Ο Δώρος Αντωνιάδης ζει εδώ και δεκαετίες στην Αθήνα, αλλά δεν ξεχνά ποτέ τη γενέτειρά του. Η νοσταλγία είναι αυτή που τον ώθησε στο τέταρτο βιβλίο του, το νουάρ μυθιστόρημα με τον διττό τίτλο «Το μέλλον δ̶ε̶ν̶ μπορεί να περιμένει», να τοποθετήσει τη μισή σχεδόν πλοκή στη Λευκωσία. Το βιβλίο είναι γεμάτο ανατροπές και παράξενους γρίφους και εκτείνεται εναλλάξ στο παρελθόν και στο παρόν – ώσπου αναπόφευκτα έρχεται το μέλλον.
–Τελικά, το μέλλον μπορεί ή δεν μπορεί να περιμένει; Το μέλλον είναι άπιαστο. Εκεί που σκέφτεσαι «τώρα είσαι δικό μου, σε πρόλαβα!» πριν το καταλάβεις, αυτό χάνεται. Για μια στιγμή μόνο γίνεται παρόν και σχεδόν αμέσως, παρελθόν. Μ’ αυτή την έννοια λοιπόν, το μέλλον δεν μπορεί να περιμένει. Όλο προχωράει. Είναι το κίνητρό μας, ο λόγος να κοιτάζουμε μπροστά, να πάμε να το βρούμε. Όμως κάποιες φορές, ελάχιστες -ίσως και μόνο μια φορά στη ζωή μας- ο χρόνος δείχνει να σταματάει. Γίνεται μια παύση για όλο το σύμπαν, αλλά εμείς συνεχίζουμε να κινούμαστε κανονικά, σαν σκηνή βγαλμένη από το Matrix. Εκείνη τη χρονική στιγμή το μέλλον σταματάει και μας περιμένει να το προλάβουμε. Το αν θα αρπάξουμε την ευκαιρία, βεβαίως, είναι μια άλλη, εντελώς ξεχωριστή ιστορία.
–Πώς εναλλάσσεις την αφήγηση μεταξύ παρελθόντος και παρόντος με τρόπο που να διατηρεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη; Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου έχει ως τίτλο έναν αριθμό. Ξεκινάει από το «μηδέν» και μετά εκτείνεται εναλλάξ στο παρόν και το παρελθόν. Μπορεί κάποιος αναγνώστης -αν το θελήσει- να ακολουθήσει την κανονική σειρά αρίθμησης κεφαλαίων και μ’ αυτό τον τρόπο θα διαβάσει την ιστορία με τη σωστή χρονολογική σειρά, η οποία όμως δε θα τον ιντριγκάρει. Ακριβώς λοιπόν για να διατηρηθεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη, επέλεξα σε κάθε κεφάλαιο να κινούμαι μπρος πίσω, ώστε να δικαιολογώ τις κινήσεις των πρωταγωνιστών. Εκτός, βεβαίως, από τη χρονική εναλλαγή, υπάρχει και εναλλαγή μεταξύ πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης, η οποία προέκυψε ασυναίσθητα, όταν ένας ήρωάς μου «χωρίς να με ρωτήσει» πήρε τα ηνία και αποφάσισε να γίνει αυτός ο πρωταγωνιστής.
-Τι σε οδήγησε να βάλεις αυτή τη φορά ως εκτεταμένο πεδίο δράσης της πλοκής την Κύπρο; Η Κύπρος υπάρχει και στα τρία προηγούμενα βιβλία μου, είτε ως απλή αναφορά μιας οικογένειας με καταγωγή από εκεί, είτε ως πεδίο δράσης κάποιων μεμονωμένων σκηνών. Χωρίς να το καταλάβω όμως, προοδευτικά, τοποθετώ όλο και περισσότερα γεγονότα στις πόλεις της, με αποκορύφωμα το τελευταίο μου βιβλίο, όπου σχεδόν το μισό βιβλίο διαδραματίζεται στη Λευκωσία. Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ ως αιτία είναι η νοσταλγία. Το πόσο μου λείπει. Όλοι λένε πως όσο μεγαλώνουμε έχουμε μια τάση να επιστρέφουμε στις ρίζες μας, στο παρελθόν μας. Νομίζω πως αυτός είναι ο λόγος. Επειδή η ζωή μου εδώ και πολλά χρόνια είναι στην Αθήνα, ασυναίσθητα μέσω της γραφής μου επιστρέφω ξανά όλο και πιο κοντά στη χώρα καταγωγής μου.
