Μία σπάνια συνέντευξη με έναν από τους πιο επιδραστικούς ανθρώπους της Κύπρου -καλλιεργημένο, εστέτ, εκδότη και συλλέκτη, ταυτόχρονα λάτρη του κάλλους της Τέχνης αλλά και «πρακτικό μυαλό» στην καθημερινή του εργασία, ως επικεφαλής στην μεγαλύτερη επιχείρηση Τύπου στην Κύπρο- με αφορμή την έκθεση Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης «Casts of an Island 2024», τη σημαντικότερη -θα προσθέσω- που έχει γίνει ποτέ στο νησί, την οποία επιμελήθηκε ο ίδιος, σε συνεργασία με το νεοϊδρυθέν ίδρυμα PSI Foundation και παρουσιάζεται στις ανακαινισμένες Αποθήκες Χαρουπιών, στο παραλιακό βιομηχανικό μέτωπο της Λεμεσού.
–Τι είναι για εσάς η Τέχνη; Πώς την αντιλαμβάνεστε; Η Τέχνη κι ο Πολιτισμός, σε όλες τους τις μορφές, κατέληξαν να είναι ζωοφόρο καταφύγιο μέσα στην καθημερινή φρενίτιδα που βιώνουμε: Είναι η ανθρωπιά που απέμεινε στον άνθρωπο, όταν τα υπόλοιπα γύρω έχουν σχεδόν διαλυθεί ή, ακόμα χειρότερα, ακολουθούν τον παραλογισμό της μεγαλομανίας και του νεοπλουτισμού που υπαγορεύει την επιθυμητή ζωή της πλειοψηφίας. Μέχρι και το απλούστερο, η γεύση, έχει μεταβληθεί σε κάτι το υπερβολικό πια – πιάτα για το θεαθήναι και τον εντυπωσιασμό, με παραφουσκωμένο λογαριασμό! Το να «περνώ καλά» ξοδεύοντας, και μάλιστα ξοδεύοντας σε χαβαλέ και γλέντι, έγινε μότο, δυστυχώς.
–Ποια είναι η επιθυμητή ζωή για εσάς, δηλαδή; Να εργάζομαι σκληρά, ώστε να εξασφαλίζω για εμάς ταξίδια με προορισμό την Τέχνη: Επισκέψεις σε γκαλερί και μουσεία στη διάρκεια της μέρας και το βράδυ θέατρο, όπερα, μπαλέτο. Από τότε που ήταν πολύ μικρές οι δύο μου κόρες, άλλωστε, αυτό κάνουμε – και, μεγαλώνοντας, τις παρατηρώ να αδημονούν γι’ αυτό. Και δεν είναι κάτι που γίνεται αυτοστιγμεί– χρειάζεται προετοιμασία μηνών για να γίνει σωστά!
–Η επαφή σας με την Τέχνη άλλαξε και τον τρόπο που σκέφτεστε, τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε τον κόσμο; Δεν νομίζω. Από μωρό παιδί έτσι ήμουν· ήταν σα να γεννήθηκα, με κάποιο μαγικό τρόπο, μέσα στον κόσμο της Τέχνης. Θυμάμαι τον παππού μου, Στέλιο Κοντόπουλο, ο οποίος είχε ως επάγγελμα ένα από τα πρώτα ντελικατέσεν στην Κύπρο, αλλά έκτιζε, την ίδια στιγμή, μία αδιανόητη για την εποχή συλλογή από αρχαιότητες, παλαιά βιβλία, πίνακες ζωγραφικής κι αντίκες. Με έπιανε απ’ το χέρι, θυμάμαι, και με καθοδηγούσε σε παλαιοπωλεία, για να αγοράσει οτιδήποτε τον αφορούσε, αλλά πιστεύω και για να με μπάσει στον μαγικό κόσμο της Τέχνης: Ένα ασημένιο νόμισμα με τον Μέγα Αλέξανδρο, ένας σφραγιδόλιθος, ένα μικρό αιγυπτιακό εδώλιο, ένα έργο μικρογλυπτικής, ή μια σειρά για τα Μεγάλα Μουσεία του Κόσμου, ήταν οι πρώτες μου αγορές, με το χαρτζιλίκι και τα λεφτά των γενεθλίων μου. Μετά ξεκίνησα να ζωγραφίζω, έκανα τα σκηνικά σε σχολικές παραστάσεις, έγραφα «παρωδίες» -σε τραγούδια της Γιουροβίζιον, μάλιστα (γελάμε)– σατιρίζοντας τους καθηγητές στο Λανίτειο Γυμνάσιο όπου φοιτούσα, στην τελική γιορτή. Η ενασχόλησή μου, επομένως, με την Τέχνη ήταν σημαντικό κομμάτι της νεανικής μου ηλικίας, κάτι που αντιλήφθηκε από την αρχή κι ο πατριός μου, Κώστας Ονουφρίου -ο άνθρωπος που με μεγάλωσε από τριών ετών- κι έτσι τροφοδοτούσε τα ενδιαφέροντά μου με βιβλία Τέχνης, αρχαίων πολιτισμών κ.λπ. Ως στέλεχος σε γνωστή εταιρεία κατασκευών, με ώθησε, αργότερα, να επιλέξω για σπουδές μου την αρχιτεκτονική. Έχοντας, εννοείται, έντονη άποψη πως αν ασχολούμουν αποκλειστικά με την Τέχνη, «δεν θα είχα να φάω!».
