Ο κορυφαίος σκηνοθέτης, συγγραφέας, διευθυντής του Φεστιβάλ της Αβινιόν και πρώην επικεφαλής του Εθνικού Θεάτρου της Πορτογαλίας τελικά δεν βρίσκει και τόσο «όμορφο το να σκοτώνεις φασίστες».
Πόσο μακριά μπορούμε να φτάσουμε για να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία; Θέτοντας το προβοκατόρικο και παράδοξο αυτό ερώτημα στο θεμέλιο της πολυσυζητημένης του παράστασης «Η Καταρίνα και η ομορφιά να σκοτώνεις φασίστες» ο Τιάγκο Ροντρίγκες πυροδοτεί ένα ντόμινο από αμείλικτα ερωτήματα. Από εκείνα που εκρήγνυνται στο μυαλό και συζητιούνται έντονα από το κοινό για ώρες και μέρες μετά την εμπειρία της θέασης. Αυτός είναι ο απόλυτος στόχος του, καθώς με έναυσμα την άνοδο του εθνικισμού, εμπνέεται από ένα σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα στην Πορτογαλία, τη δολοφονηθείσα Καταρίνα Εουφέμια, για να επινοήσει μια φανταστική οικογένεια, η οποία έχει το έθιμο να σκοτώνει κάθε χρόνο έναν «φασίστα». Λίγο πριν έρθει να παρουσιάσει για πρώτη φορά δουλειά του στην Κύπρο, μιλά με αφορμή μια κοσμογυρισμένη παραγωγή, που η αγωνιώδης διαλεκτική της συντάραξε το διεθνές κοινό.
–Πώς αυτή η οικογένεια που «απολαμβάνει να σκοτώνει φασίστες» γίνεται όχημα για να ξεδιπλώσετε το καλλιτεχνικό σας όραμα; Είναι μια οικογένεια με αντίστροφες ηθικές αξίες. Κάποια στιγμή, ένα μέλος της που πρέπει να σκοτώσει για πρώτη φορά, αμφιταλαντεύεται για το αν αυτό είναι λάθος. Αυτή η αμφιβολία, αυτό το δίλημμα είναι η αρχή του έργου, η αφετηρία της σύγκρουσης, ενός debate που είναι πολιτικό, ιδεολογικό, όσο και ιδιωτικό. Είναι ένα είδος τσεχωφικής οικογένειας που διακατέχεται από ζήλια, φθόνο, αγάπη, ανθρώπινες πτυχές. Συχνά, αυτά τα αφήνουμε έξω από την πολιτική συζήτηση, όμως πλέον γνωρίζουμε ότι τα συναισθήματα παίζουν μεγάλο ρόλο, ειδικά στην εποχή των ψευδών ειδήσεων, του λαϊκισμού και της χειραγώγησης.
–Πώς προσεγγίζετε την ενσωμάτωση του πολιτικού και κοινωνικού σχολιασμού στο έργο σας; Κάθε φορά που κάνω ένα θεατρικό έργο, ο πολίτης μέσα μου επηρεάζεται από τη διαδικασία. Αλλά και οι πολιτικές μου ευαισθησίες συνδέονται με τον σκοπό που το κάνω. Δεν είναι πάντα τόσο ξεκάθαρα πολιτικά τα έργα μου, εντούτοις μία από τις ανησυχίες μου είναι η άνοδος του ακροδεξιού λαϊκισμού, που σε τελική ανάλυση θεωρώ ότι απειλεί τη δημοκρατία. Με το εγχείρημα αυτό, ήθελα να εξετάσω σε μια μικρή κλίμακα, όπως της οικογένειας ή του ατόμου, το πώς αντιμετωπίζουμε αυτή την απειλή και τα διλήμματα που συνεπάγεται. Αφετηρία είναι το λεγόμενο «Παράδοξο της Ανοχής» (σ.σ. το έθεσε ο φιλόσοφος Καρλ Πόπερ στο έργο του «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της»). Δηλαδή το ερώτημα εάν πρέπει ή όχι να επιδεικνύουμε ανοχή στην έλλειψη ανοχής– τη μισαλλοδοξία- παραμένοντας μεν πιστοί στις πεποιθήσεις μας, αλλά με κίνδυνο να υπονομευτεί η ίδια η αρχή της ανοχής.
