Αρχές της δεκαετίας του 1970, εξοπλισμένος με μια φωτογραφική μηχανή τύπου Zeiss, ο αρχιτέκτονας Τάσος Ανδρέου άρχισε να αποτυπώνει με τον φακό του παλιά οικοδομήματα της Λεμεσού. Μεγαλοαστικά αρχοντικά, δημόσια κτήρια με μοναδικό αρχιτεκτονικό χαρακτήρα, τα οποία θυσιάστηκαν στο όνομα της ανάπτυξης, απαθανατίζονται στο φωτογραφικό λεύκωμα «Λεμεσός – Ιχνηλατώντας το παρελθόν». Οι φωτογραφίες αυτές είναι μάρτυρες μιας άλλης εποχής «πριν την επέλαση των κερδοσκόπων», όπως μου έγραψε σε αφιέρωση ο Τ. Ανδρέου.

-Σε ποια περιοχή της Λεμεσού έχετε μεγαλώσει; Το πατρικό μου σπίτι βρίσκεται στην οδό Χαράλαμπου Μούσκου, στην περιφέρεια του ιστορικού κέντρου της πόλης. Πολύ κοντά, επί της οδού Γλάδστωνος, βρισκόταν το κοσμικό κέντρο «Όασις» στην περίοδο της παρακμής του. Ανατολικότερα της οικογενειακής κατοικίας, υπήρχαν τα τρία νεοκλασικά κτήρια, ιωνικού ρυθμού, της Δευτέρας Αστικής Σχολής. Τα δύο από αυτά, τα εντυπωσιακότερα, που κοσμούσαν την οδό Γλάδστωνος, δυστυχώς κατεδαφίστηκαν μετά την καταστροφή του 1974. Όπως φαίνεται, οι τότε αρμόδιοι της Εκπαιδεύσεως διακατέχονταν από το «σύνδρομο του Ηρόστρατου» [σ.σ.: Αυτός που πυρπόλησε τον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο, ένα από τα 7 θαύματα του αρχαίου κόσμου, για να μείνει το όνομά του στην Ιστορία]. Σήμερα στη θέση τους υπάρχουν άλλα χωρίς αρχιτεκτονικές αξιώσεις.

Οι «Αποθήκες Θεοδοσίου», δείγμα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, κατεδαφίστηκαν το 1995 εν μέσω έντονων αντιδράσεων.

-Ποιες εικόνες κρατάτε έντονα στη μνήμη σας από τη Λεμεσό των παιδικών σας χρόνων; Παρόλο που δεν τυγχάνω θιασώτης της νοσταλγικής θεώρησης των πραγμάτων, θυμάμαι την ανθρώπινη κλίμακα που χαρακτήριζε τη μορφολογία του κέντρου της Λεμεσού. Ο μόλος με τ’ αρχοντικά και τα πολυτελή, για τα μέτρα της εποχής, ξενοδοχεία αποτελούσε με τη γραφικότητά του το σήμα κατατεθέν της πόλης. Στα σχολεία, δημοτικό και γυμνάσιο, η αυστηρότητα περίσσευε και η καταπίεση αντιμετωπιζόταν ως κάτι το φυσιολογικό. Υπήρχαν βέβαια και οι εξαιρέσεις ανάμεσα στους καθηγητές, οι οποίοι επάξια κέρδισαν τον σεβασμό και την αγάπη των νεαρών μαθητών τους. Τ’ απογεύματα του Σαββάτου ήταν οι καθιερωμένες σχολικές κινηματογραφικές παραστάσεις, με τον απόλυτο διαχωρισμό των δύο φύλων. Στην πλατεία οι μαθητές και στον εξώστη οι μαθήτριες. Έτσι, τα πρώτα εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα αντιμετώπιζαν το εμπόδιο της υποχρεωτικής απόστασης. Ένα άλλο χαρακτηριστικό εκείνων των καιρών ήταν η ανυπαρξία του καταναλωτισμού, που σήμερα προσεγγίζει τα όρια του ψυχαναγκασμού. Τότε, κάθε αντικείμενο, όσο ευτελές και να ήταν, είχε την αξία και τη σημασία του.

