Η διακεκριμένη σκηνοθέτρια Αργυρώ Χιώτη επισημαίνει ότι χρειάζεται ένα γενναίο άλμα για να «δει» κανείς τον κόσμο του Ερωτόκριτου αλλιώς.
Έχει να επιδείξει αξιοσημείωτο έργο σε Ελλάδα και Γαλλία, με παραγωγές και συνεργασίες που έχουν παρουσιαστεί σε περιζήτητους χώρους, όπως η Επίδαυρος, το Ηρώδειο, η Στέγη Ωνάση και το Εθνικό Θέατρο. Όπως η ίδια σημειώνει, στη δουλειά της αναζητά σκηνικές φόρμες που στρέφονται προς την ποίηση και χαρακτηρίζονται από έντονη χορικότητα και σωματικότητα, με βασικό θέμα τον άνθρωπο και τον τρόπο που υπάρχει μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια. Στην πρώτη της συνεργασία με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος αναμετρήθηκε με επιτυχία με τον «Ερωτόκριτο« του Βιτσέντζου Κορνάρου, δίνοντας έμφαση στη δύναμη της αφήγησης και, κυρίως, της μουσικής. Με αφορμή την παρουσίαση της εν λόγω παραγωγής στην Κύπρο επισημαίνει ότι η Αρετούσα μπορεί να ιδωθεί ως μια γυναίκα που διεκδικεί την αυτοδιάθεσή της και ανατρέπει τα προγνωστικά. Παράλληλα, διατυπώνει την άποψη ότι το θέατρο, ακολουθώντας τις τάσεις των καιρών, χαρακτηρίζεται κι αυτό από έναν διάχυτο συντηρητισμό.
–Γιατί το έργο αυτό, παρότι είναι πασίγνωστο στον ελληνικό χώρο και θεωρείται κλασσικό, δεν ανεβαίνει τόσο συχνά; Από τη μία ο όγκος του κειμένου είναι πολύ μεγάλος (10.000 στίχοι), που σημαίνει ότι για ν’ ανέβει στη σκηνή χρειάζεται μια δραματουργική επεξεργασία στοχευμένη, ιδιαίτερη. Επίσης, πρόκειται για ένα ποίημα, έμμετρο, οπότε ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, όσο κι αν γοητεύει στο άκουσμα, μπορεί να αποτελέσει απωθητικό παράγοντα, κρύβει δυσκολίες διαχείρισης και πρόσληψης. Τέλος, μάλλον είναι επιφορτισμένο με μια συγκεκριμένη αισθητική, ως προς τη μουσική αλλά και την ιστορία που αφηγείται, χρειάζεται επομένως ένα γενναίο άλμα για να «δει» κανείς τον κόσμο του Ερωτόκριτου αλλιώς…
–Πώς αντλεί κανείς τη θεατρικότητα απ’ αυτό το έμμετρο μυθιστόρημα και πώς τη μετουσιώνει σε σκηνική πράξη; Ο λυρισμός του Ερωτόκριτου αγγίζει βαθιά ανθρώπινα ψυχικά τοπία, ανθρώπινες καταστάσεις ακραίες αλλά και κοινές, εύκολα αναγνωρίσιμες, πατώντας σε δύο γνώμονες: την αλήθεια και την ομορφιά. «…εγώ όταν σε ζουγράφισα έβγαλα απ’ την καρδιά μου αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η ζουγραφιά μου…». Συνδυάζει από τη μία, από την πλευρά της δραματουργίας, τα άκρα, μεγέθη ενός ανθρώπινου, κοινωνικού δράματος, και από την άλλη, την εμπειρία της μουσικής. Μιλώ για τη μουσική της ίδιας της γλώσσας, της ποίησης. Σ’ αυτό το δίπολο προσπαθήσαμε να βουτήξουμε στη σκηνή: της μουσικής που έρχεται από το έμμετρο ποίημα και της αλήθειας των σχέσεων που δημιουργούνται στο παρόν. Με τη δυναμική και την ορμητικότητα που απαιτεί και το ένα και το άλλο. Ξεκινώντας πάντα από την αφήγηση, κάτι που το ίδιο το κείμενο προτείνει, τη φωνή του ποιητή δηλαδή, που σιγά- σιγά οδηγεί τους θεατές στην ιστορία όλο και πιο βαθιά. Η αφήγηση, που συνδέει επίσης το Τώρα μας με το παρελθόν και τη μεγάλη προφορική παράδοση που αυτό φέρει.