–Είναι θεμιτό να παραβιάζουμε τους κανόνες της δημοκρατίας για να την υπερασπιστούμε καλύτερα; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα πίσω από τη χρήση της βίας ως πολιτικού εργαλείου. Η βία ορισμένες φορές θεωρείται νόμιμη, όπως όταν κηρύσσεται πόλεμος, ή όταν επεμβαίνει η αστυνομία με πάτημα τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Εξακολουθούμε να τη χρησιμοποιούμε ακόμη και στη δημοκρατία. Όταν, όμως θέλουμε να προστατεύσουμε τη δημοκρατία μέσω της βίας προκύπτουν κάποια σοβαρά ζητήματα.
–Προσωπικά, θεωρείτε ότι υπάρχει χώρος για βία στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο; Η προσωπική μου απάντηση εξελίχθηκε όσο εργαζόμουν πάνω σ’ αυτό το έργο. Σήμερα είμαι ακόμη πιο πεπεισμένος απ’ ό,τι ήμουν πριν 3, 4 ή 20 χρόνια, πως η βία δεν έχει θέση στην υπεράσπιση της δημοκρατίας. Αυτό ίσως έχει να κάνει με την εμπειρία και την ηλικία, ή με το ότι έπαψα πια να εξιδανικεύω τόσο την ανθρώπινη κατάσταση. Διατηρώ την πίστη μου στους ανθρώπους και στην ικανότητά μας να εργαζόμαστε συλλογικά, έστω και καθυστερημένα, για ένα καλύτερο μέλλον. Πιστεύω ότι η βία δεν αποτελεί μακροπρόθεσμα απάντηση σε προβλήματα, γιατί προκαλεί βαθιές και οδυνηρές πληγές, που δύσκολα επουλώνονται. Κάθε φορά που έχουμε βίαιη δράση σε μια κοινωνία, ακόμα και για τους σωστούς λόγους, προκαλούνται βάσανα και τραύματα μη διαχειρίσιμα στη διάρκεια μιας ζωής, τα οποία κληροδοτούνται στις επόμενες γενιές. Αυτή η ευθύνη που πρέπει να συνοδεύει τη βία λείπει από τις επιλογές κινημάτων, κομμάτων, οργανώσεων, κρατών κ.λπ. που υιοθετούν βίαιη στάση. Αδυνατούν να αντιληφθούν πόσο βαθιά μπορεί να στιγματίσει γενιές και γενιές λαών. Έχω καταλήξει, λοιπόν, ότι η βία δεν αποτελεί ποτέ επιλογή.

–Δηλαδή, έχετε διαφορετική «άποψη» από το έργο σας; Το έργο θέτει περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα έχω εγώ. Εγώ είμαι πιο βέβαιος. Όμως, δεν προσπαθώ να πείσω κάποιον για κάτι. Προσπάθειά μου, μέσα από τη φόρμα του θεάτρου και της μυθοπλασίας, είναι να θέσω κάποια περίπλοκα και δύσκολα ζητήματα, που το θέατρο έχει την υποχρέωση να αγγίζει. Με τέρψη, με δεξιοτεχνία, με μυθοπλασία, με την καλύτερη δυνατή ερμηνεία, αλλά πάντα με τη σοβαρότητα που εδώ και 25 αιώνες θίγει σύνθετα και περίπλοκα ζητήματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πάμε μόνο για να σπαζοκεφαλιάσουμε και δεν μπορούμε να ευχαριστιόμαστε κιόλας παραστάσεις που αγγίζουν τέτοια θέματα. Διεκδικώ τη δυνατότητα να προτείνω ένα έργο που θέτει δύσκολα ερωτήματα, χωρίς να προωθώ κάποια συγκεκριμένη απάντηση, όσο βέβαιος κι αν είμαι γι’ αυτή.