–Πώς αναγνωρίζετε ένα «καλό» έργο Τέχνης, σε σχέση με ένα «κακό»; Ένα έργο, δηλαδή, στο οποίο αξίζει να επενδύσετε; Καταρχάς, το έργο πρέπει να είναι «καλοκαμωμένο», να φέρει χειρωνακτικό κάματο, σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή του «concept», όπου το «τίποτα» προσπαθεί -επί ματαίω- να γίνει «κάτι». Πρέπει το έργο να έχει σοβαρότητα, να είναι στιβαρό – δύσκολα μπορώ να το εξηγήσω με λέξεις. Πώς διαλέγω, λοιπόν, ένα έργο: Εισέρχομαι θριαμβευτικά σε μία έκθεση (γελάει), ρίχνω μια γρήγορη ματιά κι αναγνωρίζω αμέσως αν αυτό μπροστά μου αξίζει. Την ίδια στιγμή ξέρω επακριβώς -στο λεπτό- το έργο που με ενδιαφέρει: το καλύτερο, εννοείται (γελάμε). Παλαιότερα, με πάθος τεράστιο και γεμάτο το πορτοφόλι, πήγαινα πάντα δυο μέρες προτού ανοίξει μία έκθεση που μ’ ενδιέφερε, με την αγωνία μήπως προηγηθεί κάποιος άλλος και χάσω το έργο που ήθελα– μπορεί και να μην κοιμόμουν γι’ αυτό τον λόγο, θα «αρρώσταινα» αν δεν το αποκτούσα, «ερωτευμένος», τρόπον τινά, μ’ αυτό. Πλέον, με την πάροδο των χρόνων, αγοράζω έργα για τη συλλογή Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης, πολύ επιλεκτικά, έργα που θεωρώ ότι θα αποτελέσουν πυλώνες, σταθμοί και συνδετικοί κρίκοι στην Ιστορία Τέχνης του τόπου μας, την οποία και η συλλογή υπηρετεί.
–Από πότε ξεκίνησε να σας αφορά η υστεροφημία σας, κύριε Παττίχη; Μα, δεν με ενδιαφέρει η υστεροφημία μου! Αυτό που με αφορά, από τη στιγμή που τάχθηκα, αποφασισμένος να συλλέγω σύγχρονη κυπριακή Τέχνη -και να μην κοιτάω το «χρηματιστήριο» της Τέχνης διεθνώς, όπως οι πλείστοι των συλλεκτών- είναι να στηρίξω την δημιουργία και τους καλλιτέχνες στον τόπο μου. Η συλλογή, που ανήκει στον μη κερδοσκοπικό οργανισμό CY.CO. (σ.σ. Cyprus Contemporary Art Center) ως αυθύπαρκτο κομμάτι, έχει τη δική της οντότητα, τη δική της «ταυτότητα» κι όχι ως συνδεδεμένης με εμένα προσωπικά. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι η υστεροφημία της Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης – και μόνο!
–Ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος, μου είχε πει παλιά για την αισθητική κάτι πολύ ωραίο: Πως «είναι λόγια ψιθυριστά στα αφτιά ευγενικών ανθρώπων…». Για εσάς, τι είναι το «καλόγουστο»; Πιο πολύ με ενδιαφέρει να δω κάτι ή κάποιον, που να αναγνωρίσω αμέσως πως έχει προσωπικότητα– είτε μου αρέσει αυτή, είτε όχι. Αυτό είναι πιο σημαντικό από το να σας καθορίσω τι είναι το καλό γούστο· το οποίο δεν νομίζω να εξηγείται κιόλας. Το καλό γούστο, άλλωστε, είναι ένα, δεν έχει «ναι μεν, αλλά…».
–Δεν είναι υποκειμενικό; Καθόλου! Η καλή αισθητική, το καλό γούστο, είναι κάτι απολύτως αντικειμενικό. Μπορεί να έχει διαφορετικές εκφάνσεις, να μην αρέσει στην ψυχοσύνθεσή σου, αλλά η ωραία αισθητική, σε οτιδήποτε επιλέξεις να εκπροσωπήσεις -ακόμη και στο ντύσιμο-, είναι μία!
