Όραμα του καταξιωμένου κυπριακής καταγωγής χορογράφου Ανδρέα Κωνσταντίνου είναι να συζητάμε όλοι μαζί τα δύσκολα.
Η απορία εύλογη: ποιος είναι αυτός ο χορογράφος με το κυπριακότατο όνομα που εκπροσωπεί τη Δανία στο 25ο Φεστιβάλ Σύγχρονου Χορού; Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου γεννήθηκε στην Αγγλία και από τα 10 μέχρι τα 16 του έζησε στην Πάφο, τόπο καταγωγής του πατέρα του. Ήταν ξέγνοιαστα, μα και σκληρά χρόνια, που θυμάται με νοσταλγία και πίκρα. Αποφοιτώντας από το Κονσερβατόριο Trinity Laban του Λονδίνου το 2003 ίδρυσε την ομάδα Himherandit Productions στην οποία έχει κυρίως επικεντρωθεί στις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις παρουσιάζοντας δουλειές σε Ευρώπη και Ασία. Από το 2006 μέχρι το 2009 έζησε στο Ρέικιαβικ διδάσκοντας στο Klassiski Listdansskolinn, ενώ από το 2009 ζει στη Δανία. Η Himherandit εδρεύει πλέον στο Διεθνές Κέντρο Θεάτρου και Χορού Bora Bora στο Άαρχους, έχοντας να επιδείξει διακρίσεις και βραβεία, στηρίζοντας την ανάπτυξη της κουήρ τέχνης στη χώρα και παράγοντας έργα που προκαλούν διάλογο. Ένα από αυτά είναι και το «Carcass», που παρουσιάζεται σε Λεμεσό και Λευκωσία και καταπιάνεται με το τέλος του κύκλου της ζωής. Μ’ αυτή την αφορμή ο καλλιτεχνικός της διευθυντής μοιράζεται σκέψεις και συναισθήματα με το κυπριακό κοινό.
–Μίλησέ μου για τα χρόνια που έζησες στην Κύπρο. Τι θυμάσαι περισσότερο από εκείνη την περίοδο της ζωής σου; Στα παιδικά μου χρόνια ανέπτυξα μια σχέση αγάπης/ μίσους με την Κύπρο. Στην αρχή ήταν αγάπη και στο τέλος μίσος. Στα 10 μου χρόνια λάτρευα το γεγονός ότι είχα ελευθερία. Ήταν το 1990 και γύριζα όλη μέρα με το ποδήλατο, με τους φίλους μου, έκανα βόλτες στην παραλία. Υπήρχαν μέρες που ήξερα όταν ξυπνούσα ότι θα πάω ξανά σπίτι το βράδυ για να φάω και να κοιμηθώ. Ένιωθα ελεύθερος κι είμαι ευγνώμων σήμερα στη ζωή μου για εκείνη την περίοδο. Όμως, μετά τα 13-14, όλα άρχισαν ν’ αλλάζουν. Με την εφηβεία ήρθε και η σεξουαλικότητα και η Κύπρος δεν ήταν τότε ένα ανεκτικό μέρος για ένα νεαρό queer άτομο. Συνάντησα πολλές δυσκολίες μεγαλώνοντας, βίωσα πολύ εκφοβισμό, για τα αγόρια ήμουν ο «ππούστης». Δυσκολεύτηκα πολύ να το καταλάβω, ίσως επειδή ήμουν πάντα ο τύπος του ανθρώπου που δεν κρύβεται ποτέ, ήθελα να είμαι ελεύθερος και ορατός. Όταν επιστρέψαμε οικογενειακώς στην Αγγλία είδα ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι σαν εμένα κι ότι λέξεις όπως «γκέι», «λεσβία», «αμφιφυλόφιλος» κ.λπ. δεν είναι απαγορευμένες στον διάλογο. Στην Κύπρο ήταν σαν βρισιά, σαν ντροπή, κάτι κακό.