–Μπορεί να υπάρχει κάτι όμορφο σε μια δολοφονία; Ακούγεται ρητορικό το ερώτημα… Αυτή είναι η όλη παραδοξότητα. Εστιάζοντας στα τελευταία 100 χρόνια της ανθρωπότητας, πολλοί θεώρησαν ότι έκαναν το σωστό προβαίνοντας σε άσχημες πράξεις στο όνομα της ομορφιάς– υπερασπιζόμενοι αξίες και ιδανικά που ανήκουν στη σφαίρα του ωραίου. Συχνά, η βία προβάλλεται ως δικαιολογία για τη διατήρηση αξιών που θεωρούνται πιο σημαντικές από την ίδια τη ζωή. Έτσι, το ερώτημα αν «υπάρχει ομορφιά στο να σκοτώνεις» οποιονδήποτε τίθεται περισσότερο για να ερεθίσει τη σκέψη. Προφανώς, αν ρωτήσουμε τους πλείστους ανθρώπους, θα απαντήσουν αρνητικά. Όμως, αν θέσουμε το ερώτημα σε συγκεκριμένο πλαίσιο, αν λ.χ. ρωτήσουμε αν θα σκότωναν κάποιον για να σώσουν κάποιους άλλους, αρκετοί θα το δουν αλλιώς. Η διαφορά ανάμεσα στο να κάνεις το σωστό και στο να το θεωρείς όμορφο δεν είναι τόσο μεγάλη.

–Πώς μπορούμε να προάγουμε τον διάλογο γύρω από τέτοια δύσκολα θέματα χωρίς να διχάζουμε; Δεν μπορούμε. Εξαρτάται κι από το τι εννοούμε ως «διχασμό». Ένα από τα πλεονεκτήματα της δημοκρατίας είναι ότι γίνεται πλουσιότερη όταν είμαστε σε θέση να συζητάμε. Η δημοκρατία δεν έχει να κάνει με τη συναίνεση, αλλά με την ικανότητα να συμφωνούμε ότι διαφωνούμε. Με τη δυνατότητα να πρεσβεύουμε διαφορετικές πεποιθήσεις βρίσκοντας τρόπους να συμβιώνουμε, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα δεν ικανοποιεί κανέναν. Εάν «διχασμός» σημαίνει ότι δεν συμφωνούμε, τότε είμαι χαρούμενος αν οι θεατές δεν συμφωνούν βλέποντας το έργο μου. Εάν, όμως, σημαίνει την αδυναμία διαλόγου, τότε με το έργο προσπαθώ να προωθήσω την αναζήτηση τρόπων να χτίσουμε κάτι μαζί, ακόμα και μέσα από τις διαφωνίες μας. Προτρέπω το κοινό να επιζητεί διχογνωμίες. Είναι η δική μου συνεισφορά. Είναι εύκολο να χτίσεις κάτι με κάποιον με τον οποίο συμφωνείς και πολύ πιο απαιτητικό να βρεις κοινή βάση με κάποιον που βλέπει τον κόσμο διαφορετικά.
–Γιατί οι άνθρωποι δυσκολεύονται να συμφωνήσουν ότι διαφωνούν; Ζούμε σε μια κοινωνία όπου, εξαιτίας των κοινωνικών δικτύων, της ιδεολογικής πόλωσης, της χειραγώγησης από τα μέσα και της παραπληροφόρησης, τείνουμε να περιοριζόμαστε σε απόψεις παρόμοιες με τις δικές μας, αποφεύγοντας την τριβή με άλλες αντιλήψεις. Νομίζουμε ότι καταναλώνουμε πληροφόρηση, που όμως δεν είναι πραγματική δημοσιογραφία, αλλά ανακύκλωση ειδήσεων. Δεν γνωρίζω πώς λειτουργεί η κυπριακή κοινωνία, αλλά κάτι που έχουμε κοινό σε παγκόσμιο επίπεδο, ειδικά στο βόρειο ημισφαίριο, είναι ότι κλεινόμαστε στις απόψεις μας και απλώς συνδεόμαστε με ανθρώπους με παρόμοιο τρόπο σκέψης, που υπερασπίζονται σχεδόν τα ίδια πράγματα. Αυτό μας καθιστά ολοένα και λιγότερο ικανούς να ξοδεύουμε χρόνο για διάλογο ή να απολαμβάνουμε τη συνύπαρξη με ανθρώπους διαφορετικών πεποιθήσεων.
