Μετά τη βράβευση του βιβλίου της «Πού πήγαν τα φαντάσματα;» η λογοτέχνης κερδίζει για δεύτερη φορά το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για Μικρά Παιδιά με το βιβλίο της «Τα παπούτσια της δασκάλας». Η ίδια, η οποία είναι εκπαιδευτικός, λέει πως έγραψε αυτή την ιστορία για τα παιδιά που θέλουν να ακολουθήσουν τα όνειρα τους και εκείνους που τους είπαν ότι δεν μπορούν να τα καταφέρουν. 

-Τι σημαίνει η βράβευση σας για δεύτερη φορά; Για μένα προσωπικά είναι μεγάλη χαρά, τιμή και νιώθω ευγνωμοσύνη. Το βραβείο όμως το μοιράζομαι μαζί με τη Ντόρις Μυριανθέα που είναι η πραγματική ηρωίδα του βιβλίου, αλλά και με τα παιδιά που τα σχέδια τους βρίσκονται στο βιβλίο. Και βέβαια την εικονογράφο μου Χρύσω Χαραλάμπους.

Το βιβλίο σας επικεντρώνεται στο θέμα των έμφυλων στερεοτύπων και αποκλεισμών στον χώρο του αθλητισμού. Ποιο ήταν το έναυσμα; Το έναυσμα ήταν μια συνάδελφος μου, η Ντόρις Μυριανθέα. Δασκάλα ειδικής αγωγής που είναι ταυτόχρονα και διαιτητής ποδοσφαίρου. Παρόλο που εργαζόταν χρόνια στο σχολείο, τα παιδιά δεν γνώριζαν την άλλη της ιδιότητα. Πολλές φορές την ώρα του διαλείμματος είχα ακούσει τα αγόρια να λένε στα κορίτσια «δεν τρέχεις γρήγορα, τρέχεις σαν κορίτσι». Όταν τα κορίτσια ήθελαν να παίξουν ποδόσφαιρο έλεγαν ότι το ποδόσφαιρο είναι μόνο για αγόρια. Από την άλλη, έβλεπα την Ντόρις λυπημένη, μετά από αγώνες όπου είχε δεχτεί λεκτική και ψυχολογική βία. Δεν τα παράτησε όμως. Πάντα μου έκανε εντύπωση που κανένα μέσο δεν ασχολήθηκε ποτέ με τις γυναίκες διαιτητές στην Κύπρο. Διερωτηθήκατε τι πρότυπα γυναικών προβάλλονται από την τηλεόραση, τα περιοδικά, τα διάφορα Μέσα; Αποφάσισα λοιπόν να γράψω αυτό το βιβλίο. Για τα παιδιά που θέλουν να ακολουθήσουν τα όνειρά τους και γι’ αυτούς που τους είπαν ότι δεν μπορούν να τα καταφέρουν.  

Η Ντόρις Μυριανθέα, διαιτητής ποδοσφαίρου.

Πώς επιλέξατε να γίνετε συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας; Δεν είχα ποτέ στόχο να γίνω συγγραφέας. Μια μέρα όμως που δεν θα ξεχάσω ποτέ, ήρθε μια μητέρα στην τάξη και μου ανακοίνωσε ότι είχε πεθάνει ο σύζυγός της από καρκίνο. Το παιδί που έχασε τον πατέρα του, έμενε για ατέλειωτες ώρες κάτω από το θρανίο και δεν έβγαινε. Δεν ήξερα τι να κάνω. Άρχισα να του αφήνω παραμύθια κάτω από το θρανίο και συνέχιζα το μάθημα. Τον έβλεπα που τα διάβαζε ή τα φυλλομετρούσε. Μετά από μέρες άρχισε να κάθεται στην καρέκλα του. Συνειδητοποίησα τη μεγάλη δύναμη που έχουν τα παραμύθια. Και κάπως έτσι άρχισα να γράφω.

Ποιος είναι ο κυριότερος στόχος σας όταν γράφετε για παιδιά; Να σας πω ποιος ΔΕΝ είναι ο στόχος μου. Ποτέ δεν είχα, ούτε έχω, στόχο να διδάξω. Θα σας απαντήσω με τα λόγια του αγαπημένου μου παραμυθά Τζιάνι Ροντάρι «Θα ήθελα να φτάνω σε σας, σαν ένας σύντροφος παιγνιδιού, σαν κάποιος π’ ανάβει μια φωτιά, που κρατάει ζωηρό ένα διάλογο, που βοηθάει να βλέπεις τον κόσμο, ν’ αγαπάς τη ζωή. Στο σχολείο θα ήθελα το βιβλίο μου να μπορούσε να γίνει ένα στοιχείο της συνομιλίας ανάμεσα σε εκπαιδευτικό και μαθητές, όπως η πρώτη σελίδα μιας ιστορίας που θα πρέπει να γράφουν χωρίς μολύβι, μιλώντας για τόσα πράγματα, κριτικάροντάς ό,τι τους πήγαινε να κριτικάρουν ακόμα κι αρνούμενοι…».

Ποιος ο ρόλος του σχολείου και των γονιών στο να αγαπήσουν τα παιδιά τα βιβλία; Αν οι γονείς τους διαβάζουν ή τους διαβάζουν, αν γύρω τους έχουν βιβλία παιδικής λογοτεχνίας, αν πηγαίνουν μαζί σε δημόσιες βιβλιοθήκες, θα συνδέσουν  το βιβλίο με την αγάπη των γονέων τους. Ο ρόλος του σχολείου είναι σημαντικός. Πρέπει να δώσει μέσα από προγράμματα φιλαναγνωσίας νέους κόσμους στο παιδί, να ταξιδέψει, να διασκεδάσει, να το φέρει σε επαφή με σπουδαίους δημιουργούς. Nα δημιουργήσει κοινότητες αναγνωστών και να προσφέρει όμορφες αναγνωστικές εμπειρίες στα παιδιά και τους εφήβους.  

Τα παπούτσια της δασκάλας

Εκδ. Καλειδοσκόπιο

Σελ. 49

Τιμή €14,90