–Γιατί επέλεξες να ζεις μόνιμα στη Δανία; Κάθε χώρα έχει τα πάνω και τα κάτω της, αλλά αγαπώ πολλά πράγματα στη Δανία, υπάρχει λόγος που ζω εδώ. Σε ό,τι αφορά τον σεβασμό στα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+, η Δανία βρίσκεται στην κορυφή κι αυτό μου αρέσει. Είναι μια ανοιχτή και ανεκτική κοινωνία με αριστερές ευαισθησίες και πεποιθήσεις. Είναι όμως και μια χώρα κρύα κι αυτό δεν μου αρέσει καθόλου. Ζω στη Δανία από το 2009 και προηγουμένως ζούσα για τέσσερα χρόνια στην Ισλανδία, που είναι ακόμη πιο κρύα. Θέλω να πω ότι θα ήθελα να ζω στην Κύπρο δίπλα στη θάλασσα, αυτή είναι η φύση μου. Αλλά προτιμώ την κοινωνική ισότητα που υπάρχει στις σκανδιναβικές χώρες.
–Ποια η επαφή σου με την Κύπρο σήμερα; Οι γονείς μου έχουν πεθάνει, αλλά η αδερφή μου μένει στην Πάφο. Την επισκέφθηκα πριν από δύο χρόνια. Είναι περίεργο, αλλά δεν έρχομαι συχνά, πρέπει να έχω έρθει τρεις φορές τα τελευταία 15 χρόνια για να δω την οικογένειά μου. Συν τις φορές που ήρθα για να παρουσιάσω δουλειά μου, το «ReDoing Gender» στο Buffer Fringe και το «The WOMANhouse» στη Στέγη Χορού Λεμεσού. Χαίρομαι πολύ όταν έρχομαι γιατί υπάρχει μια συναισθηματική σύνδεση, κάτι που έχει να κάνει και με τις πολιτιστικές καταβολές μου. Είναι μια επιστροφή στις ρίζες.
–Πώς θα όριζες την ουσία της δουλειάς σου; Η ουσία της δουλειάς μου, γενικά, είναι να θίγω τα κοινωνικά ταμπού και να δημιουργώ την αλλαγή μέσω της τέχνης. Tο συγκεκριμένο έργο, το «Carcass», έχει να κάνει με τον θάνατο και το πένθος, αλλά και το να μιλάμε γι’ αυτά τα θέματα ανοιχτά και δημόσια.

–Ένα έργο με θέμα τον θάνατο δεν είναι κατά βάθος ένα έργο για τη ζωή; Ναι, αυτά πάνε μαζί. Το έργο θέτει σαφώς ερωτήματα σχετικά με τη ζωή. Αλλά στο τέλος της ημέρας, μιλάμε για τη ζωή επειδή μιλάμε για τον θάνατο. Δεν μπορείς να αναφέρεσαι στο ένα χωρίς το άλλο. Έτσι, αν θέλουμε να μιλήσουμε περί θανάτου, χρειάζεται να μιλήσουμε και για το τι κάνουμε στη ζωή που ζούμε.
–Δεν είναι ζοφερή και δυσάρεστη η διαδικασία αποδοχής του τέλους, του θανάτου; Καθόλου. Τουλάχιστον, όχι σ’ αυτό το έργο (γέλια). Η παράστασή μας δεν είναι καθόλου ζοφερή. Θα έλεγα ότι είναι λίγο ακραία, λίγο χαοτική, λίγο αστεία ενίοτε. Και είναι προκλητική και συναισθηματική κάποιες φορές. Νομίζω ότι περικλείει τη ζωή. Η ζωή είναι μεγάλη και ακατάστατη. Και αυτή η παράσταση είναι μεγάλη και είναι ακατάστατη.
–Η χρήση του γυμνού εν προκειμένω πού χρησιμεύει; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια μεταφορά για το γεγονός ότι ερχόμαστε και φεύγουμε γυμνοί; Συγνώμη, μπορώ να πω κάτι; Νομίζω ότι είναι αστείο που συζητάμε για το γυμνό. Γιατί δεν μου θέτεις κι ένα ερώτημα του τύπου «γιατί φοράτε και ρούχα σ’ αυτό το έργο;» Τα πράγματα είναι απλά: το γυμνό εμφανίζεται όταν χρειάζεται να εμφανιστεί κι ως μέρος της ακατάστατης χειραφέτησης της ανθρώπινης συνθήκης. Είναι απλώς μέρος του σώματός μας. Όταν ξυπνάμε το πρωί είμαστε γυμνοί. Όταν αλλάζουμε ρούχα, είμαστε γυμνοί. Όταν κάνουμε ντους, είμαστε γυμνοί. Είναι ένα περιστασιακό και απλό γυμνό αυτό στην παράστασή μας. Υπάρχουν και ορισμένες σκηνές με παιχνιδιάρικη ερωτική συνεύρεση. Κι αυτή, συνήθως, απαιτεί να είμαστε γυμνοί. Το γυμνό υπάρχει εκεί που θα υπήρχε και στη ζωή.