-Τι είναι αυτό που νοσταλγείς περισσότερο από τη γενέτειρά σου; Στη Λευκωσία έζησα μέχρι τα οκτώ μου χρόνια. Όλες μου οι αναμνήσεις λοιπόν είναι οι λεγόμενες «παιδικές». Νοσταλγώ πολλά: Τη λαχταριστή ταχινόπιτα που αγόραζα δίπλα από το σπίτι μας στον Στρόβολο, τον μυρωδάτο δυόσμο στη σαλάτα, τις γάτες μας, τη λιμνούλα με τις χελώνες στην αυλή, τα παιχνίδια με τα ξαδέλφια μου, τον Μιχάλη, την Ελεωνόρα, τον Κωστή, τη Μαρία, την άλλη Μαρία και τη Γεωργία, τους φίλους μου από το σχολείο, τον Χάρη, τον Κλείτο, τον Λούη και τον Νίκο, τη Μακεδονίτισσα και τον Κακουλή που έπαιζα ηλεκτρονικά, το πρώτο μας αυτοκίνητο (που στα μάτια μου φάνταζε ως διαστημόπλοιο) ένα πράσινο Χίλμαν Αβέντζερ, τον παππού Μισιελή που μου έκοβε καλάμια για να κάνω μάχες, τη γιαγιά Σοφία που μου έδινε βούκκους πατάτας τηγανιτής με αγγουράκι, τη γιαγιά Δώρα που έτρωγα κιοφτέδες από το πιάτο της (και που τις νύχτες πήγαινα κρυφά και χωνόμουν κάτω από τα σκεπάσματά της), τις πιττούες της θείας Λούλας, τα πιριλιά που κάναμε αγώνες με τον παπά μου στη βεράντα, τα μάτσμποξ που παίζαμε με την αδελφή μου, τις τεράστιες αγκαλιές της μάμμας μου την ώρα που βλέπαμε μίκι μάους στην τηλεόραση, τις νύχτες που μου διάβαζαν οι γονείς μου τα παραμύθια από το τηλέφωνο του Τζιάνι Ροντάρι… Κοινώς όλα όσα με οδήγησαν σε αυτό που είμαι σήμερα.
-Γεννήθηκες τη χρονιά- ορόσημο, το 1974. Με ποιον τρόπο βιώνεις το κληρονομημένο τραύμα και πώς έχει επηρεάσει τον τρόπο που γράφεις και πορεύεσαι; Γεννήθηκα τρεις μήνες πριν την εισβολή. Υπάρχει μια χαρακτηριστική και συνάμα τραγελαφική σκηνή που μου έχουν περιγράψει πολλές φορές οι δικοί μου, όπου πέφτουν οι βόμβες, η μάμμα μου με κρατάει αγκαλιά ενώ δίπλα είναι ο παππούς μου και τρέχει, κρατώντας την αποστείρωση και εντέλει λούζεται πάνω του όλα τα νερά της. Προφανώς, δεν έχω συνειδητές μνήμες από τότε, αλλά ο πόλεμος χαράκτηκε σε όλο μου το είναι. Σίγουρα έχει επηρεάσει το ποιος άνθρωπος έχω γίνει, άρα και το πώς γράφω. Το κληρονομημένο τραύμα ακόμα δεν έχει επουλωθεί. Ήταν άλλωστε να με βαφτίσουν στην εκκλησία του Σταυρού στην Αμμόχωστο στις 14 Σεπτέμβρη του ‘74 και το τάμα αυτό είναι ακόμα ανοιχτό…

Εκδ. Καστανιώτης
Σελ. 208
Τιμή: €12.00
Ελεύθερα, 28.7.2024