Ο βραβευμένος Έλληνας λογοτέχνης Χρήστος Οικονόμου ταξιδεύει από την Αθήνα στην Κύπρο, με πρόσκληση του Βιβλιοτρόπιου, για μια συζήτηση με θέμα τη συγγραφή και τη λογοτεχνία. Όπως λέει, προσπαθεί να γράφει «ιστορίες γόνιμες, ιστορίες που εμπνέουν, ιστορίες που σε παρακινούν να δημιουργήσεις κάτι δικό σου — μια δική σου εικόνα, μια δική σου εμπειρία, μια δική σου ιστορία».              

Έρχεστε στην Κύπρο για μια συνομιλία με τον συγγραφέα Αιμίλιο Σολωμού στο Βιβλιοτρόπιο, με θέμα «Η δοκιμασία της αφήγησης». Είναι δοκιμασία η συγγραφή ενός βιβλίου; Όταν γράφεις ένα βιβλίο, προσπαθείς, ανάμεσα σε άλλα, να βάλεις την κατάλληλη λέξη στην κατάλληλη θέση. Συνεπώς, η συγγραφή είναι οπωσδήποτε μια δοκιμασία — όχι όμως μόνο με την έννοια της αντιξοότητας και της δυσκολίας αλλά και με την έννοια του ελέγχου, του πειραματισμού, της δοκιμής. Δοκιμάζεις και δοκιμάζεσαι.

Τι σας οδήγησε στα μονοπάτια της συγγραφής; Δεν ήταν κάτι που συνέβη συνειδητά. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που ήξεραν από γεννησιμιού τους ότι θα γίνουν συγγραφείς, ή που αποφάσισαν κάποια στιγμή ότι θα γίνουν συγγραφείς όταν μεγαλώσουν. Νομίζω ότι ήρθε από μόνο του — δεν ξέρω γιατί και πώς.  Άρχισα να γράφω την πρώτη μου ιστορία στα δώδεκα και την ολοκλήρωσα δύο χρόνια μετά. Φαντάζομαι ότι έπαιξε κάποιο ρόλο το γεγονός ότι μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου οι άνθρωποι έλεγαν (και άκουγαν) πολλές ιστορίες.  Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ελάχιστα πράματα με ευχαριστούν περισσότερο από το να ακούω ιστορίες. Και επειδή οι ιστορίες των άλλων δεν είναι πάντα διαθέσιμες, αρχίζεις κάποια στιγμή να φτιάχνεις τις δικές σου, για να καλύψεις το κενό. Είναι ζήτημα επάρκειας, νομίζω. 

Πώς ξεκινάτε να βάζετε στο χαρτί μια ιστορία; Ακούω φωνές. Από εκεί ξεκινούν σχεδόν όλες οι ιστορίες που γράφω — από μια φωνή που μου λέει κάτι. Αν η φωνή είναι καθαρή και επίμονη και αν αυτά που λέει μού φαίνονται ενδιαφέροντα, αρχίζω το γράψε-σβήσε. Γράφοντας και σβήνοντας, η φωνή αρχίζει να αποκτά πρόσωπο, πνοή, σάρκα και οστά. Αφηγούμαι μια ιστορία σημαίνει δείχνω μια ιστορία — αλλά για να δείξεις κάτι, πρέπει πρώτα να το δεις, να το ακούσεις, να το κάνεις κομμάτι της ζωής σου. Γράφω αργά γιατί χρειάζομαι χρόνο να ακούσω την ιστορία, να τη δω, να τη νιώσω — και, φυσικά, να την πιστέψω.  Όπως έχω πει πολλές φορές, για μένα το γράψιμο είναι μια πράξη πίστης. Για να γράψω μια ιστορία, πρέπει πρώτα να την πιστέψω. Για να την πιστέψω, πρέπει να βγω από τον εαυτό μου — να γίνω κάποιος άλλος, να πάω κάπου αλλού, να κάνω κάτι άλλο. Η πίστη είναι η δίδυμη αδελφή της φαντασίας. 

Δουλέψατε αρκετά χρόνια στον χώρο της δημοσιογραφίας. Αυτή η εμπειρία πόσο σας επηρέασε ως συγγραφέα; Η δημοσιογραφία μού έμαθε, νομίζω, να λέω περισσότερα πράγματα με λιγότερα λόγια. Μου έμαθε ότι οι λέξεις πρέπει να έχουν βάρος, χωρίς να γίνονται βαρίδια. Να είναι γερά καρφωμένες στο χαρτί για να μη λασκάρουν, ούτε να μπαλαντζάρουν. Επίσης, επειδή για πολλά χρόνια ήμουν δημοσιογράφος του δρόμου, όχι του γραφείου, έτυχε να γνωρίσω πρόσωπα και να δω πράγματα που θα ήταν μάλλον απίθανο να γνωρίσω και να δω αν έκανα κάποια άλλη δουλειά.  

