Σε πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα από την ιστορία της οικογένειάς του βασίζεται το πρώτο μυθιστόρημα του διακεκριμένου λογοτέχνη Νίκου Νικολάου- Χατζημιχαήλ με τίτλο «Όταν σωπάσαν τα πουλιά». Μάλιστα, διατηρούνται τα πραγματικά ονόματα όλων σχεδόν των χαρακτήρων εκτός από κάποια που δεν έχουν επιζήσει, αφού η ιστορία ξεκινά πριν από ενάμιση αιώνα, λίγο πριν το τέλος της τουρκοκρατίας στην Κύπρο. Κεντρικό πρόσωπο είναι ένας νεαρός ιερέας σε μικρό χωριό της Καρπασίας που προσπαθεί να επιβιώσει μετά από ένα απροσδόκητο χτύπημα της μοίρας και έρχεται σε σύγκρουση με όλους, ακόμα και με την ανώτατη εκκλησιαστική Αρχή.
–Πώς επηρέασαν τα προσωπικά βιώματα τη συγγραφή του βιβλίου; Από μικρός, 10-12 χρονών άκουγα από τις γιαγιάδες και άλλους για κάποιον πολύ δυναμικό προ-προ-πάππο ιερέα και διάφορες πτυχές από την ιδιότυπη αλλά ενδιαφέρουσα δραστηριότητά του. Στην αρχή δεν είχα δώσει μεγάλη σημασία, όμως η επίμονη επανάληψη του βίου και της πολιτείας του από διάφορα πρόσωπα της οικογένειας μού κέντρισε το ενδιαφέρον κι έτσι άρχισα να ερωτώ για διάφορες λεπτομέρειες για να λύσω απορίες. Κι όταν αργότερα μού μίλησαν και ξένοι γι’ αυτόν, τότε αναζήτησα σε βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες της εποχής στοιχεία που θα συμπλήρωναν αυτά που γνώριζα. Η έρευνά μου με έφερε μπροστά σε συνταρακτικά γεγονότα τα οποία όφειλα πλέον να καταγράψω.
–Από πού προέκυψε η στροφή στο μυθιστόρημα και ποια είναι η μεγάλη πρόκληση στη μετάβαση από τη μικρή φόρμα των διηγημάτων στην εκτενέστερη αφήγηση; Η πληθώρα αυτών των σημαντικών γεγονότων με καθολικό για το νησί ενδιαφέρον συνέθεταν μια μεγάλη ιστορία, η οποία δεν χωρούσε στα μέτρα ενός διηγήματος. Δύο φορές που είχα δοκιμάσει να την εκφράσω ως μυθιστόρημα απέτυχα, καθώς διάφορα κεφάλαια μού έβγαιναν ολοκληρωμένα διηγήματα και μερικά μάλιστα έχουν δημοσιευτεί σε συλλογές μου. Συνειδητοποίησα πόσο δύσκολο είδος είναι το μυθιστόρημα. Ευτυχώς στην τρίτη προσπάθεια, που ήρθε 15 χρόνια μετά την πρώτη, όλα πήγαν κατ’ ευχήν γιατί ξεκίνησα από τη σωστή χρονική στιγμή, έχοντας ολόκληρη τη σύνθεση ξεκάθαρη στο μυαλό μου. Το αποτέλεσμα με αφήνει πλήρως ικανοποιημένο.
–Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία στο να συνδέσεις τη μυθοπλασία με τα ιστορικά γεγονότα χωρίς να αλλοιωθεί η αυθεντικότητα της αφήγησης; Δεν αντιμετώπισα δυσκολία στη σύνθεση του μυθιστορήματος γιατί τα ιστορικά γεγονότα εμπλουτίστηκαν θαυμάσια με την οικογενειακή προφορική παράδοση, η οποία υπήρξε πλουσιότατη κι έτσι η οποιαδήποτε άλλη μυθοπλασία περιορίστηκε απλώς στη σύνδεση όλων των πληροφοριών μεταξύ τους, η οποία έγινε χωρίς δυσκολία.
–Ποια γλωσσικά ή υφολογικά εργαλεία χρησιμοποίησες για να αποδώσεις την ατμόσφαιρα της εποχής; Το μυθιστόρημα ξεκινά με την άφιξη των Άγγλων στο νησί. Για πολλά χρόνια όμως, μέχρι τις αρχές του επόμενου αιώνα, η μετάβαση από την τουρκοκρατία στην αγγλοκρατία προχωρούσε με αργό ρυθμό και η ζωή μέχρι και το 1960, ακόμα, συνεχιζόταν στον ίδιο αργό ρυθμό. Έτυχε να ζήσω τα παιδικά μου χρόνια στην Καρπασία, όπου το ησιόδειο άροτρο ήταν ακόμα σε χρήση, η σπορά, ο θερισμός και όλες οι αγροτικές δουλειές γίνονταν με τον ίδιο παραδοσιακό τρόπο όπως και αιώνες πριν. Ακόμα και η γλώσσα ήταν διαφορετική. Πάρα πολλές λέξεις, που τώρα υπάρχουν μόνο στα λεξικά, έχουν εντυπωθεί στη μνήμη μου. Επομένως δεν υπήρξε καμμιά δυσκολία να περιγραφεί το κλίμα εκείνης της εποχής, που δεν είχε αλλάξει πολύ από αυτό που είχα ζήσει κι εγώ.
–Ο Παπαγιάννης, κεντρική φιγούρα του βιβλίου, είναι αντιφατικός χαρακτήρας. Τι επιδιώκεις να αναδείξεις μέσα από τις συγκρούσεις του με την κοινωνία και την Εκκλησία; Δεν ήταν ακριβώς αντιφατικός. Δυναμικός, ατρόμητος και ντόμπρος ήταν. Ο συγκρουσιακός του χαρακτήρας προέκυψε μετά από ένα αναπάντεχο χτύπημα της μοίρας, το οποίο δεν μπορούσε να αποδεχτεί. Η αγάπη δε για την πρόοδο του τόπου του και κάποιοι άδικοι κατά τη γνώμη του Ιεροί Κανόνες, τον έφεραν σε σύγκρουση και με την Εκκλησία. Αυτό ακριβώς έρχεται στο φως.

Ελεύθερα, 22.12.2024