«Οδοιπορικό στην κατεχόμενη Λεύκα με ξεναγό τον Μεχμέτ Γιασίν». Αυτός θα ήταν ένας πιασάρικος υπότιτλος για ένα κοινότυπο κείμενο, ρεπορτάζ ή συνέντευξη και εκ πρώτης, επιδερμικής όψεως μοιάζει να είναι ακριβής. Όμως, ξεχάστε το. Αυτό που θα διαβάσετε είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Είναι περισσότερο μια ιαχή απογοήτευσης για τη βερσιονιστική αφήγηση και πώς αυτή έχει διαμορφώσει –ή πελεκίσει- τη λεγόμενη κυπριακή ταυτότητα, κατά τον τρόπο που οι ιστορικές και πολιτιστικές πολυπλοκότητες συχνότατα απλοποιούνται ή αγνοούνται υπέρ αφηγήσεων που προωθούν μια ψευδή αίσθηση: είτε διαχωρισμού, είτε ενότητας μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.  

Είναι πρόκληση να καταφέρεις να βρεις λέξεις για να περιγράψεις μια κοινή ή παράλληλη ιστορία, σημαδεμένη από τη σύγκρουση και τη διαίρεση χωρίς να καταντάς μεμψίμοιρος και στρυφνός- πλην όμως πολιτικά ορθός και αρεστός. Να πατάς πάνω στα συντρίμμια στιβαρών και κυρίαρχων, αλλά χρεοκοπημένων αφηγημάτων που απλοποιούν ή διαστρεβλώνουν την ουσία.

Η Λεύκα σήμερα. © Γιώργος Σαββινίδης.

Αυτό λοιπόν δεν είναι ένα ταξιδιωτικό κείμενο. Και η Λεύκα δεν είναι μια τυπική κατεχόμενη πόλη, αφού ήδη από τη δεκαετία του ’50 ήταν σχεδόν αμιγώς κατοικημένη από το τουρκόφωνο στοιχείο και οι μυλόπετρες της σύγχρονης ιστορίας αυτού του νησιού τη μετέτρεψαν σε σκληροπυρηνικό θύλακα, ένα απάγκιο αυτοεγκλωβισμού για τη μουσουλμανική μειονότητα πολύ πριν το βίαιο σχίσιμο του χάρτη. Ο Μεχμέτ Γιασίν, εξάλλου, απεκδύθηκε εξαρχής την ιδιότητα του ξεναγού. Κι αυτό επειδή η Λεύκα, η πόλη που μεγάλωσε, όπως και η Νεάπολη Λευκωσίας, η πάλαι ποτέ κοσμπολίτικη συνοικία όπου γεννήθηκε, είναι τα δύο σημεία πάνω στον πλανήτη όπου ίσως αισθάνεται περισσότερο ξένος από οπουδήποτε αλλού. 

Αυτό είναι λοιπόν περισσότερο ένα νοητό οδοιπορικό στην κοσμοθεωρία ενός από τους σημαντικότερους λογοτέχνες που γεννήθηκαν στο νησί και μια απόπειρα κατόπτευσης όσων τη διαμόρφωσαν. Σκοπός του ταξιδιού ήταν μια κοινή κλεφτή ματιά στη χαραμάδα του χρόνου, στο χωριό που μεγάλωσε· το σχολείο του· το δέντρο που τον ενέπνευσε να γράψει το πρώτο του ποίημα· τη δασκάλα του την κυρία Πεμπέ –ακμαιότατη σήμερα κοντά στα 90 της- που του έμαθε τα πρώτα του γράμματα· το σπίτι που έζησε με την επίσης δασκάλα μητέρα του (στο κατάλυμα των δασκάλων)· το παρακείμενο «κοιμητήριο μαρτύρων» από το 1964 και το 1974. Ο ίδιος ήταν μικρό παιδί όταν έβλεπε με τα μάτια του τα πτώματα να μεταφέρονται μαζικά εκεί πριν θαφτούν. 

Πίνοντας δροσερή σπιτική λεμονάδα στο σπίτι της πρώτης του δασκάλας. © Γιώργος Σαββινίδης.

