Η σημαντικότερη Ελληνίδα ερμηνεύτρια, σε μια σπάνιά της συνέντευξη, στον «Φ».

Είχατε ενδοιασμούς στο να ακουστούν ξανά αυτά τα τραγούδια, αλλά με άλλη μορφή από την αρχική; Όχι, δεν είχα καθόλου ενδοιασμούς. Ίσα ίσα που με ενθουσίασε από την αρχή αυτή η ιδέα – είναι κάτι που γίνεται, έτσι κι αλλιώς. Άλλωστε, έχει ξαναγίνει στο παρελθόν και σε δικά μου τραγούδια, μεμονωμένα, αλλά όχι σε ολόκληρο άλμπουμ. Το μόνο που αναρωτιόμουνα, επάνω στην διαδικασία, και όχι όταν ήταν πια κάποιο τραγούδι τελειωμένο, ήταν αν ήταν σωστή η κατεύθυνση ή αν θα έβαζα κάτι άλλο εγώ. Γιατί, ο καθένας, έχει την δική του αισθητική, την δική του αντίληψη περί του ωραίου. Δεν ήθελα, δηλαδή, να καταργηθεί το πνεύμα του τραγουδιού. Παρακολούθησα, όμως, όλη τη διαδικασία.

Ποιο ήταν το πρώτο τραγούδι που ακούσατε; «Ο άνθρωπος του κάβου». Αυτό που είχε βγει και πρώτο. Εκεί, για παράδειγμα, τα ερωτηματικά μου ήταν γιατί κόπηκαν κάποια λόγια απ’ το τραγούδι· φοβήθηκα ότι δεν ειπώθηκε η ιστορία μου. Γιατί ο δημιουργός πονάει γι’ αυτό που κάνει και τον πειράζει. Αλλά ήταν κάτι που το είχα ζήσει και παλαιότερα, όταν πρωτοέφτιαχνα ένα τραγούδι, όταν το ηχογραφούσα, ή όταν έλεγα τα τραγούδια κάποιων άλλων, και βλέπαμε ότι κάπου πλατειάζει, ότι είναι πολύ το κείμενο και δεν χρειάζεται να είναι τόσο πολύ, γιατί αυτό που είχες να πεις το έχεις ήδη πει. Στο τέλος, λοιπόν, υπέκυψα στην άποψη του Μάνου. Γιατί κι εγώ, στο παρελθόν, βρέθηκα σε αυτή τη θέση. Αλλά, ο δημιουργός, πολλές φορές, θέλει να πει κι άλλα, κι άλλα… (χαμογελάει).

Τα λέτε πια ραπάρωντας… Α, κι από ‘κει κόψαμε. Γιατί έπρεπε να αφήσουμε χώρο στον ΛΕΞ.

Το «Φύγε» πάντως ήταν το τραγούδι που είχε τα περισσότερα σχόλια, μόλις κυκλοφόρησε ολοκληρωμένο το «Reworks»… Ναι, γιατί ξάφνιασε τον κόσμο. Ξάφνιασε περισσότερο την «περιοχή» του ΛΕΞ, όχι τους δικούς μου, γιατί οι δικοί μου έχουν συνηθίσει να τους ξαφνιάζω. Οι νεότεροι είναι και πιο φανατισμένοι και κάνουν πιο στενό focus στον άνθρωπο που αγαπάνε, σ’ αυτόν που ακολουθούν. Κι έτσι βρήκα πολύ φυσικές κάποιες αντιδράσεις. Είχαμε, από τη μία, τους «σκληροπυρηνικούς» του ΛΕΞ που έλεγαν «γιατί το ‘κανες αυτό; Γιατί έβαλες κι άλλον άνθρωπο μέσα;», κι είχαμε κι αυτούς που ήταν ok, που τους αρέσουν αυτές οι συνεργασίες. Οι περισσότεροι, πιστεύω, πως χάρηκαν αυτή τη συνεργασία – και γιατί εγώ ξαναβγήκα με κάτι κι είμαι παρούσα, και επειδή ο ΛΕΞ έκανε κάτι διαφορετικό.