–Πιστεύετε πως ο κόσμος αντιλαμβάνεται τη σύγχρονη Τέχνη; Δεν καταφεύγει πάντα στον πίνακα με λάδι με τα δύο σπίτια, τον πλάτανο και την κυπριακή φύση ως background; Αυτό το ξεπεράσαμε, μάλλον, δυστυχώς (γελάει), κι ο Κύπριος αναζητεί πλέον κάτι άλλο: Ψευδαίσθηση καλής επένδυσης κι αναγνωρίσιμο στάτους. Το να πάει κάποιος στο σπίτι του και να πει: «Αυτός έχει έργο του τάδε, άρα έχει λεφτά, άρα καταλαβαίνει κι από Τέχνη… Είναι ένας από εμάς!» Σκέψη χωρίς ειρμό αντιστοιχίας, όπου το έργο συνήθως είναι κακό, μια ξεπέτα με υπογραφή, αυτό που πολλοί επιτήδειοι σε ακριβές διευθύνσεις και πλατιές λεωφόρους, εμπορεύονται ασύστολα στις μέρες μας.

–Νομίζω πως έχετε ένα δίπολο στη ζωή σας κομμάτι -απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, από τη δημόσια εικόνα σας- που δεν είμαι βέβαιος αν αντικατοπτρίζει και την προσωπικότητά σας: Από τη μία βρίσκεται μια μεγάλη εταιρεία -η μεγαλύτερη του Τύπου στην Κύπρο, οι ισολογισμοί, οι μετοχές της, οι σκληρές αποφάσεις, τα λογιστικά, οι προσλήψεις κι οι απολύσεις-, κι από την άλλη είναι ο κόσμος της Τέχνης που εμπεριέχει, κατά κάποιο τρόπο, στην καθημερινότητά σας, κάτι μη απτό και μη μαθηματικά «λογικό». Πώς συνυπάρχουν; Σ’ αυτό με βοήθησαν πολύ οι σπουδές μου στο Μόναχο, στο συγκεκριμένο τεχνικό πανεπιστήμιο (σ.σ. στο Technische Universität München) και στη συγκεκριμένη πόλη όπου σε ωθούσαν να είσαι πιο «μαθηματικός», μελετώντας μηχανική και πολεοδομία, όχι μόνο ως αρχιτέκτονας όπου η βάση των σπουδών να είναι τα ωραία design. Μπορεί να σας εκπλήξω, αλλά είμαι «μαθηματικό» μυαλό και σοβαρός επιχειρηματίας, με πάμπολλους υπαλλήλους στη φροντίδα του (χαμογελάει).
–Και τι απέγινε εκείνο το παιδί που ζωγράφιζε, που σχεδίαζε τα σκηνικά των παραστάσεων του Λανιτείου, που ήταν φύσει καλλιτέχνης; Το «σκοτώσατε» μέσα στη φρενίτιδα των μπίζνες; Κάθε άλλο! Πρώτ’ απ’ όλα, ποτέ δεν σταμάτησα να σχεδιάζω. Όλη την ώρα κάνω αρχιτεκτονικά σχέδια -στο χέρι, με μολύβι, όχι στο AutoCAD (γελάει)– ενώ έχω διαρκώς πολλές ιδέες στο μυαλό μου κι αναρίθμητα έργα, που δεν υλοποιήθηκαν (χαμογελάει). Θα σου εξομολογηθώ, ωστόσο, πως στα 40 μου ήθελα να τα εγκαταλείψω, στα 50 μου θέλαμε να το σκάσουμε με ελαφρά πηδηματάκια μαζί με τη σύζυγο μου, τη Μύρνα, ενώ βίωσα πολλές φορές τη διελκυστίνδα πως θέλω να παρατήσω τις επιχειρήσεις και να κάνω εκείνο που μου αρέσει, το οποίο θα μπορούσε να ήταν η αρχιτεκτονική ή κάτι παρεμφερές μ’ αυτή, ή ακόμη και να ασχοληθώ με κάτι άλλο, με την αρχαία Αίγυπτο, για παράδειγμα· να, ένα άλλο μεγάλο μου πάθος. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν αγαπούσα πολύ πάντοτε και τον «Φιλελεύθερο», για να είμαστε ξεκάθαροι.