-Έχετε ζήσει από κοντά τη μετεξέλιξη της Λεμεσού από μια μικρή μεσογειακή πόλη σε μια σύγχρονη μεγαλούπολη. Τι σας ενοχλεί περισσότερο σ’ αυτή την αλλαγή; Κάθε πόλη, οποιασδήποτε χώρας, υφίσταται στο διάβα του χρόνου συνεχείς επεκτάσεις και μεταμορφώσεις, αλλά σε αρκετές από αυτές ενυπάρχει ένας απαράβατος κανόνας: Η διατήρηση και η προστασία των ιστορικών τους κέντρων. Υπάρχουν βέβαια και καταστροφές πόλεων από φυσικά φαινόμενα (σεισμοί) ή από πολεμικές συγκρούσεις (βομβαρδισμοί), αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση καταβάλλονται προσπάθειες ανακατασκευής των σημαντικών ερειπωμένων οικοδομών. Χαρακτηριστικά τα παραδείγματα της Βαρσοβίας μεταπολεμικά και της Δρέσδης. Η Λεμεσός, μέχρι και το τέλος της έβδομης δεκαετίας του 20ού αιώνα, διατηρούσε σε μεγάλο βαθμό το ιστορικό της κέντρο, όπως περίπου το βίωσαν και οι παλαιότεροι. Η αλλοίωση ειδικά του παραλιακού μετώπου ξεκίνησε με καλές, για τα δεδομένα της εποχής, προθέσεις, αλλά επέφερε ριζικές αλλαγές στον πολεοδομικό ιστό. Σύντομα, μετά την ολοκλήρωση της επίχωσης, τα περισσότερα γραφικά διώροφα αντικαταστάθηκαν από πολυώροφα, τα πλείστα των οποίων οικοδομήθηκαν με ακατάλληλα υλικά και χωρίς αντισεισμικές προδιαγραφές.

Η οικία Μαρνέρου Ελευθεριάδη, νότια του παραλιακού δρόμου, κατεδαφίστηκε το 1985.

-Η άφιξη των προσφύγων του 1974 επηρέασε την ανάπτυξη της πόλης; Η επιτάχυνση της ανοικοδόμησης σχετιζόταν και με την απότομη αύξηση του πληθυσμού, λόγω των βιαίως εκτοπισμένων προσφύγων από τους Τούρκους εισβολείς και την άμεση ανάγκη στέγασής τους. Μετά την ανοικοδόμηση του παραλιακού μετώπου, πολλά αξιόλογα κτήρια, σ’ όλο το κέντρο, κατεδαφίστηκαν και στη θέση τους ανεγέρθηκαν πολυκατοικίες, με πολύ υψηλούς συντελεστές δόμησης και κάλυψης. Εκτός του κέντρου, ο διαχωρισμός της οικοδομήσιμης γης έγινε με σαφή κερδοσκοπικά κίνητρα, με αποτέλεσμα δαιδαλώδεις δρόμους με αδιέξοδα και πολλές αυθαιρεσίες στους κοινόχρηστους χώρους. Σχετικά πρόσφατα, παρουσιάστηκε και το φαινόμενο των ουρανοξυστών που είναι διάσπαρτοι σ’ όλη σχεδόν τη Λεμεσό, ενώ σ’ άλλες ανεπτυγμένες πόλεις οι ουρανοξύστες βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε ορισμένες προκαθορισμένες περιοχές οικονομικών συνήθως δραστηριοτήτων (Defense – Παρίσι, City – Λονδίνο).

-Τι είναι αυτό που θέλατε να διασώσετε στο βιβλίο σας «Λεμεσός – Ιχνηλατώντας το παρελθόν»; Μετά την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου «Λεμεσός – Αναδρομή μνήμης», το οποίο περιείχε παλαιές φωτογραφίες και εφήμερα, τα δε κείμενα είχαν δημοσιευτεί στην εβδομαδιαία στήλη που έγραφα στο ένθετο «Λεμεσός» της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος», αποφάσισα να συνεχίσω το 2020 αυτή την εκδοτική προσπάθεια με νέο βιβλίο που έχει τίτλο «Λεμεσός – Ιχνηλατώντας το παρελθόν». Οι φωτογραφίες που αποτύπωσα με τον φακό τη δεκαετία του εβδομήντα, μετά τις μεταγενέστερες συστηματικές κατεδαφίσεις αξιολόγων κτηρίων, απέκτησαν, κατά κάποιον τρόπο, την αξία ντοκουμέντου που επιδεικνύει τη μορφή που είχε η πόλη και το ομοιογενές ιστορικό της κέντρο. Η Λεμεσός ήταν τότε εργατούπολη, λόγω της βιομηχανίας της, αλλά και «η πύλη του πολιτισμού στην Κύπρο», σύμφωνα με τον επιφανή δημοσιογράφο Πάνο Φασουλιώτη.