Ποια βιβλία ή συγγραφείς σάς έχουν καθορίσει ως άνθρωπο και ως συγγραφέα; Ο μεν κατάλογος μακρύς, ο δε χώρος βραχύς. Νομίζω ότι αν διαβάζει κανείς συστηματικά, για πολλά χρόνια, τα όρια μεταξύ βιβλίων και συγγραφέων αρχίζουν να χάνονται — όλα γίνονται ένα ίζημα που κατασταλάζει μέσα σου, χωρίς να είσαι σε θέση πλέον να διακρίνεις τα συστατικά του. Και το ίζημα αυτό (μαζί με τη συσσωρευμένη πείρα της ζωής) είναι το λίπασμα που σε βοηθά να κάνεις πιο γόνιμο το έργο σου. Αυτό προσπαθώ να κάνω: Να γράφω ιστορίες γόνιμες, ιστορίες που εμπνέουν, ιστορίες που σε παρακινούν να δημιουργήσεις κάτι δικό σου — μια δική σου εικόνα, μια δική σου εμπειρία, μια δική σου ιστορία.    

Προβάλετε δικά σας βιώματα πάνω στους ήρωές σας; Δεν έχω ιδέα — αυτά τα πράγματα, απ’ όσο μπορώ να πω, γίνονται ασυναίσθητα, υποδόρια, υποσυνείδητα. Το σημαντικότερο —και αυτό που με συγκινεί και με ταράζει περισσότερο— είναι η προβολή των δικών τους βιωμάτων σ’ εμένα. Αν δεν συμβεί αυτό, δεν υπάρχει ιστορία. Το γράψιμο είναι ανοιχτός λογαριασμός, είναι πάρε-δώσε, είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης. Είμαι από εκείνους που θέλουν να χορεύουν με τους ήρωές τους, και όχι να στέκονται σε μια γωνιά και να τους παρατηρούν να χορεύουν μόνοι τους.    

Η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να επηρεάζει τη συνείδηση των ανθρώπων; Σίγουρα έχει τη δύναμη να επηρεάζει τη δική μου συνείδηση. Είμαι βέβαιος, αν και δεν μπορώ να το αποδείξω, ότι ο τρόπος που βλέπω τον εαυτό μου, τους άλλους ανθρώπους, τη ζωή, τον κόσμο, την ιστορία, φιλτράρεται μέσα από όσα διαβάζω και γράφω. Για γίνει όμως αυτό δεν αρκεί να ανοίξεις ένα βιβλίο, χρειάζεται να ανοιχτείς και εσύ στο βιβλίο. Όπως το βιβλίο σε αφήνει να το διαβάσεις, έτσι πρέπει να αφήσεις και το βιβλίο να διαβάσει εσένα. Τα βιβλία (ή, τέλος πάντων, τα αξιανάγνωστα βιβλία) είναι ζωντανά πλάσματα:  Όπως εσύ έχεις απαιτήσεις απ’ αυτά, έτσι και αυτά έχουν απαιτήσεις από σένα.   

Ποιο είναι το πιο σημαντικό πράγμα που διδάσκετε στους μαθητές σας στα μαθήματα δημιουργικής γραφής; Προσπαθώ να τους πείσω ότι για να γράψει κανείς, χρειάζεται να κάνει τρία πολύ σημαντικά πράγματα: Να διαβάζει, να διαβάζει και να διαβάζει.

 -Έχετε τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, το Prix Littéraire des Jeunes Europeens, το Chowdhury Prize in Literature, το O. Henry Prize for Short Fiction και με άλλα βραβεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τι σημαίνουν αυτά τα βραβεία για σας; Τα βραβεία, σε ό,τι με αφορά, είναι μια μορφή ενθάρρυνσης, μια παρότρυνση για να συνεχίσεις να ρίχνεις πέτρες στο νερό και να παρακολουθείς τους κύκλους να απλώνονται και να μεγαλώνουν.

Λεμεσός, Ξυδάδικο. Το Βιβλιοτρόπιο οργανώνει μια συζήτηση ανάμεσα στους συγγραφείς Χρήστο Οικονόμου και Αιμίλιο Σολωμού με θέμα «Η δοκιμασία της αφήγησης», την Παρασκευή 1η Νοεμβρίου στις 19:30 – 99 667599