–Γιατί δεν τολμήσατε, τότε, να κάνετε το μεγάλο άλμα; Ήταν η ασφάλεια που αισθανόσασταν ως επικεφαλής της μεγαλύτερης εφημερίδας της Κύπρου, ήταν το γόητρο, ήταν μία είδους ευθύνη στις οικογενειακές καταβολές σας; Ήταν η ευθύνη που αισθανόμουν απέναντι στον «Φιλελεύθερο», στους ανθρώπους του, αλλά και η δημιουργικότητα μίας παρέας «τρελών» -νέοι όλοι τότε κι αυτοδημιούργητοι, θα πω, στον χώρο των εκδόσεων- στο να εισάξει μια καινοτόμο αισθητική στα περιοδικά του Ομίλου και στην όλη εικόνα του εν γένει: βάζοντας π.χ. την Άλκηστη Πρωτοψάλτη σε σκηνικό τσιγγάνικου τοπίου στον χώρο του σημερινού Πανεπιστημίου Κύπρου, φωτογραφίζοντας την Άννα Βίσση με φορέματα παντελώς άγνωστων σχεδιαστών -όλοι στο ξεκίνημά μας, τότε-, τη Μαντώ με κοθόρνους στην Αλυκή Λάρνακας, ή την Κωνσταντίνα με καταϊδρωμένους bodybuilders στη Λαπάτσα… Η λίστα, ατέλειωτη! (γελάει).
–Μου αναφέρετε τη Βίσση και τη Μαντώ, ενώ εγώ σας είχα ακούσει στα εγκαίνια της έκθεσης στη Λεμεσό, να μιλάτε σε κάποιον για… μινιμαλιστική μουσική και τον Κύπριο Ανδρέα Μουστούκη, μουσική του οποίου επιλέξατε και για την εκστρατεία της έκθεσης. Συνυπάρχει τόσο αρμονικά ο εστέτ Νίκος Παττίχης με τον λαϊκό εαυτό του; Απολύτως. Το ένα -αδιασάλευτο- κομμάτι της προσωπικότητάς μου συμπληρώνει -και είναι απαραίτητο!- και για το άλλο. Επειδή μου αναφέρεις τη μουσική, θα σου πω πως κι αυτή είναι μεγάλο κομμάτι της Τέχνης που αγαπώ και τολμώ να πω πως την έχω μελετήσει από τις καταβολές της και μέσα από όλα τα ποικίλα ρεύματά της. Άσχετο, αλλά αν και με δυο γιαγιάδες δασκάλες πιάνου δεν αξιώθηκα να μάθω μουσικό όργανο, το μετανιώνω οικτρά μέχρι και σήμερα. Από την άλλη, καλύτερα που ο κόσμος δεν με έχει δει να χορεύω ζεϊμπέκικο στα πόδια της Καίτης Γαρμπή– και μάλιστα άπειρες φορές (γελάει).
–Πώς είναι, αλήθεια, για έναν άνθρωπο, της παιδείας και της ευρύτερης μόρφωσης που δεν αμφισβητείται, να συνδιαλέγεται -λόγω των επιχειρήσεών του- με ανθρώπους άλλων καταβολών και αναφορών, και δη πολιτικούς, που αν τους αναφέρετε π.χ. το όνομα της σπουδαίας Πορτογαλίδας τραγουδίστριας των φάντος, Ντούλτσε Πόντες, την οποία εσείς «γνωρίσατε» πρώτη φορά στο κυπριακό κοινό το μακρινό 2005, θα σας ρωτήσουν «τι είναι τούτο;» Η απάντηση είναι πάρα πολύ απλή: Δεν συνδιαλέγομαι με πολιτικούς!
–Μα, δεν το επιβάλλει αυτό η φύση της εργασίας σας; Όχι. Εμείς κάνουμε τη δουλειά μας και οι πολιτικοί τη δική τους. Κρατώ απόσταση από τους πολιτικούς, για να μπορώ να κάνω, όσο πιο καλά μπορώ, τη δική μου δουλειά. Κάποιες φορές, που αυτό πήγαινε να διασαλευτεί, όταν μου έλεγαν «καλά, χθες βράδυ τρώγαμε μαζί και σήμερα γράφει αυτό το αιχμηρό για εμένα η εφημερίδα σου;» διέκοψα την παραμικρή επαφή. Με τα πολλά χρόνια πια στο πηδάλιο της εφημερίδας -37 για την ακρίβεια- ο κόσμος αντιλαμβάνεται αυτήν μας τη στάση -στον «Φιλελεύθερο», γενικότερα- και μας σέβεται, αφού έμαθε να το αποδέχεται. Θυμάμαι, όταν είχα πρωτοαναλάβει την εφημερίδα, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με έπαιρνε φρεσκότατος στο τηλέφωνο, στις 6:30 το πρωί, ο αείμνηστος Σπύρος Κυπριανού, για να παραπονεθεί για κάτι που γράφτηκε και που δεν του άρεσε. Μία, δύο, τρεις, τέσσερεις φορές… Σταμάτησα να το απαντώ– τόσο απλά. Και σταμάτησε κι αυτός. Ακολούθησαν Προέδροι κι αρχηγοί κομμάτων πολλοί, αρκετοί από αυτούς ικανοί, έξυπνοι -ξύπνιοι, προπαντός- κι ο κώδικάς μας αυτός, της -μη- επικοινωνίας, καθιερώθηκε! Ο «αγαπούλας» Ν.Α. μόνο έπαιρνε συχνά, και δικαιολογημένα -το τι του γράφαμε…- αλλά έχει έναν τέτοιο χαρακτήρα που ξεκινά έξαλλος και καταλήγει, πάντα, γλυκό «γατάκι». Ίσως και γι’ αυτό του συγχωρούν οι Κύπριοι τόσα και τόσα!