«Ήταν φορές που δεν ήξερα καν σε ποια γλώσσα να δακρύσω/ έζησα μια ζωή όχι ξένη- μεταφρασμένη,/ η μητρική μου γλώσσα ήταν άλλη,/ η πατρίδα μου άλλη,/ εγώ ο ίδιος ένας άλλος… Δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι ποιητής μιας χώρας» (Καιρός πολέμου)

Στην πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Φαντάρος νεκρός η αγάπη μου», που εκδόθηκε πριν από 40 χρόνια -επέτειος που αποτέλεσε φέτος αφορμή για σειρά πολιτιστικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων σε Κύπρο, Τουρκία, Ελλάδα και Αγγλία– υπάρχει ένα ποίημα που λέγεται «Η Ιθάκη δεν υπάρχει». Μια αίσθηση ξεριζώματος και αποξένωσης σε μέρη που θα έπρεπε να νιώθει οικεία, αλλά και μια ασφυκτικά στενή, λυρική σχέση με τον τόπο και την ιστορία του είναι διάχυτη στο έργο του, όπως και στην προσωπικότητά του.

Είναι ωστόσο φανερό ότι στην πορεία οι πολιτικές και πολιτισμικές μεταβολές έχουν επηρεάσει τη σχέση του με την Κύπρο. Δεν είναι εύκολο να θέτεις τις πολυπλοκότητες της εντόπιας ταυτότητας και λογοτεχνίας μέσα από ένα έργο που ξεπερνά τους περιορισμούς των εθνικών- εθνικιστικών αφηγήσεων. Η λογοτεχνία λειτουργεί ως μέσο έκφρασης ενός κοινού, πολύμορφου ιδιώματος, αποθεώνοντας τις διαφορετικές λοξοδρομήσεις στην ιστορία της Κύπρου. Γι’ αυτό και συνιστά «ανωμαλία» το γεγονός ότι οι Ελληνοκύπριοι ελάχιστα ενδιαφέρονται για την τουρκοκυπριακή λογοτεχνία, που είναι προϊόν της ίδιας της χώρας τους. 

Η προσέγγιση του Μεχμέτ Γιασίν στην αφήγηση ιστοριών τονίζει τη σημασία της αοριστίας και της προσωπικής εμπειρίας. Πλοηγείται στην ταυτότητά του και στην κληρονομιά του μέσω της μυθοπλασίας. Και προτιμά να μεταβολίζει τις προσωπικές του αναμνήσεις και εμπειρίες σε λογοτεχνία. «Αν θέλεις να γνωρίσεις έναν ποιητή, έναν συγγραφέα, πρέπει να διαβάσεις τα βιβλία του. Ακόμα κι αν πρόκειται για ‘μυθ-ιστορήματα’, η κοσμοθεωρία του, τα βιώματά του, είναι όλα είναι εκεί. Η φαντασία έχει πάντα τις ρίζες στην αλήθεια. Χρησιμοποιείς το υποθετικό υλικό για να παράξεις μυθοπλασία, που είναι εν μέρει αληθινή αλλιώς δεν μπορεί να συγκινήσει τον αναγνώστη» μού λέει καθώς περπατάμε κιόλας στα σοκάκια της Λεύκας. 

Ο οικοδεσπότης Σόλωνας

Ο Μεχμέτ Γιασίν με φόντο τον Σόλωνα. © Γιώργος Σαββινίδης.

Στη διαδρομή από το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλλας, όπου μας παρέλαβε με τον Ευαγόρα Βανέζη, μέχρι τη Λεύκα, ανέφερε επανειλημμένα τον θαυμασμό, μέχρι εμμονής, που τρέφει για τον Πλάτωνα, ο οποίος συνειδητά ή ασυνείδητα εμφανίζεται σε κάθε βιβλίο που έγραψε: ποίηση, πεζογραφία, μελέτη, λογοτεχνική κριτική. Ανάλογο θαυμασμό τρέφει και για τον Σόλωνα, τον οποίο η αρχαία παράδοση και φιλολογικές πηγές συνδέουν στενά με την αρχαία πόλη των πλησίων Σόλων.

Ο Μεχμέτ ξεκίνησε να μιλά για τον θρύλο που θέλει τον Αθηναίο νομοθέτη, φιλόσοφο και ποιητή να συμβουλεύει τον βασιλιά Φιλόκυπρο να μετακινήσει την πόλη του από την Αιπεία στους γεωγραφικά καταλληλότερους Σόλους, δίνοντας και το όνομά του στη νέα πόλη. Σχεδόν πριν καν τελειώσει την αφήγηση, «πέφτουμε» μπροστά σ’ ένα τεράστιο γκράφιτι στον τοίχο ενός κεντρικού κτηρίου της Λεύκας, που απεικονίζει τον Σόλωνα με φόντο το αρχαίο θέατρο των Σόλων.

Το φιλοτέχνησε τον Οκτώβριο του 2020 ο Λιβανέζος Ελίας Ζααρούρ, στο πλαίσιο ενός πρότζεκτ της ομάδας Yuka Blent. Στον τοίχο ενός κοντινού κτηρίου είδαμε το ανάλογο γκράφιτι ενός αγρινού ή μουφλόν. 