–Ποιο ερωτηματικό σάς δυσκόλεψε περισσότερο κατά την αποκωδικοποίηση της πρότασης; Καταρχάς, το ερωτηματικό της συμπύκνωσης του πραγματικού χρόνου της ιστορίας σε μια παράσταση μιάμισης ώρας. Πώς να χωρέσουν όλα τα σημαντικά σε μια ιστορία σύντομη και πυκνή; Η φυλάκιση μόνο της Αρετούσας διήρκησε πέντε χρόνια… Έπειτα υπήρχε το ερωτηματικό της αποτύπωσης αυτού του χρόνου αλλά και των γεγονότων που συνέβησαν στα πρόσωπα του έργου, με μέσα όλες τις σκηνές πλήθους, πολέμου, κονταρομαχιών, απομόνωσης -εξορισμού ή φυλακής- και επιστροφής… Πώς αποτυπώνουμε τις κονταρομαχίες σήμερα; Σ’ εμάς έγιναν αγώνες ποίησης και δεξιοτήτων. Πώς αποτυπώνεται μια σκηνή πολέμου; Με μια κρίσιμη διαμάχη σώμα με σώμα; Σ’ εμάς έγινε ένα ρέκβιεμ που έγραψε η μουσικός μας Λόλα Τότσιου και τραγουδά υπέροχα η Αίγλη Κατσίκη, ενώ πίσω αναμετρώνται χορεύοντας βαλς ο Χρίστος Στυλιανού (Ερωτόκριτος) με τον Κωνσταντίνο Χειλά (εχθρός εκείνη τη στιγμή). Για να συνοψίσω, το ερωτηματικό που μας δυσκόλεψε περισσότερο ήταν αυτό της μετατόπισης της ιστορίας και της χρονικότητάς της σ’ ένα Τώρα -σκηνικό αλλά και επίκαιρο- και σε μια πύκνωση, με τρόπο εύγλωττο αλλά και λυρικό ταυτόχρονα. Ζητούμενο βέβαια που με απασχολεί σε κάθε παράσταση, αλλά εδώ μας παίδεψε λόγω του συγκεκριμένου ύφους, του μέτρου, της ακρότητας του κόσμου που έπρεπε να διαχειριστούμε.
–Ήταν συνειδητή πρόθεση του Κορνάρου να υπονοήσει ή να αναδείξει την πτυχή της γυναικείας χειραφέτησης; Ναι, ο Κορνάρος υπήρξε κοινωνός του αναγεννησιακού πνεύματος της Βενετίας, που έφερε ένα ρεύμα πρώιμου φεμινισμού και στην Κρήτη. Κοινωνικά ζητήματα όπως η γυναικεία χειραφέτηση είχαν αρχίσει να θέτονται εύγλωττα μέσα από την τέχνη σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ειδικά στη Κρήτη, όμως, ένα νησί με ιδιαίτερη θέση της γυναίκας από την αρχαιότητα, μπορούμε να φανταστούμε πόσο βαρύνουσας σημασίας θα πρέπει να ήταν η ανάδειξη ενός τέτοιου ζητήματος τότε.

–Υπό ποια προϋπόθεση θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την Αρετούσα «πρώιμη φεμινίστρια»; Μπορεί να ιδωθεί ως μια νέα γυναίκα που διεκδικεί την αυτοδιάθεσή της μέχρι τέλους, που παραμένει ενεργητική και αιχμηρή, που αγαπά τα γράμματα και τη νόηση, που επιλέγει, αντί να κρυφτεί πίσω από τα ψέματα, να έρθει σε κατά πρόσωπο αντιπαράθεση με τον πατέρα της, εκφράζοντας την άποψή της για την πραγματικότητα του καιρού της. Μπορεί να ιδωθεί ως μια νέα γυναίκα που ανατρέπει τα προγνωστικά, που ξεπερνά τα οικογενειακά και κοινωνικά δεδομένα και δεσμά για να γίνει αυτό που της υπαγορεύει η καρδιά της. Και τον αγώνα της τον επικοινωνεί με το περιβάλλον της με καθαρότητα και τόλμη.
–Ποια μπορεί να είναι η πρόθεση όταν καταπιάνεται κανείς μ’ ένα κλασικό κείμενο; Να συνδεθεί προσωπικά και να βρει τον τρόπο να προτείνει αυτήν την προσωπική σύνδεση και στους ανθρώπους που το δέχονται. Αναδεικνύοντας την κλασική του αξία (π.χ. πλούτο της γλώσσας) και ταυτόχρονα δίνοντάς του ζωή, πνοή σημερινή.