–Τολμάμε να αντιμετωπίσουμε το αναπόφευκτο; Στην κοινωνία μας όλοι γνωρίζουμε ότι θα πεθάνουμε και όλοι γνωρίζουμε ότι τα αγαπημένα μας πρόσωπα πρόκειται να πεθάνουν. Αλλά δεν τολμάμε να το αντιμετωπίσουμε αυτό κατάφατσα. Δεν το συζητάμε. Δεν το φέρνουμε κοντά στην καθημερινότητά μας στη δυτική κοινωνία. Ωστόσο, είναι παντού γύρω μας. Έτσι, σ’ αυτή την παράσταση θέτουμε αυτά τα αμείλικτα ερωτήματα και ζητάμε να φέρουμε αυτό το ζήτημα κοντά και να ζήσουμε μαζί του, ώστε να μάθουμε πραγματικά απ’ αυτό, να το κατανοήσουμε.
–Πιστεύεις ότι το πρόβλημα στη ζωή είναι ότι θέτουμε στον εαυτό μας λάθος ερωτήσεις σχετικά με την ύπαρξη; Δεν μπορώ να μιλήσω για άλλους, μόνο για τον εαυτό μου. Εγώ θα το πήγαινα ακόμη παραπέρα και θα έλεγα ότι το πρόβλημα είναι να μη θέτουμε καθόλου ερωτήματα, να μη στοχαζόμαστε. Θα έλεγα επίσης ότι το πρόβλημα είναι όταν μοχθούμε πεισματικά να βρούμε εξήγηση και απάντηση, ενώ ίσως να μην υπάρχει μια στατική απάντηση και να πρόκειται μόνο για ένα συνεχές ταξίδι συνειδητοποίησης.
–Τίθεται πάντα ένα βασικό και αιώνιο ερώτημα στην τέχνη; Κι αν ναι, ποιο είναι αυτό; Δεν υπάρχει μόνο μία απάντηση σ’ αυτό. Για μένα είναι μερικά πράγματα. Το ένα είναι ότι η τέχνη είναι πολύ υπαρξιακή. Είναι ένα μέρος όπου μπορούμε ν’ αναλογιστούμε μόνοι μας σχετικά με το ότι υπάρχουμε. Οπότε στην πραγματικότητα μια παράσταση σαν αυτή καταγράφει την ουσία του γιατί ζούμε, κάνουμε κάτι και μετά πεθαίνουμε. Το άλλο είναι ότι η τέχνη είναι χώρος αναστοχασμού. Ένα μέρος όπου μπορείς να εισέλθεις και να αποχωρήσεις θέτοντας ερωτήματα σχετικά με το ποιος είσαι, τι πρεσβεύεις, τι πιστεύεις, ποιες επιλογές κάνεις. Και είναι επίσης ένας χώρος φαντασίας, μια περιοχή που επιτρέπει στην εσωτερική μας λειτουργία, στον εσωτερικό μας και υποσυνείδητο κόσμο, στον κόσμο της φαντασίας να ζωντανέψει στ’ αλήθεια.
–Μπορείς να φανταστείς μια δημιουργική διαδικασία χωρίς φαντασία; Φυσικά και όχι. Θέλω να πω, αν δεν υπάρχει φαντασία τότε εξ ορισμού δεν υπάρχει δημιουργία. Το μόνο που έχουμε είναι καλούπια.
–Επικοινωνούν πιο εύκολα οι άνθρωποι μέσω των συναισθημάτων και της εκφραστικότητας; Αυτό είναι διαφορετικό για τον καθένα. Και πάλι δεν υπάρχει μία απάντηση. Κάποιοι επικοινωνούν ευκολότερα μέσω των συναισθημάτων και κάποιοι άλλοι όχι. Μερικοί άνθρωποι καταπιέζουν τα συναισθήματά τους. Εγώ επικοινωνώ πολύ καλά με το συναίσθημα. Εκφράζω τα συναισθήματά μου, όμως τυγχάνει να είμαι καλλιτέχνης κι αυτό είναι που κάνω. Πάντως, εκφράζω τα συναισθήματά μου και στην καθημερινότητά μου. Αν αισθάνομαι λυπημένος, το λέω και το δείχνω στους ανθρώπους. Αν είμαι θυμωμένος, το ίδιο. «Φοράω» τα συναισθήματά μου ολοφάνερα κι αυτό γιατί πιστεύω στην αυθεντικότητα. Αλλά δεν είναι όλοι οι άνθρωποι έτσι κι επίσης διαφορετικές κουλτούρες έχουν διαφορετικές συνήθειες ως προς την εκδήλωση των συναισθημάτων. Για παράδειγμα, το κυπριακό πλαίσιο μπορεί να είναι πολύ διαφορετικό από το δανικό.
