Ο φωτογράφος Στέφανος Κουρατζής προτείνει ένα οδοιπορικό στο Βαρώσι μέσα από 104 ασπρόμαυρες εικόνες.
Το φωτογραφικό λεύκωμα- μονογραφία «Αμμόχωστος– Το Άλγος του Νόστου» είναι καρπός μιας τετραετούς συνειδητής προσπάθειας για την αισθητική απόδοση του προσβάσιμου κομματιού της περίκλειστης πόλης, μετά το άνοιγμά της από τις κατοχικές δυνάμεις τον Οκτώβριο του 2020. Για το Βαρώσι, ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει στο 1974, σε ένα σουρεαλιστικό κινηματογραφικό σκηνικό. Όπως επισημαίνει ο δημιουργός της φωτογραφικής μονογραφίας, έχει στόχο να προσφέρει μια εμπειρία που ξεπερνά τα όρια της γλώσσας και της γνώσης, διευκολύνοντας την πρόσβαση σ’ ένα διεθνές κοινό και προτρέποντας τον θεατή σ’ έναν πολλών διαστάσεων αναστοχασμό. Με την έρημη πόλη να έχει μετατραπεί σε γκροτέσκο θεματικό πάρκο, το όλο εγχείρημα υπενθυμίζει τον τρόπο με τον οποίο η φωτογραφία λειτουργεί και ως εργαλείο μνήμης και οπτικής ιστορικής αλήθειας.
–Ποια ήταν η πρώτη σου συναισθηματική αντίδραση όταν αντίκρισες την περίκλειστη πόλη; Από την πρώτη στιγμή που πέρασα το σημείο εισόδου, κυριολεκτικά ήταν συγκλονιστικό καθώς βρισκόμουν σ’ ένα μουσείο φαντασμάτων, όπου τα εκθέματα ήταν η ίδια η ζωή που είχε διακοπεί βίαια το 1974. Ένιωθα σαν να εισέπνευσα τον βαρύ, σιωπηλό πόνο μιας πόλης που είχε παγιδευτεί σε μια απουσία ήχου αλλά κι ως χρόνος και τόπος. Περπατούσα μέσα σε μια χρονοκάψουλα και μπροστά από τα ρημαγμένα και λεηλατημένα σπίτια, πέρα από φίλων και γνωστών αλλά και των προσφυγοποιημένων κατοίκων της περίκλειστης πόλης ενώ όλοι αυτοί δεν ήταν εκεί, στους δρόμους τους και στα μπαλκόνια τους και ήμουν επισκέπτης στις γειτονιές τους. H πραγματικότητα στο Βαρώσι είχε εκτεθεί, όχι όμως για να αποτυπωθεί, αλλά ως ένα θραύσμα μιας μεγαλύτερης αφήγησης, σε μια διαδικασία συνεχούς ερμηνείας και για να αποκαλυφθεί η διαρκής διαπραγμάτευσή της με τη μνήμη.
–Ποιο στοιχείο του θέματος σού έκανε περισσότερη εντύπωση; Η σημειολογία αλλά και η σιωπή της περίκλειστης πόλης ήταν μια σωματική, αλλά και νοητική εμπειρία. Κάθε πόρτα που χτυπούσε από τον αέρα ήταν σαν ένα γέλιο που κόπηκε απότομα και σαν μια κραυγή που σίγησε. Η απουσία των ανθρώπινων ήχων και φωνών δημιουργούσε ένα κενό που μοιάζει αβυσσαλέο.

–Γιατί επέλεξες την απογύμνωση από το χρώμα; Τα ιστορικά στοιχεία και δεδομένα, με βάση τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας που αφορούν ολόκληρα τα διοικητικά όρια του Δήμου Αμμοχώστου και το παράνομο άνοιγμα της περίκλειστης πόλης από το τουρκικό κατοχικό καθεστώς, προκλητικά τον Οκτώβριο του 2020 πριν την επίσκεψη Ερντογάν, είναι ήδη γνωστά. Όπως κι η μετατροπή της σ’ ένα γκροτέσκο θεματικό πάρκο. Η ίδια η πόλη επέβαλε την ασπρόμαυρη απόδοσή της ως μια υπενθύμιση ότι η εικόνα της δεν είναι μια αναπαράσταση, μια μίμηση του πραγματικού όπως ο καθένας θέλει, έχει μάθει και μπορεί να το αντιληφθεί αλλά ένας ολόκληρος κόσμος και δεν άφησε χώρο για αποτύπωση ή καταγραφή.
–Πώς επηρεάζει το ασπρόμαυρο τη δύναμη των εικόνων και των συναισθημάτων που μεταφέρουν; Οι εικόνες απελευθερωμένες από το χρώμα, το οποίο αποσπά την προσοχή από τα ουσιαστικά στοιχεία της εικόνας και δημιουργεί μια πιο επιφανειακή αντίληψη που έχει συνηθίσει το μάτι να βλέπει, επιδιώκουν να μεταδώσουν άλλα νοήματα βαθύτερα όπου και να θέλει κάποιος να μείνει απαθής, η εικόνα και ο τόπος τον σταματά και σχεδόν επιτακτικά προστάζει «κοίτα με, είμαι εδώ, υπήρξα, υπάρχω» και δημιουργεί μια αίσθηση συμβολισμού και υπερβατικότητας, όπου τα αντικείμενα αποκτούν μια πιο καθαρή και ουσιαστική παρουσία.