Την περίοδο του «Μεγάλωσα» είχατε γράψει και το «Φύγε»; Όχι, μετά. Είναι του 2014-2015, κάπου εκεί.

Εσείς επιλέξατε τον ΛΕΞ ή ήταν ιδέα του Μάνου; Εγώ τον επέλεξα. Με συγκινούν πάρα πολύ τα κείμενά του. Kαι τον ακούω στο Spotify. Αν και δεν έχω πάει ποτέ σε συναυλία του…

Ούτε όταν έκανε εκείνη την μεγάλη συναυλία με τις χιλιάδες κόσμου, κοντά στο σπίτι σας, στη Νέα Σμύρνη; Εκεί τον παρακολούθησα απ’ το μπαλκόνι μου (γελάει). Θυμάμαι ότι είχε γεμίσει ο δρόμος που μένω, με τον κόσμο που κατέβαινε απ’ τον Πανιώνιο και, ξαφνικά, έγινε κάτι δυναμικό στη Νέα Σμύρνη που δεν καταλαβαίναμε από πού μας ήρθε αυτό το πράγμα. Μας έπιασε στον ύπνο. Ήταν συγκλονιστικό.  Δεν ξέρω πάντως, ακόμη και τώρα, αν θα πήγαινα σε μία τόσο μαζική μεγάλη συναυλία του…

Γιατί το λέτε αυτό; Μου φαίνεται πολύ ταραγμένη η «περιοχή» αυτή για να βρεθώ εκεί. Όπως δεν θα πήγαινα και σε μια συναυλία του Θανάση Παπακωνσταντίνου -που λατρεύω το έργο του-, όπου επίσης γίνεται χαμός εκεί. Θέλω πιο ήσυχη κατάσταση πια.

Έτσι είναι η καθημερινότητά σας πια; Πέρα από τα γυρίσματα που έχετε, πέρα από πρόβες που ενδεχομένως κάνετε… Έτσι ήταν πάντα η καθημερινότητά μου. Ξέρετε, για όλα τα πράγματα πρέπει να έχεις και την ανάλογη ενέργεια για να τα παρακολουθήσεις. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, ακούω πάρα πολλή μουσική, δεν ειν’ ανάγκη να είμαι εκεί, παρούσα. Άσε τα παιδιά να πάνε στον δικό τους χώρο…

Τι μουσική ακούτε αυτή την περίοδο; Α, είναι ανάλογα με την διάθεσή μου. Μπαίνω στο Spotify και διαλέγω μουσικές. Ας πούμε, σήμερα το πρωί, προτού συναντηθούμε, ξύπνησα και άκουγα Nicola Piovani. Άλλη στιγμή θα ακούσω blues, άλλη στιγμή κάποιους καλλιτέχνες που δεν τους έχω παρακολουθήσει πολύ και τους ανακαλύπτω τώρα – συνήθως ακούω μουσική που μου κάνει παρέα στο σπίτι· είτε για να διαβάσω, είτε για να κάνω κάποια δουλειά, είτε καθώς είμαι στον υπολογιστή μου… Τέτοιες, ήσυχες μουσικές.

Χαρούλα ακούτε; Ποτέ. Τη Χαρούλα την ακούω όταν δουλεύω. Δεν θα βάλω να ακούω τον εαυτό μου· θα ‘ταν πολύ αυτιστικό αν έκανα κάτι τέτοιο (γελάει).