Στα δεξιά η κατοικία του Γιάγκου Σταυρινίδη, γνωστού ως «Ζωγράφου», και το γνωστό εστιατόριο «Μιμόζα», τα οποία κατεδαφίστηκαν.

-Πότε ξεκινήσατε να φωτογραφίζετε παλιά κτήρια της πόλης και γιατί; Το κίνητρό μου γι’ αυτή την προσπάθεια ήταν το μάθημα της φωτογραφικής τέχνης στην αρχιτεκτονική σχολή του Πανεπιστημίου της Grenoble στη Γαλλία. Έτσι, ως πρωτοετής φοιτητής το 1973, εξοπλισμένος με μια φωτογραφική μηχανή τύπου Zeiss, επιχείρησα να αποτυπώσω με τον φακό ικανό αριθμό παλαιών οικοδομών της Λεμεσού.

-Πώς είδαν οι Λεμεσιανοί αυτή την προσπάθεια; Αντιμετώπισα τότε τα ειρωνικά σχόλια διαφόρων διερχομένων, οι οποίοι δεν μπορούσαν με τίποτε να αντιληφθούν τι αξία θα μπορούσα να προσδώσω φωτογραφίζοντας αυτά τα «χαλαμάντουρα». Αποτέλεσμα αυτής της αντιμετώπισης ήταν να επιλέξω για τις εξορμήσεις μου τα μεσημέρια της Κυριακής, κάτω από τον καυτό ήλιο, όταν η κυκλοφορία περιοριζόταν στο ελάχιστο. Οι φωτογραφίες αυτές, μετά τις συστηματικές κατεδαφίσεις, απέκτησαν την αξία ντοκουμέντου. Έτσι, αποφάσισα να προχωρήσω στην έκδοση βιβλίου, σαν ιχνηλάτης του παρελθόντος της γενέθλιάς μου πόλης.

Άποψη της περιοχής των οδών Σαριπόλου, Κιτίου Κυπριανού και Ειρήνης. Η περιοχή αυτή, σύμφωνα με τον Τάσο Ανδρέου, ακόμη αντιστέκεται.

-Το γεγονός ότι είσαστε αρχιτέκτονας επηρέασε τη ματιά σας στη λήψη των φωτογραφιών; Οπωσδήποτε κάποιες αποκτηθείσες γνώσεις κατά τη διάρκεια των φοιτητικών χρόνων βοήθησαν στην επιλογή και στη φωτογράφιση των σημαντικότερων κτηρίων της Λεμεσού. Επίσης, οι σπουδές σε μια γαλλική πόλη που διατηρούσε στον μέγιστο βαθμό το ιστορικό της κέντρο πιθανόν να με ευαισθητοποίησαν στην αναγκαιότητα ανάλογης αντιμετώπισης και για τα καθ’ ημάς.

-Ποια περίοδο έγιναν οι πιο συστηματικές κατεδαφίσεις παλιών κτηρίων; Στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, η συστηματική κατεδάφιση αξιόλογων κτηρίων ήταν παντού εμφανής. Το κέντρο της πόλης είχε κατακλυστεί από ανυψωτικά μηχανήματα, τους γνωστούς «γερανούς», που με μεγάλη κερδοσκοπική συνέπεια προχωρούσαν στην ανέγερση πολυώροφων οικοδομών στη θέση των παλαιών αρχοντικών. Θυμάμαι ειδικά το 1978, τότε που χωρίς αντιδράσεις κατεδαφίστηκαν τρεις από τις σημαντικότερες οικοδομές του κέντρου: Το τρίπατο του Κατσουνωτού, το αρχοντικό του επιφανούς εντομολόγου Γεώργιου Μαυρομουστάκη και το περίφημο θέατρο Χατζηπαύλου, το οποίο παλαιότερα αποτελούσε το επίκεντρο των κοινωνικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων της πόλης. Τα δύο πρώτα, μάλιστα, κηρύχθηκαν από τους τότε «αρμόδιους» ως ετοιμόρροπα!