© Γιώργος Σαββινίδης

Οι ευχάριστες εκπλήξεις για τον Μεχμέτ δεν ήταν πολλές. Η Λεύκα ολοένα και μαραζώνει, αλλάζει, διαβρώνεται. Αλλά όχι με τον τρόπο που αυτό συμβαίνει στην Κερύνεια ή το Τρίκωμο, από τη βάναυση και επιθετική τουρκοποίηση και τουριστική ανάπτυξη, αλλά μάλλον το αντίθετο. Παρά την ιστορική της σημασία για την πορεία του τουρκοκυπριακού στοιχείου, η Λεύκα μαραίνεται λόγω της γεωγραφικής της απομόνωσης (καθώς βρίσκεται κοντά στη γραμμή αντιπαράταξης), της φθίνουσας πολιτικής της σημασίας για το καθεστώς, όσο και της αδιαφορίας. Έτσι, έχει μείνει να βράζει στο ζουμί της και να τρέφεται μόνο από τη συμβολική της αξία. 

© Γιώργος Σαββινίδης

Κάποια στιγμή μού έδειξε τη μοναδική χριστιανική εκκλησία στην πόλη. Είναι η καμαροσκέπαστη Παναγία Ατζεντού, στην ομώνυμη γειτονιά, που έπαψε να λειτουργεί ήδη από τη δεκαετία του ’50 κι έχει εμφανώς παραδοθεί στη φθορά και τη βεβήλωση. Μισογκρεμισμένη, με συνθήματα στους τοίχους, ξηλωμένα τα πάντα.

© Γιώργος Σαββινίδης

Εντυπωσιακό στοιχείο ένα δέντρο που έχει φυτρώσει ψηλά μέσα στον εξωτερικό τοίχο της εκκλησίας. Οι άνθρωποι τη δουλειά τους και η φύση τη δική της.

© Γιώργος Σαββινίδης

Σε έναν άλλον κεντρικό τοίχο της πόλης, αντί για γκράφιτι, δεσπόζουν αμέτρητες «ουλές» από σφαίρες που τον γάζωσαν κατά τις εχθροπραξίες από την κατάληψη της πόλης από τις ελληνοκυπριακές δυνάμεις τον Ιούλιο του 1974.    

Τοίχος διάστικτος από σφαίρες. © Γιώργος Σαββινίδης

Πριν επισκεφθούμε σαν κανονικοί τουρίστες τους Σόλους, ο Μεχμέτ μοιράστηκε μαζί μου ιστορίες για επιφανείς Λευκάτες: έναν που έγινε Μεγάλος Βεζίρης επί οθωμανικής αυτοκρατορίας, μια άλλη που έγινε διάσημη ηθοποιός σπάζοντας στεγανά στον ερωτικό κινηματογράφο στην Τουρκία. Πήγαμε να δούμε κι από κοντά το αποτυχημένο φράγμα που έφτιαξαν με αποικιοκρατική ορμή οι κατοχικές δυνάμεις, αγνοώντας τις εκκλήσεις των ντόπιων και δηλητηριάζοντας έτσι τον υδροφόρο ορίζοντα. 

Το εγκαταλελειμμένο φράγμα που κατασκεύασαν οι κατοχικές δυνάμεις. © Γιώργος Σαββινίδης

«Αντιτιθέμεθα στον διαχωρισμό αναπαράγοντάς τον»

Ο Μεχμέτ είναι ήδη διαχρονικά θυμωμένος και κουρασμένος από τα τεκταινόμενα στην Κύπρο, που τα έχει ζήσει στο πετσί του. Και μου ξεκαθάρισε από την αρχή ότι δεν θέλει να μιλάει γι’ αυτά, όσο κι αν είναι φανερό ότι τον καίνε.

«Αντιτιθέμεθα στον διαχωρισμό αναπαράγοντάς τον» λέει χαρακτηριστικά. «Ξέρεις πόση ενέργεια σπαταλάς όταν ασχολείσαι με τέτοια αντί να γράφεις; Γιατί να ξοδέψω την πολύτιμη ζωή μου για να εξηγώ τον εαυτό μου σε ηλίθιους; Δεν θέλω να ασχολούμαι με την ηλιθιότητα. Δεν νομίζεις ότι θα μπορούσα να κάνω καλύτερα πράγματα;» λέει με φανερή πικρία, αλλά και απολύτως συνειδητά. «Μου επιβάλλουν να αποδεχτώ ότι αυτή είναι η ζωή μου. Αυτή δεν είναι η ζωή μου, ούτε η μοίρα μου. Αυτή είναι μια εξωτερική δύναμη που έρχεται, διακόπτει τη ζωή και υποστηρίζει ότι αυτή είναι η ζωή μου. Ε, λοιπόν, όχι.» Ωστόσο, η περιέργεια με ωθεί να τον παρακούσω. 