–Αυτή την -περίφημη- «τέταρτη εξουσία», έχοντας στην ιδιοκτησία σας τη μεγαλύτερη εφημερίδα της Κύπρου, την αισθάνεστε συχνά; Την αισθάνομαι -κι είναι λογικό- αλλά δεν τη χρησιμοποιώ, με τον τρόπο που τη χρησιμοποιούν οι πλείστοι, κι εδώ κι αλλού. Δεν έχω ζητήσει ποτέ «ρουσφέτι», δεν έχω εκβιάσει, δεν έχω απαιτήσει κάτι για οτιδήποτε, ακόμη και τις εποχές που «Ο Φιλελεύθερος» πουλούσε 10 φορές περισσότερα φύλλα από τη δεύτερη σε πωλήσεις εφημερίδα της Κύπρου. Αυτή είναι η νοοτροπία μου! Έτσι είναι διαμορφωμένη η προσωπικότητά μου κι έτσι έχω μεγαλώσει. Ως Σύνδεσμος Εκδοτών, σήμερα, επειδή έχουμε οργανωθεί πλέον με τον καλύτερο τρόπο, ναι, έχω διεκδικήσει πράγματα για το κοινό καλό. Έχω απαιτήσει και καταφέρει πλειστάκις, επίσης, κάτι για κάποιο σπουδαίο φιλανθρωπικό σκοπό, ή για τον Πολιτισμό και τις Τέχνες της χώρας μου, που τόσο παραγκωνίζονται ακόμα, αλλά ως Νίκος Παττίχης -για εμένα προσωπικά-, για να μπουν παραπάνω λεφτά στην τσέπη μου, ή για να «διευκολυνθούμε» ως επιχείρηση σε κάτι, ουδέποτε. Δεν θα καταδεχόμουν ποτέ κάτι τέτοιο!
–Προηγουμένως, είχατε αναφερθεί σε αυτά που είχατε σκεφτεί στα 40 και στα 50 σας χρόνια. Σε τρία χρόνια θα συμπληρώσετε τα 65 σας. Αυτό σημαίνει πως θα συνταξιοδοτηθείτε από τον «Φιλελεύθερο»; Γιατί να συνταξιοδοτηθώ από τον «Φιλελεύθερο»; Λατρεύω τον «Φιλελεύθερο» και τον μικρόκοσμό του, όσο μεγάλος κι αν ομοιάζει. Θεωρώ πως είμαι αρκετά νέος ακόμη και υγιής – σχεδόν υγιής, τουλάχιστον (γελάει)– ώστε να συνεχίσω να εργάζομαι και μετά τα 65 μου σε καθημερινή βάση. Με προβληματίζει, δεν σου κρύβω, η ταλαιπωρία του κλάδου, το γεγονός ότι δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε -οι παραδοσιακοί εκδότες- όσα υπέροχα φτιάχναμε παλιά, χάθηκαν και οι γενναιόδωρες χορηγίες που μας επέτρεπαν τις συχνές ποιοτικές προσφορές «βιβλιοθήκης» και τόσα άλλα πράγματα, όμως επιμένουμε στην αδιαμφισβήτητή μας ποιότητα, εγκυρότητα και σοβαρότητα– και θα αντέξουμε! Βλέπω στον παγκόσμιο και ελλαδικό χώρο, τους νεοεισελθέντες μηντιάρχες, με τα εκατομμύριά τους από άλλες δραστηριότητες, να διαθέτουν το απαραίτητο ρευστό για τον εμπλουτισμό των media τους και τους «ζηλεύω»– με την καλή έννοια.