–Εσείς απολαμβάνετε να διαφωνείτε; Προσωπικά, είμαι αριστερών πεποιθήσεων, αλλά έχω πολλούς φίλους δεξιών αντιλήψεων κι όσο βλέπω την κοινωνία ολοένα να πολώνεται, τόσο εκτιμώ τη συναναστροφή με τους ανθρώπους αυτούς. Είναι υπέροχο να μπορείς να συνδιαλέγεσαι και να συνυπάρχεις, να χτίζεις κάτι με ανθρώπους που σκέφτονται διαφορετικά. Είναι επειδή αναγνωρίζεις στον άλλο έναν κοινό παρονομαστή ανθρωπιάς. Αυτή είναι και η ουσία της δημοκρατίας. Έτσι μαθαίνεις κι έτσι εξελίσσεσαι κι όχι όταν περιβάλλεσαι από άτομα που ταυτίζονται μαζί σου. Η διαφωνία είναι πολύτιμη, γόνιμη για τη δημοκρατία. Απ’ όσες έχω δημιουργήσει, είναι πιθανότατα η παράσταση που προκαλεί τις περισσότερες συζητήσεις μέχρι αργά έξω από το θέατρο. Νιώθω ιδιαίτερη χαρά όταν μια δουλειά μου πυροδοτεί διαφωνίες που δεν είναι μόνο αισθητικές, του τύπου «μου άρεσε- δεν μου άρεσε». Ελπίζω να συμβεί και στην Κύπρο.
–Παρατηρείτε διαφορετικές αντιδράσεις σε διαφορετικές χώρες; Νόμιζα ότι θα υπήρχαν, αλλά τελικά η γενίκευση με βάση την εθνικότητα δεν ισχύει. Δύο διαφορετικές πόλεις στην Πορτογαλία απέχουν περισσότερο απ’ ό,τι η Λισαβόνα σε σχέση με την Αθήνα ή τη Ρώμη. Έχει να κάνει περισσότερο με τον χώρο, το πλαίσιο ή την πόλη κι όχι τόσο με τη χώρα. Όταν δημιουργήσαμε το έργο πριν τέσσερα χρόνια στην Πορτογαλία, δεν φανταζόμασταν ότι θα περιοδεύαμε σε τόσες χώρες. Αρχικά, πίστευα ότι είναι μια ιστορία πολύ «πορτογαλική». Την πρώτη φορά που το παρουσιάσαμε στην Ελβετία, ανέμενα το κοινό να είναι πιο ήρεμο από το πορτογαλικό, το οποίο αντιδρούσε θερμά, έως και παρεμβατικά. Εντούτοις, στην Ελβετία η αντίδραση ήταν ακόμη πιο έντονη κι αυτό συνεχίσαμε να το επιβεβαιώνουμε σε άλλες χώρες. Διαφορετικές αντιδράσεις εντοπίζονται. Κάποιες φορές το κοινό απολαμβάνει περισσότερο το χιούμορ. Άλλες, παίρνει το έργο πιο σοβαρά. Άλλες φορές συμμετέχει και εκφράζεται δυναμικά, σχεδόν διακόπτοντας το έργο. Άλλες είναι ήρεμο. Είναι μάλλον επειδή αγγίζει ένα ζήτημα που η πλειονότητα των κοινωνιών κατανοεί και αναγνωρίζει. Είναι η απειλή που συνιστούν για τη δημοκρατία κινήματα που χρησιμοποιούν τη δημοκρατία και τους κανόνες της για να τη θέσουν σε κίνδυνο. Δεν είναι καινοφανές φαινόμενο. Το είδαμε τη δεκαετία του 1920 και 1930 στην Ευρώπη.
–Είναι το ίδιο φαινόμενο; Δεν λέω ότι είναι τα ίδια κινήματα, είμαι προσεκτικός όταν χρησιμοποιώ τη λέξη «φασισμός». Αναγνωρίζω ότι χρησιμοποιείται για να προβοκάρει, αλλά δεν θεωρώ ακριβές να ισχυριζόμαστε ότι τα σημερινά ακροδεξιά, λαϊκιστικά κινήματα είναι όντως φασιστικά. Τουλάχιστον, από ιστορικής- επιστημονικής σκοπιάς. Οπωσδήποτε, υπάρχουν καταβολές, επιρροές και συνδέσεις. Όμως, ζούμε πια σ’ έναν άλλον κόσμο και ακόμα και το ιδεολογικό πλαίσιο, οι πεποιθήσεις και οι πολιτικές προτάσεις είναι αρκούντως διαφορετικές. Ένα παρόμοιο στοιχείο όμως είναι ότι αντιδημοκρατικά κινήματα εκμεταλλεύονται τους κανόνες της δημοκρατίας για να καταλάβουν την εξουσία.