Όταν σας έστελναν οι συνεργάτες σας αυτά τα τραγούδια του «Reworks», αφότου ήσασταν πια στην διαδικασία επεξεργασίας τους και ακούγατε ξανά την φωνή σας, τι σκεφτόσασταν; Δεν συμφιλιώθηκα αμέσως με τον νέο ήχο της φωνής, γιατί είχα συνηθίσει περισσότερο τον αναλογικό ήχο των ηχογραφήσεων. Απλά, έπρεπε η φωνή μου να κάνει παρέα και με αυτούς τους νεότερους ήχους, με την νεότερη άποψη περί ήχου. Και στο κάτω κάτω αυτό ήταν μια δουλειά των παιδιών και του Μάνου. Οπότε αφού αυτοί έκαναν την παραγωγή, αφού αυτοί είχαν την ευθύνη του αποτελέσματος, αυτούς έπρεπε να ακούσω. Κι έτσι αφέθηκα.

Πάντοτε, άλλωστε, αφηνόσασταν στο καινούργιο· η πορεία σας είναι γεμάτη από τομές: Από τα λαϊκά, στον Βαρδή, έπειτα στον Μικρούτσικο, μετά στον Αντύπα, κι άλλα, πολλά… Ο καλλιτέχνης αυτό πρέπει να κάνει: Να προχωράει. Πρέπει να σπάει το πλαίσιο, κι αν τον ερεθίζουν άλλα πράγματα πρέπει να τα δοκιμάζει. Ε, κι άμα σπάσεις και τα μούτρα σου, τα ‘σπασες. Αλλά αυτό έχει αξία για μένα: Το να πάω παρακάτω. Ξέρεις, με το να ανοίγουμε πόρτες και να μπαίνουμε σε σκοτεινά, άγνωστα δωμάτια, μπορεί να μας αποκαλυφθούν καταπληκτικά πράγματα. Μπορεί, απ’ την άλλη, να βρούμε και ένα τέρας μπροστά μας. Αλλά και μόνο το ότι δεν έμεινες στα ίδια και στα ίδια, είναι σημαντικό… Άλλωστε, ό,τι έχω κάνει μέχρι τώρα, εκεί είναι. Κι όποιος θέλει να πάρει χαρά και ευχαρίστηση, εκεί είναι και το ακούει. Από εκεί και πέρα, έχω και το δικαίωμα και την υποχρέωση στον ανήσυχο εαυτό μου να δοκιμάσει πράγματα, να παίξει. Αυτό θέλω να κάνω. Όποτε έχω το κέφι να το κάνω.

Εδώ αλλάξατε πεδίο δράσης Τέχνης πια… Αυτό σημαίνει πως τα ερεθίσματα τα δικά μου, στο να ανοίγω αυτές τις πόρτες που λέγαμε προηγουμένως, τα βλέπει και ο άλλος δημιουργός. Χωρίς να ζητάω κάτι, και μόνο που είμαι διαθέσιμη στο να συμβεί είναι ερέθισμα και για τον άλλον – έναν σκηνοθέτη, έναν μουσικό…

Ήσασταν πάντα διαθέσιμη σε αυτό που θα φέρει η ζωή, ή περνούσατε και περιόδους στη ζωή σας πιο «κλειστές», πιο εσωτερικές, που κλείνατε τα παντζούρια της καρδιάς και της ψυχής σας; Ήμουνα διαθέσιμη, παρόλο που ήμουν κι ένας κλειστός άνθρωπος· ένας άνθρωπος που δεν «φώναζα» ποτέ. Δεν ήμουν ιδιαίτερα επικοινωνιακή, δεν ανοιγόμουν πολύ σε παρέες ή σε κοσμικότητες. Χαίρομαι, απ’ την άλλη, τους ανθρώπους που είναι ανοιχτοί και επικοινωνούν εύκολα με τους άλλους, και θα ήθελα να είχα κι εγώ ένα τέτοιο δυνατό κομμάτι. Και θα ήθελα να το είχα όταν ήμουν 30 χρόνων, όχι τώρα που, έτσι κι αλλιώς, δεν μπορώ να κάνω τα πράγματα που θα έκανα τότε. Αυτό, όμως, που με κρατούσε στο να μην εκφράζομαι με αυτό τον τρόπο, με έκανε να ακούω, να ψάχνω, να διαβάζω, να μπορώ να παίρνω ερεθίσματα, και έτσι, αργότερα, να με βρίσκουν τα πράγματα «διαβασμένη». Σαν να ετοίμαζα τον εαυτό μου, στο να του συμβούν άλλα πράγματα. Γιατί ψαχνόμουν.

