Από το Βερολίνο, όπου ζει και εργάζεται στην εκπαίδευση, ο Γιώργος Παναγή έρχεται στην Κύπρο για να παρουσιάσει το πρώτο του μυθιστόρημα «Χωριό Ποτέµκιν». Πυκνό στην υφή, πολύμορφο και σπονδυλωτό, μεταφέρει τον αναγνώστη στις µεταµορφώσεις της πόλης του Βερολίνου τα τελευταία εκατό χρόνια και ανιχνεύει τις δυνάµεις που διαµόρφωσαν την ταυτότητα του σύγχρονου Ευρωπαίου.

Η αναφορά στον όρο «χωριό Ποτέμκιν» πώς συνδέεται με την πλοκή; Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Γρηγόριος Ποτέμκιν εντεταλμένος να προσαρτήσει την Κριμαία, το 1787, έστηνε και ξανάστηνε τις προσόψεις πλαστών συνοικισμών κατά μήκος του Δνείπερου όποτε περνούσε η αυτοκράτειρα Αικατερίνη, καθισμένη στο ποταμόπλοιό της, για να επιθεωρήσει την πρόοδο του έργου. Το μυθιστόρημα συνθέτουν έξι ιστορίες που απεικονίζουν τις μεταμορφώσεις του Βερολίνου από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα μέχρι σήμερα. Ο τίτλος λειτουργεί ως μεταφορά για την ίδια την πόλη που επιχειρεί κάθε φορά να φέρει εις πέρας την καινούρια «εντολή» της Ιστορίας (δημοκρατία, φασισμός, σοσιαλισμός) αλλάζοντας άρδην τα σκηνικά της, μόνο και μόνο για να καταλήξει με τα ερείπια μιας πραγματικότητας που οι κάτοικοι της είχαν πειστεί, όσο κρατούσε, ότι θα μεταμόρφωνε το πρόσωπο του κόσμου για πάντα.

Εκτός από την πόλη του Βερολίνου, ποιο άλλο νήμα συνδέει τους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους; Οι ήρωες των ιστοριών είναι «απλοί άνθρωποι», δεν συνιστούν δηλαδή φορείς μιας κάποιας ιδιαίτερης μοίρας. Μοιάζουν με αβαρές σώμα που ρίχνεται στο ποτάμι της Ιστορίας και που οι αλλοπρόσαλλες κινήσεις του μάς αποκαλύπτουν τη φορά των μυστικών ρευμάτων στα βάθη. Ακόμα και όταν οι ήρωες ενεργούν, οι αντιδράσεις τους υπαγορεύονται από τις πολύ ιδιαίτερες ορίζουσες που η ιστορική εποχή μοιάζει να τους έχει επιβάλει, ακινητοποιώντας τους μέσα στους θαλάμους του εργαστηρίου της. Αυτό που τους ενώνει τελικά είναι το ότι απεικονίζουν με τη μοίρα τους την ευθραυστότητα των πλαστών σκηνικών που η πόλη συγχέει σε κάθε δεκαετία του βιβλίου με το αληθινό της πρόσωπο.

Πώς σε έχει επηρεάσει ως άνθρωπο και ως συγγραφέα η ζωή στο Βερολίνο; Όταν μετακόμισα το 2013 το Βερολίνο είχε μια φήμη «αβαντγκαρντισμού»: όλες τις τάσεις της εποχής (την ελευθεριότητα, τους πειραματισμούς με την ατομική ταυτότητα, τις ιδέες) η πόλη έμοιαζε να τις εναγκαλίζεται με τόλμη και να τις εξωθεί στα άκρα. Μια σύντομη αναδρομή στον προηγούμενο αιώνα και διαπιστώνει κανείς πως η έφεση αυτή ανήκει εδώ και δεκαετίες, τρόπον τινά, στα αντανακλαστικά της πόλης. Απ’ αυτή την άποψη το Βερολίνο είναι φαουστικό: δε διστάζει να προσαρμοστεί κάθε φορά στο νέο πνεύμα των καιρών και στο διαφαινόμενο «μέλλον» του, ακόμα και αν χρειαστεί να ξηλώσει σαν σκηνικά παράστασης τον κόσμο στον οποίο επένδυε μόλις πριν από λίγο την πίστη και την ενέργειά του για να ανταποκριθεί στα νέα αιτήματα της εποχής.