–Έχει αλλάξει η σύνθεση, η μορφή και η σημασία του όρου «φασισμός» με την πάροδο του χρόνου; Ναι. Είναι μια ενδιαφέρουσα συζήτηση και δεν είμαι ο ιδανικός για να την κάνω, διότι για να γίνει σωστά πρέπει να έχει κάποιος βαθιά γνώση της ιστορίας και των πολιτικών επιστημών. Έχω διαβάσει κάμποσα για το θέμα κι έχω συζητήσει με ερευνητές σχετικά με τη χρήση της λέξης «φασίστας». Ιστορικά ή επιστημονικά, είναι ανακριβές να αποκαλούμε τα σημερινά ακροδεξιά κινήματα «φασιστικά». Τα πλείστα δεν είναι. Αν πάλι τα αποκαλέσουμε απλώς «ακροδεξιά», «ριζοσπαστικά δεξιά» ή «αντιδημοκρατικά», τότε τα κανονικοποιούμε σε σημείο που δεν το θεωρούν καν προσβολή. Αντίθετα, ακόμα κι ένας πραγματικός φασίστας θα προσβληθεί αν τον αποκαλέσεις έτσι. Χρησιμοποιώ τη λέξη με επίγνωση ότι το κάνω με τη συναισθηματική, την ψυχολογική έννοια κι όχι την επιστημονική, ακριβώς γιατί συγκαταλέγεται στις λέξεις που δεν έχουν ακόμη κανονικοποιηθεί.
–Δηλαδή, χρησιμοποιείτε τον όρο με σκοπό να προκαλέσετε; Συχνά, ο όρος χρησιμοποιείται καταχρηστικά. Άνθρωποι αποκαλούνται καθ’ υπερβολήν «φασίστες» ακόμη και για μάλλον φυσιολογικές συμπεριφορές. Έτσι κινδυνεύει ο όρος να χάσει τη σημασία του. Εγώ, πάντως, γράφω μυθοπλασία. Πρόκειται για θεατρικό έργο και άρα δεν σημαίνει πως ό,τι λένε ή πράττουν οι χαρακτήρες με πρεσβεύει ή με δεσμεύει προσωπικά. Είναι ενδιαφέρον ότι χρειάζεται να υπενθυμίζουμε σήμερα την τεράστια διαφορά ανάμεσα σε μια φράση που διατυπώνεται στον δημόσιο λόγο και σε μια που διατυπώνεται στη σκηνή. Αν ο χαρακτήρας πει κάτι ρατσιστικό στο θέατρο, δεν συνεπάγεται ότι και το έργο είναι ρατσιστικό. Αν όμως κάποιος πει κάτι ρατσιστικό στην ολομέλεια ή σε μια συνέντευξη, είναι ρατσιστής.

–Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε την πολιτική ορθότητα να παρεμβαίνει στον καλλιτεχνικό λόγο. Πόσο ανησυχητικό το βρίσκετε αυτό; Η ελευθερία του λόγου και της δημιουργίας είναι ιερή και οι καλλιτέχνες πρέπει να εναντιώνονται στη λογοκρισία και την αυτολογοκρισία. Η πολιτική ορθότητα συνιστά ανάλογη απειλή. Το θέατρο είναι ένας από τους τελευταίους χώρους όπου μπορείς να απολαύσεις σύνθετο λόγο. Στη δημόσια σφαίρα βλέπουμε ο λόγος να απλουστεύεται όλο και περισσότερο κι έτσι μπορεί να χειραγωγεί αποτελεσματικότερα τους πολίτες. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στα ΜΜΕ, που επενδύουν περισσότερο χρόνο στην ψυχαγωγία και τον εντυπωσιασμό με στόχο την τηλεθέαση και την επισκεψιμότητα. Έτσι, η πολύπλοκη πραγματικότητα απλοποιείται. Στο θέατρο, ίσως λόγω κλίμακας, διατηρείται ακόμα η ευχέρεια της πολυπλοκότητας. Να μη λες «άσπρο- μαύρο», αλλά να λες «γκρι» και ν’ αφήνεις τους θεατές να κάνουν τη δική τους ερμηνεία, να βγάζουν τα δικά τους συμπεράσματα, αντί να είναι υποχρεωμένοι να επιλέξουν πλευρά.