«Δεν θέλω την ταμπέλα ούτε του Τούρκου, ούτε του Κύπριου. Είμαι ο Μεχμέτ Γιασίν. Το επίθετό μου θα μπορούσε να είναι ρωσικό, σαν τον Λεβ Γιασίν ή τον Ίλια Γιασίν. Ή οτιδήποτε άλλο. Έχω ξαναπεί πρόσφατα δημόσια ότι δεν θέλω να ανήκω σε καμία δι-κοινοτική, ή δι-ζωνική ή bi-sexual Κύπρο. Προτιμώ να είμαι παν-κοινοτικός, παν-ζωνικός, παν-σεξουαλικός! Δεν αντέχω αυτά τα δι-δι-δι μπροστά στα πάντα, τα δι- που μας χωρίζουν!» 

Στο σημείο που όταν ήταν μεταξύ 10-11 ετών έγραψε το πρώτο του ποίημα «Μονάχα να μπορούσα». © Γιώργος Σαββινίδης

Περισσότερο τον ενοχλεί ο ετεροπροσδιορισμός με βάση ένα πρόβλημα που κατά τον ίδιο έχει τη ρίζα του στην ανθρώπινη βλακεία. Κι αν είναι κάτι που τον βγάζει από τα ρούχα του είναι η αυτοθυματοποίηση, καθώς πιστεύει ότι εκτός από την αξιοπρέπειά του υπονομεύει την καλλιτεχνική του ταυτότητα και υποβιβάζει το έργο του σε απλό πολιτικό σχόλιο

«Ο ντενκτασισμός μετέτρεψε όλους τους Τουρκοκύπριους σε ‘αυτοθύματα’. Επειδή μάς έκαναν ό,τι μας έκαναν λ.χ. το 1964, νομιμοποιούμαστε να κάνουμε τα πάντα. Εγώ δεν θέλω να θυματοποιούμαι για να γίνω συμπαθής. Θέλω να ορίζομαι από τα βιβλία μου, από την όποια ποιότητα της δουλειάς μου. Γι’ αυτό δεν θέλω να μιλάω για την ‘κακή μου μοίρα’ κι άλλες τέτοιες αηδίες, που επισκιάζουν το έργο μου. Είναι απίστευτο πόσοι στην Κύπρο σήμερα, σε κάθε γωνιά, πουλούν θυματοποίηση και κάνουν καριέρα. Αυτή είναι στάση ανθρώπων χωρίς πραγματική ποιότητα».

Το «κοιμητήριο μαρτύρων» που ήταν μικρό παιδί έβλεπε με τα μάτια του τα πτώματα να μεταφέρονται μαζικά εκεί πριν θαφτούν. © Γιώργος Σαββινίδης

Ο Μεχμέτ Γιασίν δεν θέλει, λοιπόν, να μιλάει για επαναπροσέγγιση και για ενωμένη Κύπρο και αντιμετωπίζει με καχυποψία χρηματοδοτούμενες φιλενωτικές πρωτοβουλίες. «Εγώ γεννήθηκα έτσι. Δεν έχω άλλη ύπαρξη. Είμαι μια ενωμένη Κύπρος που δεν υπάρχει πια. Έτσι, δεν έχω πια χώρα. Και δεν μπορώ να κοιτάξω πίσω. Απεχθάνομαι τη νοσταλγία, όπως και να αντιμετωπίζω τα πράγματα σαν τετελεσμένα και παγιωμένα. Για μένα, τίποτα δεν έχει τελειώσει. Και η λογοτεχνία μου είναι σε διαρκή εξέλιξη. Είμαι επιζών μιας εθνοκαθαρτικής διαδικασίας και αυτή είναι η κουλτούρα μου, η αλήθεια μου. Ακόμη και 100 άτομα να διαβάσουν τα βιβλία μου και να με καταλάβουν, είναι εντάξει». 