–Εσείς, όμως, για τον κόσμο, είστε άλλης «πάστας», επιστρέψτε μου: έχετε όλα τα «χούγια», τα καλά και τα «κακά» ενδεχομένως, του Χρήστου Λαμπράκη– του διανοούμενου και λάτρη του Πολιτισμού, του απέχοντος από κοσμικά διαμορφωτή άποψης, αλλά και του απολύτως ταγμένου στην εφημερίδα του και στην ανάδειξη της κουλτούρας της χώρας του, εκδότη… Ξέρεις, είχαμε πολύ καλές σχέσεις με τον σπουδαίο Λαμπράκη. Κι έχω να θυμηθώ πολλά ωραία από εκείνον, που δεν είναι της παρούσης. Αλλά, καταλαβαίνω αυτό που λες: Κληρονόμησε και εκείνος μία εκδοτική επιχείρηση, προέβαλε την Τέχνη- τι πιο σπουδαίο από τη δημιουργία του Μεγάρου Μουσικής-, είχε πάθος με τον Πολιτισμό σε όλες του τις εκφάνσεις, περιφρουρούσε την ανεξαρτησία του λόγου και της κριτικής του, ενώ οι δημοσιογράφοι του είχαν την απόλυτη ελευθερία να γράψουν ό,τι θέλουν και να κριτικάρουν όποιον επιθυμούσαν– αλλά μιλάμε για άλλες, πολύ διαφορετικές, εποχές, όταν «Ο Φιλελεύθερος» με κυκλοφορία το Σάββατο 70.000 φύλλα ήταν, κατ’ αναλογία, η μεγαλύτερη εφημερίδα του Ελληνισμού!

-Νομίζετε πως θα υπάρξει και τέταρτη γενιά της οικογένειάς σας, στη διαχείριση και στην εκδοτική κορυφή του Ομίλου του «Φιλελευθέρου»; Δεν το θέλουμε, ούτε το επιδιώκουμε– ούτε η αγαπημένη μου ξαδέλφη, Μυρτώ (σ.σ. Μαρκίδου), «στρατεύει» την κόρη της για να αναλάβει στο μέλλον τον «Φιλελεύθερο», ούτε οι κόρες μου ονειρεύονται για το μέλλον τους ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Τρεις γενιές είναι αρκετές. Η Μυρτώ παραμένει το ισχυρό οικονομικό μυαλό, εγώ το δημιουργικό, ταιριάξαμε θαυμάσια όλα αυτά τα χρόνια, κάναμε πολλά, φέραμε τον «Φιλελεύθερο» σε μία αξιοζήλευτη κορυφαία θέση, αλλά ως εδώ. Εκτός κι αν εκπλαγούμε και υπάρξει κάποια μη εκφρασμένη έως σήμερα επιθυμία των παιδιών μας, στο να αναλάβουν, μετά τις σπουδές τους, την εκδοτική επιχείρηση. Όμως αυτό είναι μία -πολύ, πολύ- μελλοντική συζήτηση.
–Σήμερα που κυκλοφορεί η συνέντευξή σας, είναι και η μέρα των εκλογών -των πολλών και διαφορετικών- στην Κύπρο. Ήσασταν πάντα σταθερός στο τι ψηφίζατε μέσα στα χρόνια; Όχι κατ’ ανάγκη κομματική παράταξη, όσο περισσότερο ιδεολογία… Όχι. Ψήφιζα πολλά και διαφορετικά, σε διαφορετικές εποχές. Ανάλογα με το τι «βλέπω»… Kαι δεν επιθυμώ να επεκταθώ, όπως αντιλαμβάνεσαι.
–Για να επανέλθω στην έκθεση «Casts of an Island», από όσο μπορώ να αντιληφθώ αυτή είναι μία αφορμή μεγάλης ευτυχίας στην ζωή σας. Πόσες άλλες τέτοιες αφορμές ευτυχίας έχετε στην καθημερινότητά σας – πέρα από τα βασικά, που αφορούν στην οικογένειά σας και στην υγεία σας; Α, εγώ είμαι ευτυχισμένος με πάρα πολλά! Με τη Μύρνα είμαστε το ζευγάρι που μπορεί να γίνει ευτυχισμένο με τα πιο απλά: από μια θεατρική παράσταση που θα παρακολουθήσουμε, μέχρι μια ωραία βραδιά παρέα με αγαπημένους φίλους σε μια ταβέρνα της Λευκωσίας, από μία συναυλία του Γιώργου Νταλάρα στη Σχολή Τυφλών, έως και παρακολουθώντας μανιωδώς, κάθε χρόνο, τη βραδιά του Διαγωνισμού της Eurovision… Πολλά είναι αυτά που με κάνουν ευτυχισμένο! Σχεδόν καθημερινά.