–Θα έλεγες ότι τα έργα σου είναι συναισθηματικά; Ναι, νομίζω ότι έχουν την έκφρασή τους και φαίνεται ότι σε αρκετούς έχει απήχηση αυτή η έκφραση- όχι σε όλους, φυσικά. Πάντως, αυτή η φόρμα άμεσης, ανθρωπινότατης έκφρασης, που κατά κάποιο τρόπο είναι ακατέργαστη και αρχέγονη, έχει απήχηση σε μένα και συνήθως έχει και στο κοινό.
–Από πού πηγάζουν οι επιθυμίες μας; Εξαρτάται από την επιθυμία. Υπάρχουν οι βασικές επιθυμίες, που είναι συνυφασμένες με το ένστικτο της επιβίωσης: πρέπει να φάμε, να κοιμηθούμε, να συνουσιαστούμε, να συντηρηθούμε για να συνεχίσουμε. Αυτές είναι πρωταρχικές επιθυμίες, αλλά μετά υπάρχουν κι άλλες. Οι άνθρωποι έχουν περισσότερες και πιο περίπλοκες επιθυμίες από τις βασικές και δεν μπορώ να πω από πού πηγάζουν οι επιθυμίες του καθενός. Κάθε άτομο έχει διαφορετικά συστατικά στοιχεία, διαφορετικά συναισθηματικά και ψυχολογικά συστατικά και οι επιθυμίες του είναι τα υποπροϊόντα των συστατικών αυτών που κοχλάζουν- αν βγάζει νόημα αυτό που λέω.

–Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία για έναν χορογράφο καθώς εφαρμόζει τις ιδέες του στους ερμηνευτές; Είμαι τυχερός γιατί δουλεύω με μια παρέα ανθρώπων την οποία νιώθω σαν οικογένεια. Δουλεύουμε παραγωγικά μαζί κι έτσι νομίζω ότι δεν προκύπτουν ιδιαίτερες δυσκολίες. Ή καλύτερα, οι δυσκολίες μας είναι κοινές και δεν τις βάζουμε ο ένας στον άλλο. Κάνουμε συλλογικά το ταξίδι σε μια προσπάθεια ν’ ανακαλύψουμε και να καταλάβουμε κάτι. Αντί για τη λέξη «δυσκολία» θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «ευθύνη», γιατί η μεγαλύτερη ευθύνη που έχω είναι να επικοινωνήσω αυτό που κάνω και να προσφέρω τις προϋποθέσεις άνευ όρων για να είναι αυτό το ταξίδι κατανόησης ασφαλές. Να διασφαλίσω έναν χώρο όπου ο καθένας θα φτάνει πέρα από τα όριά του και θα είναι ελεύθερος να πάει όσο πιο μακριά τολμήσει.
–Πόσο μακριά από το αρχικό όραμα σε οδηγεί κάθε φορά η ένταση της δημιουργικής διαδικασίας; Ο τρόπος που δουλεύω δεν προϋποθέτει απαραίτητα ένα ακλόνητο και χειροπιαστό αρχικό όραμα. Αυτό κάθε φορά αλλάζει. Συνήθως, το πρώτο που κάνω είναι να σχεδιάζω τη σκηνογραφία και την εγκατάσταση. Αφιερώνω χρόνο σ’ αυτό που ονομάζω «χώρο παιχνιδιού». Αφού σχεδιάσω αυτόν τον χώρο, γνωρίζω ότι το όραμά μου θα είναι το απόσταγμα αυτού που θέλω. Αλλά δεν γνωρίζω πώς θα μοιάζει. Για το «Carcass» ήξερα τις πρώτες δύο εβδομάδες ότι είχαμε μια σειρά από ερωτήματα σχετικά με τη ζωή και τον θάνατο και εξερευνήσαμε αυτά τα ερωτήματα απαντώντας αυτοσχεδιαστικά. Για αρκετούς από τους χορευτές ήταν η πρώτη φορά που έθεταν τέτοια ερωτήματα.