Λυπάμαι, Μεχμέτ, αλλά αυτά δεν μπορώ να τα αγνοήσω. «Δεν αντέχω να βλέπω στην Κύπρο να τίθενται όλα σε διπλωματικό πλαίσιο, λες και είμαστε αποκομμένοι ο ένας από τον άλλο, σε διαφορετικό σύμπαν. Αυτό μειώνει την πολιτιστική ποιότητα του τόπου. Ακούμε παντού ‘Έλληνες φίλοι μου’, ‘Τούρκοι φίλοι μου’, ‘ζήτω η Ειρήνη, η Φιλία, η Αλληλεγγύη’ ή ‘η καημένη χώρα μου είναι μοιρασμένη’ και αυτή η κλάψα, αυτός ο μελοδραματισμός χρηματοδοτείται, όπως χρηματοδοτούνται βιβλία, γάμοι, πρωτοβουλίες. Στο δικό μου μυαλό δεν υπάρχουν ξεχωριστές οντότητες. Είμαστε ένα».

Ο υποφαινόμενος με τον Μεχμέτ Γιασίν μπροστά από το Οθωμανικό Υδραγωγείο της Λεύκας. © Ευαγόρας Βανέζης

Και συνεχίζει: «Για μένα η συνύπαρξη είναι δεδομένη. Δεν γράφω ποτέ για την ‘ελληνοτουρκική φιλία’. Το βρίσκω ανόητο. Δεν θα γίνω με κανέναν φίλος μόνο και μόνο λόγω της εθνοτικής του καταγωγής. Η μοίρα μου, λοιπόν, είναι να είμαι συγγραφέας και ποιητής και όχι θύμα οποιουδήποτε, της Τουρκίας ή της ΕΟΚΑ. Δεν είμαι θύμα της τουρκικής στρατιωτικής δύναμης. Είμαι πάνω απ’ αυτό. Όσο γράφω, αυτοί είναι τα θύματά μου. Είναι η εκδίκησή μου από την επίσημη Τουρκία για τις πολιτικές της». 

Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Μεχμέτ θεωρεί θύματά του και τους Έλληνες εθνικιστές. «Διότι γράφω στα τουρκικά με το όνομα Μεχμέτ, μιλάω για τη δική μου Κύπρο κι είμαι γνωστός ως Κύπριος συγγραφέας. Έτσι, οι Έλληνες φασίστες που έκαψαν το σπίτι μου στη Νεάπολη το 1964 απέτυχαν. Όσο απέτυχαν οι Τούρκοι που με απέλασαν, ή που με έβαλαν φυλακή επειδή συνεχίζω να μιλάω για την κατοχή και για την πολυγλωσσία. Η φυλακή δεν σε καθιστά θύμα. Θύμα γίνεσαι όταν χάνεις τον εαυτό σου». 

Εμφανή οθωμανικά και αρχαιοελληνικά στοιχεία κάτω από το σαχνισί ενός παραδοσιακού σπιτιού. © Γιώργος Σαββινίδης
Ο παλιός κινηματογράφος της Λεύκας, που μετατράπηκε σε Πολιτιστικό Κέντρο «Ατατούρκ», αλλά σήμερα χρησιμοποιείται σπάνια ως αίθουσα εκδηλώσεων. © Γιώργος Σαββινίδης
Το αποικιοκρατικό κτήριο του Ταχυδρομείου Λεύκας. © Γιώργος Σαββινίδης
Παλιό παραδοσιακό σπίτι που έχει εγκαταληφθεί από τους απόδημους ιδιοκτήτες του. © Γιώργος Σαββινίδης
Ο μαρμάρινος τάφος του βεζίρη Οσμάν Πασά που θεωρείται ότι δολοφονήθηκε με δηλητήριο από αντιτιθέμενους στο Τανζιμάτ, στα μέσα του 19ου αιώνα. © Γιώργος Σαββινίδης
Το δημοτικό σχολείο όπου ο Μεχμέτ Γιασίν έμαθε να γράφει και να διαβάζει, όπως είναι σήμερα. © Γιώργος Σαββινίδης
Το σπίτι όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. © Γιώργος Σαββινίδης
Το αριστοκρατικό ψηφιδωτό με τον κύκνο στη Βασιλική των Σόλων. © Γιώργος Σαββινίδης
Ο αρχαιολογικός χώρος των Σόλων. © Γιώργος Σαββινίδης
Μεχμέτ Γιασίν και Ευαγόρας Βανέζης στο Ρωμαϊκό Θέατρο των Σόλων. Στο βάθος το Καραβοστάσι. © Γιώργος Σαββινίδης

INFO Η έκθεση του Μεχμέτ Γιασίν «had singing birds on me» σε επιμέλεια Ευαγόρα Βανέζη και Παναγιώτη Μιχαήλ παρουσιάζεται στην Sic. Contemporary Culture (97867289) μέχρι τις 19/10 

Ελεύθερα, 13.10.2024