–«Επιτυχημένος» στις μέρες μας, ποιος θεωρείτε πως είναι; Σίγουρα όχι εκείνος ο οποίος έχει λεφτά! Ξέρεις, είχα την ψευδαίσθηση, μετά από όσα συνέβησαν στην Κύπρο το 2013, πως θα είχαμε αλλάξει ως ιδιοσυγκρασίες. «Θα επιστρέψει ο Κύπριος στις παλιές αξίες με τις οποίες γαλουχήθηκε» επαναλάμβανα τακτικά– κι έκανα λάθος οικτρό. Γίναμε χειρότεροι: Σε μόνιμη κι αγωνιώδη αναζήτηση του γρήγορου κέρδους, των εύκολων χρημάτων, που οδηγεί στην ακατάσχετη επίδειξη πλούτου. Και ο κόσμος στη χώρα μας σε προτιμά κι επιδιώκει επαφή όταν έχεις τα λεφτά, ενώ, την ίδια στιγμή, το απολαμβάνει όταν κάποτε ξεκινήσεις να τα χάνεις… «Αθηναίοι και Θηβαίοι και κακοί Μυτιληναίοι και παν-κάκιστοι Κυπραίοι», όπως έλεγε η Ηπειρώτισσα γιαγιά της Μύρνας– σοφά λόγια που επιβεβαιώνονται συνεχώς, δυστυχώς!
–Μήπως τα λέτε εκ του ασφαλούς αυτά, επειδή ήσασταν πάντα οικονομικά εύρωστος; Όπως γνωρίζουν αρκετοί, λόγω της οικογενειακής μου κατάστασης, έγινα γόνος «Παττίχη» κοντά στα 27 μου χρόνια– και, ευτυχώς, λέω σήμερα, που δεν γεννήθηκα μέσα στα λεφτά και στον πλούτο. Ζούσαμε μετρημένα, ως παιδιά και ως έφηβοι, με τα δύο μου αδέλφια Ονουφρίου, στη Λεμεσό, εργαζόμουν στη διάρκεια των σπουδών μου ώστε να συμπληρώνω το φοιτητικό μηνιάτικο των 150 λιρών κι αργότερα, δουλέψαμε στην εφημερίδα, για πολλά χρόνια, με τη Μυρτώ, με πολύ συγκαταβατικούς μισθούς. Γνωρίζω, επομένως, πολύ καλά την αξία του χρήματος, ειδικά αυτού που αποκτάται με αφοσίωση και πολύ κόπο! Γενικότερα, ο 62χρονος που έχεις σήμερα απέναντί σου, δεν θυμίζει αρκετά τον Νίκο του παρελθόντος…
–Εννοείτε ιδιοσυγκρασιακά; Ως προσωπικότητα, κυρίως. Ξέρεις, ήμουν πολύ εσωστρεφής στο παρελθόν, σχεδόν μονήρης, ένας κλειστός χαρακτήρας που έκανε ταξίδια μόνος του, που πήγαινε συχνά για φαγητό μόνος του, που απολάμβανε συναυλίες και εκθέσεις μόνος του– και περνούσε ωραία μόνος του, δεν εμπεριείχε καμία είδους μελαγχολία όλο αυτό! Εξωστρεφή κι έξω καρδιά με μεταμόρφωσε, με «μαγικό ραβδί», η Μύρνα. Και της το χρωστώ!
–Κάτι για το τέλος: Έχετε σκεφτεί ποτέ ποιο ήταν το μεγαλύτερο προσωπικό λάθος των 62 σας χρόνων, κύριε Παττίχη; Συχνά σκέφτομαι, αν δεν επέστρεφα από το Μόναχο, από το Technische Universität München και όσα εξαιρετικά δημιουργικά έκανα εκεί, αναλαμβάνοντας πια τον «Φιλελεύθερο» στην Κύπρο, τι άλλη ζωή θα μπορούσα να είχα…
ΣΧΕΣΗ ΖΩΗΣ
Βρίσκομαι σε σχέση ζωής με τις παλιές Αποθήκες Χαρουπιών στο παραλιακό μέτωπο της πόλης μου Λεμεσού, μια σχέση 50 χρόνων, που ξεκίνησε ως εφηβικός έρωτας όταν ήμουν 13 ετών και ο αείμνηστος πατριός μου, μηχανικός Κώστας Ονουφρίου με πήγε για βόλτα στο κοντινό καρνάγιο και είδα για πρώτη φορά αυτό το επιβλητικό κτίσμα.
Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, ο οποίος εξελίχθηκε παθιασμένη σχέση, όταν ήμουν στο Μόναχο σπουδάζοντας αρχιτεκτονική και έκανα την πρώτη μου ερευνητική εργασία στο αριστούργημα του Μοντερνισμού, μία από τις πιο σημαντικές κατασκευές στην Κύπρο.