–Πώς βίωσαν αυτή τη διαδικασία; Προέκυψαν, φυσικά, πολλά δάκρυα, πολλά συναισθήματα και μπορώ τώρα να πω πως ό,τι συνέβη σ’ εκείνη την αίθουσα επί δύο εβδομάδες είναι η ουσία αυτής της παράστασης. Οι ερμηνευτές κλήθηκαν μετά να εμφανιστούν ενώπιον κοινού και να του θέσουν τα ερωτήματα αυτά. Αυτό είναι που αναζητώ κι αυτό αποτελεί εν τέλει το όραμα: να συζητάμε τα δύσκολα θέματα και να τα θέτουμε όλοι μαζί. Το άλλο που ήταν ξεκάθαρο για μένα μ’ αυτή τη δουλειά ήταν το γεγονός πως ήξερα ότι ήθελα να εντάξω όσο το δυνατόν περισσότερες από τις προτάσεις ερμηνείας. Κανονικά, έχουμε αρκετές για δέκα παραστάσεις και «κόβω» δημιουργικά μέχρι να φτάσω στο αποτέλεσμα. Εδώ, όπως, ήξερα ότι αυτό που ήθελα ήταν μεγάλο, ακατάστατο, ήθελα εκεί την ενέργεια ζωής των χορευτών χωρίς να με νοιάζει πόσο χαοτικό βγαίνει. Έτσι, όταν έρχεται η στιγμή του θανάτου νιώθουμε την απουσία του ερμηνευτή. Αυτό έψαχνα, αλλά δεν ήξερα εξαρχής πώς θα μοιάζει.
–Γιατί συνηθίζεις να κάνεις και τη σκηνογραφία; Είναι ζήτημα ελέγχου του αισθητικού αποτελέσματος; Θεωρώ τον εαυτό μου και εικαστικό καλλιτέχνη, ενώ ένα τεράστιο μέρος της δουλειάς μου αφορά την οπτική γλώσσα. Είτε πρόκειται για σκηνικά, είτε για εγκαταστάσεις, περνάω πάντα από μια διαδικασία σχεδιασμού. Ένα από τα πρώτα πράγματα που καταλήγω είναι η οπτική γλώσσα, που για μένα είναι εξίσου σημαντική με το δρώμενο. Υπάρχει λόγος που είναι όλα εκεί. Υπάρχει λόγος που τοποθετείται ένας καθρέφτης, που κυριαρχεί το γκρίζο κ.ο.κ. Κατά κάποιον τρόπο παίζουμε με σύμβολα- βασικά παίζουμε με το σχέδιο.
–Ποιο στοιχείο βοηθά τον θεατή να κατανοήσει καλύτερα την τέχνη; Από τη δική μου πλευρά, το σημαντικό είναι να κάνω μια σύγχρονη παράσταση με στοιχεία πειραματισμού, αλλά με απασχολεί ιδιαίτερα το πώς αυτό μεταδίδεται στο κοινό. Δεν μ’ ενδιαφέρει ένας σύγχρονος χορός που παρακολουθώ και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Στόχος μου είναι να δουλεύω σε κάποιο επίπεδο όπου η γλώσσα να είναι κατανοητή, είτε μέσω του συναισθήματος, είτε μέσω του κειμένου, είτε οπτικά. Μ’ ενδιαφέρουν πραγματικά οι ανθρώπινες εμπειρίες και θεωρώ ότι αυτή είναι η γέφυρα, η πόρτα για το ευρύ κοινό ώστε να έρθει και να παρακολουθήσει μια παράσταση σύγχρονου χορού. Δεν μ’ ενδιαφέρουν, για παράδειγμα, τα εννοιολογικά έργα. Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο «χάρισμα» που χρειάζεται να έχει ο θεατής. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να προκύψει σαφήνεια για τον θεατή και να βρεθούν παράθυρα κατανόησης και επικοινωνίας με τα επί σκηνής επιτελεσθέντα.
- INFO «Carcass» από την ομάδα Himherandit Productions, 25ο Φεστιβάλ Σύγχρονου Χορού Κύπρου, 10/6 Λεμεσός, Θέατρο Ριάλτο, 12/6 Λευκωσία, Δημοτικό Θέατρο, 8.30μ.μ. rialto.interticket.com
Ελεύθερα, 9.6.2024