναι ένα αμάλγαμα, συνυφαίνει έναν γερμανικό στίχο με μια κουβέντα της μητέρας μου ή ενός άλλου δημιουργού… μια γραφή «στο πόδι» εν συντομία, «που περιμένει πότε θα ξαναφύγει», σάμπως και τη μέρα που έφυγα να ήταν τόσο βαθιά ριζωμένος μέσα στο πνεύμα μου αυτός ο δεσμός, που δεν μου επιτρέπει να βγάλω αλλού ρίζες. Κι αυτό επηρεάζει άμεσα τον τρόπο και τον ρυθμό της γραφής· η ποίηση στην οποία έχω πρόσβαση είναι η ποίηση ενός ανθρώπου που δεν βρίσκεται στον τόπο του. Αυτό το μωσαϊκό είναι μια γλώσσα της εξορίας.
» Το συλλογικό αίσθημα στον Λίβανο είναι εξαιρετικά ισχυρό. Σ’ αυτή τη μικρή χώρα, με μικρό πληθυσμό, το μοίρασμα είναι πολύ ανθρώπινο και φυσικό, ο τρόπος που μιλάμε μεταξύ μας και ζούμε μαζί είναι σχεδόν οικογενειακός, ακόμα και με αγνώστους. Στον Λίβανο, τα παιδιά αποκαλούν «θείες» όλες τις γυναίκες και «θείους» όλους τους άντρες. Όταν σ’ ένα τέτοιο πολιτισμικό περιβάλλον ξεσπά εμφύλιος πόλεμος μοιάζει με τη σειρά «Dallas»: οι άνθρωποι περιγράφουν ο ένας στον άλλον τα επεισόδια. Ανάμεσα σε δύο βομβαρδισμούς, μετά από πυροβολισμούς μεταξύ γειτόνων, ανάμεσα σε ξαδέρφια και αδέρφια, οι άνθρωποι έλεγαν ο ένας στον άλλον: «δεν πειράζει» και «όλα θα πάνε καλά». Το λένε ακόμη και στις μέρες μας, μετά την έκρηξη στο λιμάνι και ζώντας χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Δεν πρόκειται ακριβώς για ανθεκτικότητα, αλλά μάλλον για μια νοοτροπία τύπου «και τι να γίνει;», αφού όπως και να ’χει πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί.
» Όταν ακούμε τα δελτία ειδήσεων του 1983 για τον πόλεμο στο Λίβανο, μένουμε έκπληκτοι από το πώς μας εκτοξεύουν στο 2021: ίδια γεγονότα, ίδιοι άνθρωποι. Οι ηγέτες των πολιτοφυλακών είναι οι ίδιοι που κυβερνούν μέχρι σήμερα. Και η ανησυχία των οικογενειών τότε είναι η ίδια με σήμερα.
» Ποτέ δεν γνώρισα τη μητέρα μου ως κάτι άλλο πέρα από ανήσυχη και ανυπόμονη, χωρίς χώρο για στοργή, τρυφερότητα ή γλυκύτητα. Ήταν αδύνατο γι’ αυτήν (σ.σ. να εκφραστεί έτσι) στο Παρίσι. Στον Λίβανο οι άνθρωποι μοιράζονταν τον πόλεμό τους. Στο Παρίσι ήταν μόνη. Μέσω του καναλιού Antenne 2 παρακολουθούσαμε τις ειδήσεις για τους βομβαρδισμούς στη Βηρυτό. Φυσικά, τότε δεν υπήρχαν ούτε κινητά τηλέφωνα, ούτε email και οι τηλεφωνικές γραμμές του Λιβάνου ήταν συχνά εκτός λειτουργίας. Δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε με τους αγαπημένους μας. Έπρεπε να συνεχίσουμε τη ζωή μας, να βγαίνουμε από το σπίτι μας, χωρίς τη δυνατότητα να μοιραζόμαστε τις ανησυχίες μας.
» Αυτή η φοβερή απόκλιση, τρέλαινε τη μητέρα μου, που επαναλάμβανε ξανά και ξανά ότι θα προτιμούσε να ήταν κάτω από τις βόμβες στον Λίβανο παρά μετέωρη στο Παρίσι. Σ’ αυτή την απομάγευση έγκειται η βαρβαρότητα: εκείνη που πίστευε ότι θα γλίτωνε από τον πόλεμο φεύγοντας από τον Λίβανο, όχι μόνο τελικά δεν άφησε πίσω της τίποτα από όλα αυτά, αλλά από μακριά όλα έγιναν χειρότερα. Όλα τα παιδιά της δικής μου γενιάς στον Λίβανο έγιναν μάρτυρες αυτής της κατάστασης. Ως φορείς τέτοιου συναισθηματικού άχθους, ο καθένας από εμάς προσπαθεί να διαχειριστεί αυτή την παρακαταθήκη· ׄστη δική μου περίπτωση, ο τρόπος αυτός είναι η γραφή.
(μετάφραση από τα γαλλικά: Κυριακή Αργυρού).
- INFO H «Μητέρα» του Ουαζντί Μουαουάντ παρουσιάζεται από τις 10 Ιανουαρίου και κάθε Παρασκευή, Σάββατο 8.30μ.μ. και Κυριακή 6μ.μ. στη Νέα Σκηνή «Νίκος Χαραλάμπους» του ΘΟΚ, 77772717 thoc.org.cy
Ελεύθερα, 5.1.2025