–Πώς λειτουργεί αισθητικά η πόλη ως σύμβολο απώλειας και νοσταλγίας; Το Βαρώσι δεν είναι απλώς τόπος και τοπίο προς φωτογράφιση, αλλά το σύμβολο μιας μεγαλύτερης αφήγησης, όπου κάθε αντικείμενο και κάθε σιωπή μεταφέρει βαθιά και πολλαπλά νοήματα. Λειτουργεί ως ισχυρό εργαλείο για την ενεργοποίηση της μνήμης και την πρόσκληση σε μια βαθύτερη ενδοσκόπηση για την ανθρώπινη κατάσταση πέρα από την εικόνα αλλά και για την ιστορία που κρύβεται πίσω από κάθε σπιθαμή της. Η πόλη, διττή ως ένα φάντασμα που περιπλανιέται στην άμμο του χρόνου αλλά κι ως μια οντότητα με απολιθωμένη κραυγή σιωπής, είναι μαρτυρία για ένα παρελθόν που έχει καταπιεστεί βίαια και μένει παγιδευμένο σ’ ένα αέναο παρόν, αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα του αβυσσαλέου χάσματος που χωρίζει την ελπίδα από την απελπισία, τη ζωή από τον θάνατο.
–Ποιες τεχνικές και πρακτικές προκλήσεις αντιμετώπισες κατά τη φωτογράφιση; Η μόνη και ουσιαστική πρόκληση ήταν κυρίως η διαρκής επόπτευση και επιτήρηση από ανθρώπους, ένστολους και μη, του κατοχικού καθεστώτος. Όμως, ήξερα ότι συνειδητά, κάθε φορά, έμπαινα σε μια καθαρά στρατιωτική ζώνη όπου κάθε μου κίνηση θα ήταν υπό συνεχή παρακολούθηση. Όπως κι έγινε. Εντόπιζα συνέχεια να με παρακολουθούν είτε από πολύ κοντά, είτε από ψηλά με κιάλια μέσα από κτήρια, ενώ υπήρξε φορά όπου ένα drone ήταν κυριολεκτικά από πάνω μου και με ακολούθησε σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής μου εκεί μέχρι που έφυγα.

–Πώς σχεδίασες και εκτέλεσες τις επισκέψεις; Πώς προετοιμάστηκες σε σχέση με το φως, τις γωνίες λήψης και τις καιρικές συνθήκες; Ο σχεδιασμός είχε κυρίως να κάνει με τις μέρες και ώρες επισκέψεων αλλά και τις καιρικές συνθήκες, θέλοντας να αποφύγω τον κόσμο και η κάθε μου επίσκεψη στη περίκλειστη πόλη γινόταν με οικείο πρόσωπο που γεννήθηκε, πήγε σχολείο και μεγάλωσε μέσα στη θάλασσα του Βαρωσιού κι έπαιξε πραγματικά καταλυτικό ρόλο, καθώς μου εξηγούσε με ακρίβεια και λεπτομέρεια κάθε τι που κοιτούσα ή που είχα διαβάσει παλιότερα.
–Με ποια κριτήρια επέλεξες τις συγκεκριμένες 104 φωτογραφίες από το σύνολο του υλικού; Υπάρχει συγκεκριμένη ροή και συνοχή στην αφήγηση; Το υλικό είναι υπερβολικά πολύ, όχι σε όγκο αλλά σε πληροφορία που φέρει η κάθε εικόνα, με τη χωρική δομή του βιβλίου- με αφετηρία την οδό Ήρας και ολοκλήρωση στην οδό Κέννεντυ- να αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο οργανώθηκε η οπτική αφήγηση. Η επιλογή έγινε στη βάση της απόδοσης της αίσθησης και ατμόσφαιρας της πόλης ώστε να αναδειχθεί η ιστορική της διάσταση και να προτρέψουν στον θεατή σ’ έναν πολλών διαστάσεων αναστοχασμό. Ζητούμενο ήταν να βρεθεί το κοινό λεξιλόγιο ανάμεσά τους, αλλά και να είναι προσιτός ο διάλογος που ξεκινούσε η μία με την άλλη αλλά και με την προηγούμενη ή την επόμενη με μια φυσική, τόσο αισθητική αλλά εννοιολογική ροή, την οποία δεν θα καταλάβαινα μόνο εγώ, στο όποιο πλαίσιο, αλλά και ο αναγνώστης που δεν έχει την παραμικρή επαφή με τη Κύπρο, πολλώ μάλλον με την Αμμόχωστο όπου το παρελθόν συνδιαλέγεται με το παρόν και το προσωπικό με το συλλογικό.