–Ποιο είναι το βασικό προσόν που πρέπει να έχει ένας θεατής; Ανοιχτωσιά. Να είναι διαθέσιμος ώστε ν’ ακούσει, να δει, να νιώσει σαν για πρώτη φορά.

–Πώς βλέπετε να εξελίσσεται το θέατρο στο 2024; Ποιες είναι οι κυρίαρχες τάσεις και αναζητήσεις; Το θέατρο ακολουθεί τις τάσεις των καιρών μας: έναν διάχυτο συντηρητισμό, μια γενικευμένη κατάσταση φόβου που οδηγεί σε φαινομενικά ασφαλείς λύσεις παντός είδους (δηλαδή σε κάποιου είδους «κλείσιμο»), σε μια έντονη ανάγκη για έλεγχο (για παράδειγμα στο θέατρο ζητούμενο συνεργασίας με ευρέως αναγνωρίσιμους ηθοποιούς, κυρίως μέσα από την τηλεόραση, σαν εχέγγυο εισπρακτικής επιτυχίας), στην κυριαρχία των socials παντού, σε μία τάση προς τον ρεαλισμό (διαμόρφωση κοινής γνώμης) και τους κώδικες επικοινωνίας της καθημερινότητας (όσο παράλογοι κι αν γίνονται αυτοί). Δεν έχει καν σημασία τι και σε ποιο βαθμό κάτι απ’ όλα αυτά με εκφράζει, σημασία έχει ότι καλούμαι κι εγώ όπως όλοι να υπάρξω μέσα και δίπλα σ’ αυτές τις τάσεις, διυλίζοντας όσο κι ό,τι καταφέρνω, αναζητώντας φωτεινές εξαιρέσεις. Ελπίζοντας ότι σύντομα αυτές οι τάσεις θα έχουν πια ξεπεραστεί.
–Η ανασφάλεια είναι προαπαιτούμενο για έναν δημιουργό; Σας απωθεί το «ασφαλές» στην τέχνη; Αν εννοείτε την ανασφάλεια του εαυτού, καθόλου δεν τη θεωρώ προαπαιτούμενο για έναν δημιουργό. Ίσα- ίσα, μόνο σαν πονηρό εμπόδιο στη δημιουργία μπορώ να τη δω. Η στιγμή της δημιουργίας, σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης, είναι πάνω και πέρα από τα συναισθήματα, είναι «εκτός εαυτού», συνομιλεί μ’ έναν ανώτερο εαυτό μας και σ’ ένα κενό πραγματικού χρόνου. Φέρνω το παράδειγμα ενός πρωταθλητή: μπορεί να έχει ανασφάλεια τη στιγμή της κούρσας, της διαδρομής, του άλματος; Αποκλείεται. Τώρα, αν αντί για «ανασφάλεια», πούμε: βουτιά στο άγνωστο, το ανεξέλεγκτο -ακόμα και του εαυτού-, παραδοχή του «δεν ξέρω», της επικινδυνότητας που φέρνει αυτός ο νέος, κενός χώρος και χρόνος μέσα στον οποίο μπορεί να γεννηθούν τα πράγματα και μαζί τα αισθήματα και τα συναισθήματά μας, τότε μιλάμε για κάτι άλλο· αυτό το θεωρώ προαπαιτούμενο στην τέχνη, ναι. Προϋποθέτει άσκηση και εμπιστοσύνη -το αντίθετο της ανασφάλειας- στον εαυτό, ώστε να συμβεί η βουτιά και το άφημα σ’ αυτήν.
-Τι αναπολείτε περισσότερο από τα πρώτα σας χρόνια στον χώρο; Τίποτα δεν αναπολώ. Δεν ήταν κάτι καλύτερο από τώρα. Με θλίβουν οι άνθρωποι που αναπολούν το παρελθόν. Στο τώρα και στο μπροστά θέλω να είμαι, με την εμπειρία των προηγούμενων ή πρώτων χρόνων ως παρακαταθήκη, αρκεί να μένει στο εσωτερικό η φλόγα αναμμένη, για να έχω δύναμη και να καταφέρνω τα πράγματα στον χώρο. Μόνο μια στενή σχέση συνεργασίας που έχασα ίσως μπορώ να πω ότι αναπολώ, έναν άνθρωπο που μού λείπει δηλαδή, στη δουλειά.
- INFO Ο «Ερωτόκριτος» του ΚΘΒΕ παρουσιάζεται την Τετάρτη 10/1 στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας, 8.30μ.μ. SoldOut Tickets
Ελεύθερα, 7.1.2024