–Πιστεύετε ότι αυτό που θεωρούμε σήμερα εξέλιξη λειτουργεί υπέρ του είδους μας; Εξαρτάται τι εννοεί κανείς «εξέλιξη». Την τεχνολογία; Την ανάπτυξη; Αν εννοούμε τη δαρβινική εξέλιξη, συμβαίνει αυτόματα, ανεπαίσθητα και αμετάκλητα. Αν εννοούμε την πρόοδο, τότε έχει σχέση με το πώς χρησιμοποιούμε τα εργαλεία μας. Μ’ ένα σφυρί μπορείς να φτιάξεις ένα σπίτι, αλλά και να σπάσεις ένα κεφάλι. Κατανοώ την ανησυχία για την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά επίσης προσδοκώ ότι οι μεγαλύτερες εξελίξεις στην ιατρική τις επόμενες δεκαετίες αναμένονται χάρη σ’ αυτή. Σημασία έχει η ηθική προσέγγιση ως προς τη χρήση της τεχνολογίας. Είναι παλιό το ζήτημα. Δεν έχει να κάνει με τα smartphones, την παρακολούθηση, την τεχνητή νοημοσύνη, τους δορυφόρους. Η εφεύρεση της ατομικής βόμβας αποκάλυψε στο ανθρώπινο είδος όλα τα διλήμματα που τίθενται ως προς τη διαχείριση της τεχνολογίας. Το ζήτημα είναι μέχρι ποιο σημείο είμαστε διατεθειμένοι να την αναπτύξουμε, γνωρίζοντας πλέον καλά ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την καταστροφή μας.
–Τόσο δύσκολο είναι να ορίσουμε ένα πλαίσιο ηθικής χρήσης της τεχνολογίας για το καλό της ανθρωπότητας; Ρόλος της δημοκρατίας είναι να δημιουργήσει και το συγκείμενο ώστε να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε σωστά αυτά που μπορούμε να εφεύρουμε. Είμαστε εκπληκτικά όντα, ικανότατα σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο να επινοήσουμε αξιοθαύμαστα πράγματα που αλλάζουν τον κόσμο προς το καλύτερο. Το ζήτημα είναι να τα αξιοποιήσουμε για να βελτιώσουμε τον κόσμο, όχι να τον καταστρέψουμε. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η τεχνολογία θα παίζει όλο και πιο σημαντικό ρόλο στη ζωή μας. Θα πρέπει να μας απασχολήσει η κατανόηση πώς θα οικοδομήσουμε μια ηθική της τεχνολογίας και πώς θα διαχειριστούμε τους πόρους του πλανήτη, ούτως ώστε οι επόμενες γενιές να μην καταδικαστούν για πάντα να ζουν χειρότερα. Έχω μια κόρη 23 ετών και κάποτε σκέφτομαι ότι ανήκει στην πρώτη γενιά στην Ιστορία που γνωρίζει ότι θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη. Εμείς οι τωρινοί ενήλικες, είμαστε οι τελευταίοι εδώ και εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια που μπορούμε να πούμε ότι μεγαλώσαμε πιστεύοντας κι ελπίζοντας ότι θα ζήσουμε καλύτερα από τους γονείς μας.
–Ακούγεστε σίγουρος ως προς αυτό… Δεν είμαι σίγουρος αν όντως θα ζήσουν χειρότερα, αλλά έχω την αίσθηση ότι έτσι πιστεύουν οι ίδιοι. Μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων, οι επόμενοι ενήλικες, έχουν λόγους να φοβούνται ότι λόγω της κλιματικής αλλαγής, των πολέμων και των συνεπειών της τεχνολογικής προόδου, θα ζήσουν χειρότερα από εμάς. Αυτό είναι μια τεράστια αλλαγή, γιατί ως ανθρωπότητα είμαστε προγραμματισμένοι να σκεφτόμαστε και τις επόμενες γενιές, ευελπιστώντας ότι θα έχουν καλύτερη ζωή. Αυτός ο τρόπος σκέψης τίθεται για πρώτη φορά σε κίνδυνο, με ό,τι συνεπάγεται η απουσία ελπίδας.