-Τι μαθαίνει κανείς ως Βερολινέζος; Πως η ατομική ταυτότητα, τόσο απαραίτητη για να ζεις, αποτελεί στην πραγματικότητα κάτι εύθραυστο και αυτοσχέδιο, που αρκεί μια μετατόπιση των καιρών για να τεθεί υπό αμφισβήτηση ή υπό διαπραγμάτευση. Η συνθήκη αυτή μοιάζει να εξωθεί πολλούς κατοίκους στα όρια μιας συνεχούς κατάρρευσης ή μεταμόρφωσης. Ως συγγραφέας έχει κανείς σ’ αυτό το σημείο παραδόξως ένα προνόμιο: η αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και το «είναι» αποτελεί κάτι που μπορεί να διαχειριστεί ευκολότερα από άλλους μετατρέποντάς το στο διφορούμενο παραμύθι της αφήγησης.

Πώς αντιλαμβάνεσαι την έννοια της «μνήμης» στην προσωπική και συλλογική ταυτότητα; Στις κοινωνίες που μέχρι πρόσφατα αποκαλούσαμε «παραδοσιακές», όπου δηλαδή ο ρυθμός της αλλαγής ήταν αρκετά βραδύς ώστε να δίνει στους θεσμούς και τη φυσιογνωμία τους τη ψευδαίσθηση μιας μονιμότητας, η μνήμη όφειλε να παίξει, σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο, καθοριστικό ρόλο συνοχής και συντήρησης: να διατηρεί μια όσο το δυνατόν πιστότερη εικόνα του κόσμου έτσι όπως αυτός εμφανιζόταν τόσο στο μυαλό μας όσο κι εκεί έξω, στην πραγματικότητα. Εδώ και δεκαετίες αυτό δεν είναι πια το πρότυπο του κόσμου μας. Οι ραγδαίες εξελίξεις στις ιδεολογίες και την τεχνολογική πρόοδο καθιστούν τη ζωή μιας κοινωνίας ή ενός ατόμου σχεδόν ένα ποτάμι στο οποίο δεν μπορεί να εισέλθει κανείς δύο φορές. Υπ’ αυτές τις συνθήκες η ίδια η μνήμη μεταμορφώνεται: δεν μπορεί να περιοριστεί στον ρόλο του να επιβεβαιώνει την απαράλλαχτη ταυτότητά μας, αλλά του να γεφυρώνει το αναπόφευκτο χάσμα που προκύπτει ανάμεσα στη μία ταυτότητα και την άλλη, όπως τις φέρνουν στο προσκήνιο κάθε φορά οι επιταγές των καιρών. Είναι ίσως αναπόφευκτο να εμφανίζεται τότε διαστρεβλωμένη, σαν να ρετουσάρει πιο πολύ απ’ ό,τι να απαθανατίζει, προκειμένου η συνοχή του κόσμου του ατόμου ή των ατόμων να διατηρεί μια επίφαση συνεκτικότητας. Η ιστορία της πόλης του Βερολίνου τα τελευταία εκατό χρόνια είναι ίσως ενδεικτική αυτής της μεταμόρφωσης. Γι’ αυτό, ως προς αυτό το σημείο, οι ήρωες μου δυσκολεύονται ή αποτυγχάνουν.

Είναι ανηφορική ή κατηφορική η διαδικασία της γραφής; Το πιο πιθανόν και τα δύο, ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνεται τον κόσμο αυτός που τη μεταχειρίζεται. Υπάρχουν συγγραφείς που θεωρούν τη γραφή σαν μια ανάβαση μέσα από τον κόσμο των φαινομένων προς τα δροσερά ύψη μιας κάποιας αιώνιας και κρυμμένης αλήθειας. Προσωπικά, τη βιώνω περισσότερο σαν μία κατάδυση: μέσα από τις επιφάνειες της ανθρώπινης ζωής επιχειρεί να διακρίνει κανείς το κρυμμένο μάγμα στα βάθη, τον πυρήνα χάους και αστάθειας που στηρίζει όλες μας τις βεβαιότητες και ψευδαισθήσεις. Το νερό είναι θολό στα βάθη και για να διακρίνει κανείς το παραμικρό απαιτείται μια επίπονη προσπάθεια να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά και το βλέμμα του διαυγές.

«Χωριό Ποτέμκιν»
Εκδ. Τόπος
Σελ. 480
Τιμή: €17.70
  • Το βιβλίο παρουσιάζεται την Τρίτη 22 Οκτωβρίου στο Τεχνοδρόμιο στη Λεμεσό με ομιλήτρια τη συγγραφέα Λουίζα Παπαλοΐζου και την Πέμπτη 24 Οκτωβρίου στο Καφενείο Πρόζακ στη Λευκωσία με ομιλήτρια τη συγγραφέα Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου. Ώρα έναρξης: 7μ.μ.

Ελεύθερα, 20.10.2024