–Σε ποιο βαθμό αντιμετώπισες αυτή τη δουλειά ως εργαλείο διατήρησης της μνήμης και της ιστορικής αλήθειας; Κυριολεκτικά, δεν ξεκίνησε έτσι. Το σημαντικό ήταν στην αρχή να νιώσω τη πόλη που την ήξερα μέσα από αφηγήσεις, βιβλία, φωτογραφίες και χάρτες. Όμως, οι μνήμες των Αμμοχωστιανών, αν και στην αρχή ήταν λίγο μπερδεμένες, με τις πρώτες κουβέντες «ξεκλείδωσαν» και θυμήθηκαν τόπους, δρόμους, ονόματα και λεπτομέρειες, που αν κανείς δεν ήξερε ότι είναι πρόσφυγες 50 χρόνια θα νόμιζε ότι βγήκαν από το σπίτι τους πριν δύο λεπτά. Το όλο εγχείρημα υπενθυμίζει, στην ατομική και συλλογική μνήμη, τον τρόπο με τον οποίο η φωτογραφία λειτουργεί και ως εργαλείο μνήμης και οπτικής ιστορικής αλήθειας, συμβάλλοντας στη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς μιας πόλης που παραμένει, όπως και άλλες πόλεις και χωριά της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπό τουρκική κατοχή.
–Πώς μπορεί να λειτουργήσει αυτή η δουλειά σ’ έναν αναγνώστη που δεν γνωρίζει τίποτα για την ιστορία και την τραγωδία της πόλης; Η φωτογραφική αυτή μονογραφία, έχει σχεδιαστεί με στόχο να προσφέρει μια εμπειρία που ξεπερνά τα όρια της γλώσσας και της γνώσης, που διευκολύνει την πρόσβαση σ’ ένα διεθνές κοινό, επιτρέποντας σε ανθρώπους από διαφορετικά υπόβαθρα να δημιουργούν μια αφήγηση που εξελίσσεται σταδιακά. Η δομή του βιβλίου και η δίγλωσση έκδοσή του με το σύντομο εισαγωγικό κείμενο να παρέχει ένα απαραίτητο ιστορικό πλαίσιο, χωρίς όμως να επιβάλλει συγκεκριμένη ερμηνεία, οι φωτογραφίες και οι λιτές λεζάντες, σε συνδυασμό με τις λευκές σελίδες που λειτουργούν ως παύσεις και οπτικές «ανάσες», δίνοντας χρόνο στον αναγνώστη και προσκαλώντας τον να αναλογιστεί το νόημα των συνθηκών, τον ενθαρρύνουν να εξερευνήσει τις εικόνες με τον δικό του τρόπο και να δημιουργήσει τις δικές του συνδέσεις και να αναπτύξει, ίσως, μια προσωπική σχέση με την ιστορία της Αμμοχώστου.

- INFO Το βιβλίο «Αμμόχωστος: Το άλγος του νόστου» παρουσιάζεται την Τετάρτη 25/9 στο βιβλιοπωλείο «Το Έρμα», στη Λευκωσία, στις 7μ.μ. από τον σκηνογράφο- εικαστικό Άντη Παρτζίλη. Χαιρετίζει ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος. Το φωτογραφικό λεύκωμα έχει εκδοθεί με χορηγία της Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Διαθέσιμο προς πώληση στην ιστοσελίδα kouratzis.com και σε μεγάλα βιβλιοπωλεία.


Ελεύθερα, 22.9.2024