–Ποια η σημασία της τέχνης ή μιας ζωντανής παράστασης στον απελπισμένο κόσμο μας; Η τέχνη θα είναι πάντα ένα πεδίο διαλόγου. Από την Αντιγόνη, μέχρι τη Μόνα Λίζα, είναι ένα παντοτινό μυστήριο για το οποίο μπορούμε πάντα να συζητάμε. Δεν χρειάζεται να αιτιολογήσουμε γιατί κάνουμε τέχνη. Είναι μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Της ίδιας της ύπαρξης. Οι τέχνες προσφέρουν άλλους κόσμους και ιδέες που δεν θα μπορούσαμε να προσπελάσουμε αλλιώς. Η τέχνη ερεθίζει επίσης τη φαντασία, εμπλουτίζοντας τις ζωές μας. Είναι αδιόρατη και κάποιος θα μπορούσε να την αποκαλέσει και ανώφελη. Αλλά είναι όπως όταν ρωτάς ετοιμοθάνατους ανθρώπους τι βρήκαν σημαντικό στη ζωή. Οι πλείστοι αναφέρονται σε πράγματα αδιόρατα, μη χειροπιαστά: την αγάπη, τη φιλία, τις αναμνήσεις, τον χρόνο που πέρασαν με αγαπημένα πρόσωπα, ένα τραγούδι κ.ο.κ. Είμαστε, ουσιαστικά, φτιαγμένοι από εμπειρίες και αναμνήσεις. Η καλλιτεχνική δημιουργία, λοιπόν, θα συμβεί ούτως ή άλλως: στη δημοκρατία, στη δικτατορία, στον πόλεμο, στην ειρήνη, στην έρημο ή στη ζούγκλα. Μέσα στις σπηλιές, πριν ακόμη καταφέρουμε να αρθρώσουμε ομιλία, ήμασταν ήδη καλλιτέχνες. Η τέχνη είναι μακροπρόθεσμη, παντοτινή. Αλλά και βραχυπρόθεσμα, είναι ένα πεδίο όπου μπορούμε να διαφωνούμε αναίμακτα. Η λέξη «debate» είναι λατινογενής. Προέρχεται από το «debattere», το αντίθετο του «χτυπώ». Οι άνθρωποι συζητούν και αντιδικούν για να μην αλληλοσπαράζονται.
–Πώς η εμπειρία σας στο Φεστιβάλ της Αβινιόν επηρεάζει την κοσμοθεωρία σας; Πιστεύω στη δημόσια υπηρεσία πολιτισμού, επειδή θεωρώ ότι όλοι πρέπει να έχουν το δημοκρατικό δικαίωμα της πρόσβασης σ’ αυτή την εμπειρία. Εργάστηκα στον τομέα στην Πορτογαλία και τώρα στη Γαλλία, με γνώμονα να διασφαλίσω ότι όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι πρέπει να έχουν επαφή με την τέχνη. Αλλαξε τη δική μου ζωή, οπότε μπορεί ν’ αλλάξει και κάποιου άλλου. Ως καλλιτέχνης και διευθυντής φεστιβάλ, αυτό που με παθιάζει είναι ν’ ανακαλύπτω διαφορετικούς τρόπους να κοιτάζω τον κόσμο. Όταν συναναστρέφομαι με ανθρώπους που τον βλέπουν αλλιώτικα, είναι σαν να ταξιδεύω σε άλλη χώρα. Όταν συζητώ για την Πορτογαλία με κάποιον που τη βλέπει διαφορετικά, είναι σαν να μαθαίνω τη χώρα μου.
- INFO Διεθνές Φεστιβάλ Λευκωσίας, «Η Καταρίνα και η ομορφιά να σκοτώνεις φασίστες», Λευκωσία, Δημοτικό Θέατρο, 10 & 11/12, 8.30μ.μ. Sold Out Tickets, καταστήματα Stephanis και ταμείο θεάτρου
Ελεύθερα, 17.11.2024