-Ποιες περιοχές εξακολουθούν να διατηρούν το χαρακτήρα τους και θα πρέπει να διασωθούν; Παρ’ όλες τις κατεδαφίσεις των περασμένων δεκαετιών, υπάρχουν ακόμη αξιόλογα κτήρια αλλά και ομάδες παλαιών κτηρίων που προβάλλουν επαρκώς την αστική ανάπτυξη της Λεμεσού. Βέβαια, η ομοιογένεια του πολεοδομικού ιστού, όπως τη βιώσαμε στα παιδικά και εφηβικά μας χρόνια, έχει δυστυχώς οριστικά χαθεί. Αλλά διατηρούνται κτήρια που αποτελούν τοπόσημα στο κέντρο της πόλης, κάποια όμως απ’ αυτά, χωρίς στοιχειώδη συντήρηση, υφίστανται τη φθορά του χρόνου ή και τις αυθαίρετες παρεμβάσεις των ανθρώπων. Πριν λίγους μήνες, κάηκε μέρος του εσωτερικού της οικίας Κρυσταλλίας Παυλίδου (Χατζηγαβρίλη), κτίσμα σε νεοαναγεννησιακό ρυθμό του τέλους του 19ου αιώνα, με σχέδια του εμπειρικού αρχιτέκτονα Κ. Τραχανά.

-Στο ιστορικό κέντρο της πόλης διασώζονται σήμερα κάποια σπουδαία κτίσματα τα οποία λειτουργούν ως τοπόσημα; Τύχη αγαθή διέσωσε σημαντικό αστικό κτηριακό απόθεμα, το οποίο, παρ’ όλες τις αλλοιώσεις, εξακολουθεί να εντυπωσιάζει. Η περιοχή της οδού Ειρήνης, της λεγόμενης Μαραθευτογειτονιάς, εντός της οποίας πολλοί εύποροι έμποροι με καταγωγή από τα χωριά της Μαραθάσας (κυρίως από τον Πεδουλά) οικοδόμησαν τις μεγάλες σε όγκο και επιφάνεια κατοικίες τους έχοντας ως ορόσημο της περιοχής τον παλαιό ναό της «Παναγίας της Καθολικής», που δυστυχώς απερίσκεπτα κατεδαφίστηκε το 1953 και αντικαταστάθηκε από άλλον μεγαλύτερο, «νεοβυζαντινού» ρυθμού.

-Υπάρχουν και σημαντικές οικοδομές που έχουν εγκαταλειφθεί; Το δυτικό τμήμα της εμπορικής οδού Αγίου Ανδρέου διαθέτει ικανό αριθμό παλαιών κτηρίων, στα οποία δυστυχώς επικρατεί η φθορά και η εγκατάλειψη. Η περιοχή της Δημοτικής Αγοράς, που περιβάλλεται από διώροφα αρχοντικά και άλλα υποστατικά, αποτελεί με τα παραδοσιακά μαγειρεία της προσφιλή τόπο συνάντησης ντόπιων και ξένων. Λίγο νοτιότερα βρίσκεται η περιοχή του Ζιγκ-Ζαγκ με το Τζαμί Κεπίρ, που κτίστηκε πάνω στα θεμέλια παλαιοχριστιανικού ναού, στα οποία ξεχωρίζει το καλά διατηρημένο σύνθρονο των επισκόπων. Πολύ κοντά προβάλλει το μεσαιωνικό κάστρο, που περιβάλλεται από βιομηχανικής και βιοτεχνικής αρχιτεκτονικής κτήρια, τα οποία σήμερα στεγάζουν καφετέριες και εστιατόρια.