Πριν 18 χρόνια, έχοντας συγκεντρώσει μια μεγάλη συλλογή από έργα τέχνης και ιδρύσει τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό CYCO (Κέντρο Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης) που διαθέτει πλέον εκατοντάδες έργα μουσειακής ποιότητας -κυρίως Κυπρίων καλλιτεχνών- προσέγγισα τον πρώην Δήμαρχο της Λεμεσού, Ανδρέα Χρήστου, για να του προτείνω όπως ο Δήμος φροντίσει να το αποκτήσει από την χρεοκοπημένη Συνεργατική Οργάνωση Διανομής Χαρουπιών, αξιοποιώντας μάλιστα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αναπαλαίωση και μετατροπή των Αποθηκών σε Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης προσφέροντας τη συλλογή μου ως θεμέλιο λίθο (σε διαχρονικό δάνειο): και αυτή η προσφορά, μαζί με ανανεωμένες προσπάθειες συνεχίστηκαν με τον τωρινό Δήμαρχο, Νίκο Νικολαΐδη, ο οποίος επίσης έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον και αποφασιστικότητα ώστε να προχωρήσει αυτή η πολλά υποσχόμενη ιδέα.
Ζούμε όμως στην Κύπρο, όπου οι αρχές ποτέ δεν ανταποκρίνονται, και ένα αξέχαστο βράδυ, πριν 2 χρόνια, ο Δήμαρχος Νικολαΐδης ομολόγησε με ειλικρινή θλίψη: “Νίκο, χάσαμε το μουσείο μας, ένας νεαρός Ρώσος το αγόρασε”. Ένα “Ρωσσούδι” ήταν τα ακριβή λόγια του και ένα οδοιπορικό που διήρκεσε πάνω από δεκαετία με οδήγησε στα άγνωστα νερά της συνάντησης με τον εχθρό “… αυτό το ‘Ρωσσούδι’, που είναι ο Πετρ Βάλοφ, ιδρυτής της σημαντικής Εταιρείας exness, ο οποίος έχει γίνει ο συνοδοιπόρος μου στη μετατροπή των Αποθηκών σε ναό τέχνης: αγκάλιασε το όραμα από την αρχή με απεριόριστο σεβασμό για τη σημασία του κτηρίου, συγκέντρωσε ειδικούς από όλο τον κόσμο για να υποστηρίξουν τα μελλοντικά του βήματα, ίδρυσε το δικό του Ίδρυμα PSI Foundation, το οποίο φέρνει ελπίδα και προσδοκία στην καλλιτεχνική μας κοινότητα: ξεκίνησε ήδη να στηρίζει την δημιουργία στον τόπο, χορηγώντας την επίσημη συμμετοχή της Κύπρου στη φετινή Μπιενάλε της Βενετίας, παρουσιάζοντας και τη μεγάλη έκθεση Casts of an Island 2024, η οποία εγκαινίασε την λαμπρή επαναλειτουργία του χώρου.
Ο Πετρ Βάλοφ, προσέγγισε ήδη ορισμένα από τα μεγαλύτερα αρχιτεκτονικά γραφεία του κόσμου που παρουσίασαν εξαιρετικές προκαταρτικές αρχιτεκτονικές προτάσεις για την ανάπτυξη της παλιάς Αποθήκης Χαρουπιών και της ευρύτερης βιομηχανικής περιοχής που απέκτησε. Το Ίδρυμα PSI Foundation θα γίνει με βεβαιότητα ένας παγκόσμιας κλάσης καινούριος προορισμός πολιτισμού, όπως και η Κύπρος.
- Info: Η έκθεση Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης «Casts of an Island 2024», του νεοσύστατου Ιδρύματος PSI Foundation, σε επιμέλεια του συλλέκτη, Νίκου Χρ. Παττίχη, παρουσιάζει έργα 43 καλλιτεχνών, με πάνω από 120 δημιουργίες των τελευταίων 35 χρόνων. Στις παλιές Αποθήκες Χαρουπιών, ένα από τα σημαντικότερα δείγματα μοντέρνας αρχιτεκτονικής στην Κύπρο, έως τις 31/10/2024. Για τον μήνα Ιούνιο, μπορείτε να την επισκεφτείτε στις 12, 15, 16, 19, 22, 23, 26, 29 και 30 Ιουνίου. Τον Ιούλιο η έκθεση θα λειτουργήσει τις παρακάτω ημερομηνίες: 5, 6, 12, 13, 19, 20, 26, 27/7 (Παρασκευή 5-10μ.μ., Σάββατο 11π.μ.- 2μ.μ. & 5-10μ.μ.)
- Ημερομηνία επανέναρξης φθινοπώρου: 14η Σεπτεμβρίου. Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή: 5-8μ.μ., Σάββατο: 11π.μ.- 2μ.μ., 5-10μ.μ. Η έκθεση θα παραμείνει ανοικτή μέχρι και την 1η Δεκεμβρίου.