-Ποιοι αρχιτέκτονες δημιούργησαν εμβληματικά κτήρια στην πόλη; Μετά τον εμπειρικό αρχιτέκτονα Κ. Τραχανά, του οποίου επιβιώνουν ευτυχώς αρκετά κτήρια που φέρουν την υπογραφή του, με σημαντικότερο το παλαιό ταχυδρομείο (σήμερα πρυτανεία του ΤΕΠΑΚ), καθοριστική στην αναμόρφωση του ιστορικού κέντρου υπήρξε η παρουσία του Κερκυραίου αρχιτέκτονα Ζαχαρία Βόνδα (1885-1960). Ο Βόνδας, με λαμπρές σπουδές στη Γάνδη του Βελγίου, εργαζόταν στην υπηρεσία Δημόσιων Έργων στο Κάιρο.

-Πώς έγινε η σύνδεση του Βόνδα με τους μεγαλοαστούς της Λεμεσού; Το δροσερό κλίμα των Πλατρών υπήρξε το δέλεαρ των επισκέψεών του στην Κύπρο. Εκεί γνώρισε πολλούς εκπροσώπους της μεγαλοαστικής τάξης που αναζητούσαν έναν έμπειρο αρχιτέκτονα για τον σχεδιασμό των πολυτελών κατοικιών τους, διά των οποίων θα προέβαλλαν την κοινωνική και οικονομική τους άνοδο. Η πρώτη παραγγελία τού δόθηκε από τον μητροπολίτη Κιτίου Μελέτιο Μεταξάκη και ήταν το μητροπολιτικό μέγαρο στον παραλιακό δρόμο. Η οικοδομή αποτελούσε δείγμα εντυπωσιακό του αρχιτεκτονικού εκλεκτικισμού με αναφορά στον νεοβυζαντινό ρυθμό.

Μετά την ολοκλήρωση του έργου, πληθώρα παραγγελιών ακολούθησαν: Η Δημοτική Αγορά, το τρίγωνο του Σχίζα, οι κατοικίες της οικογένειας Ιακωβίδη, το αρχοντικό του Μίχαλου Μιχαηλίδη, ο ναός της Αγίας Τριάδος (υπόδειγμα ναοδομίας που δεν ξεπεράστηκε μέχρι σήμερα). Ευτυχώς, τα περισσότερα έργα που σχεδιάστηκαν από τον Βόνδα εξακολουθούν να κοσμούν την πόλη και να αποτελούν αξιοθέατά της.

Μετά τον Βόνδα και άλλοι αρχιτέκτονες άφησαν τα χνάρια τους στον πολεοδομικό ιστό της Λεμεσού, όπως ο Λαπαθιώτης Οδυσσέας Τσαγγαρίδης, ο Γερμανοεβραίος Βενιαμίν Γκίνσμπουργκ (Ριάλτο, Δημαρχείο, οικία Υπατίας Παυλίδου) και ο πρώτος απόφοιτος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου Γιάγκος Περικλέους.

-Πιστεύετε ότι θα πρέπει να μπει φρένο στην αλλοίωση του παραλιακού μετώπου της Λεμεσού; Δυστυχώς, η πλήρης ανοικοδόμηση του παραλιακού μετώπου έχει ήδη ολοκληρωθεί. Τα πολυώροφα έχουν προ πολλού εκτοπίσει τα πλείστα διώροφα αρχοντικά, και τα ελάχιστα που απέμειναν (λέσχη Ένωσις-Ισότης, Continental, οικίες Αλεξάνδρας Καραγεωργιάδη και πρόξενου Λεωνίδα Παπαδόπουλου) υφίστανται λόγω της έγκαιρης κήρυξής τους ως διατηρητέες οικοδομές. Ίσως οι επερχόμενες γενεές, λόγω των προβλημάτων στατικότητας που αντιμετωπίζουν αρκετά απ’ αυτά τα πολυώροφα, να τ’ αντικαταστήσουν με άλλα που θα διαθέτουν αρχιτεκτονικές αρετές.

-Ποιες περιοχές της πόλης συστήνετε σ’ έναν επισκέπτη να ανακαλύψει; Εκτός της Δημοτικής Αγοράς, της περιοχής του κάστρου και του Ζιγκ-Ζαγκ που προανέφερα, θα προσέθετα και την Επίχωση, η οποία, μετά από δεκαετίες που αποτελούσε κρανίου τόπο, διαμορφώθηκε επιτυχώς σε όαση πρασίνου, υπαίθριο πάρκο γλυπτικής και χώρο περιπάτου και αναψυχής των δημοτών και των επισκεπτών.

Ελεύθερα, 15.9.2024