Να διευκρινίσουμε σε όσους αναρωτήθηκαν όταν άκουσαν το «Reworks», πως η αλλαγή του στίχου στην «Πανσέληνο», όπου η λέξη «ψυχή» αντικαταστάθηκε με την λέξη «φωνή», κι έγινε «Τα ζήτησα όλα απ’ τη ζωή μου / τα πλήρωσα με την φωνή μου», δεν έγινε τώρα, αλλά είχε γίνει σε κάποιο live σας στο παρελθόν… Ακριβώς. Ξέρετε, καμιά φορά, μπορεί κάτι να γίνεται μέσα σου και να εκφράζεται με αυτό τον τρόπο. Και το «λάθος», να γίνεται κάτι από αλήθεια. Έχει συμβεί να πω τραγούδια έτσι όπως πρωτογράφτηκαν, θυμάμαι τραγούδια του Λοΐζου, τραγούδια από το «Καλημέρα ήλιε», το «Ποιος το ξέρει» για παράδειγμα, όταν ήταν ακόμη η Χούντα στην Ελλάδα, που υπήρχε λογοκρισία και μας άλλαζαν τους στίχους των τραγουδιών, και να βγαίνω εγώ μετά, και να λέω το τραγούδι με άλλους στίχους. Και ξαφνικά πεταγόταν αυτός ο στίχος, που ήταν ο πρώτος που γράφτηκε. Έτσι κι εδώ. Δεν ηχογράφησα ποτέ «τη φωνή μου», είχα ηχογραφήσει «την ψυχή μου», αλλά μπορεί να είχε παίξει από τότε το δίλημμα, τι θα πω στο τραγούδι. Ο κόσμος τώρα το συνδέει με αυτό που έγινε, που σταμάτησα να τραγουδάω, αλλά δεν έχει να κάνει μ’ αυτό. Καμιά φορά, άλλωστε, τα τυχαία δεν είναι πολύ τυχαία, κι ούτε τυχαία είναι η στιγμή του ανθρώπου που τραγουδάει κι υπάρχει μια άλλη φωνή, από μέσα, που λέει κάτι άλλο.

Από αυτά τα 10 τραγούδια του «Reworks», με ποιο είστε πιο συναισθηματικά δεμένη; Όχι ποιο σας αρέσει… Λόγω του ότι, ίσως, η συγκεκριμένη περίοδος του συγκεκριμένου τραγουδιού, κάτι να σημαίνει για εσάς… Με την «Πανσέληνο». Ήταν ο πρώτος ολοκληρωμένος δίσκος που έκανα με δικά μου τραγούδια, κι αυτό είναι ένα πολύ προσωπικό μου τραγούδι – δεν ξέρω γιατί, αλλά τ’ αγαπάω αυτό το τραγούδι… Τη στιγμή πάντως που βγήκε αυτό το τραγούδι, αυτά ήθελα να πω. Δεν θα ‘λεγα, ίσως, τα ίδια λόγια σήμερα. Δεν θα ‘λεγα, για παράδειγμα, «είναι σκληρό για μια γυναίκα να ‘ναι μόνη» σήμερα. Είναι μια χαρά να ‘ναι και μόνη (γελάει)!

Έχω πάντως την εντύπωση πως, από το 1995 που κυκλοφόρησε ο συγκεκριμένος δίσκος, «Οδός Νεφέλης ‘88», έχετε γίνει πιο εξωστρεφής. Πιο δεκτική στη χαρά και στο παιχνίδι. Ή κάνω λάθος; Ειν’ αλήθεια. Γιατί ο άνθρωπος όταν μεγαλώνει, όταν ωριμάζει, πρέπει να απελευθερώνεται.

Από τι; Από φόβους. Πρέπει να αναγνωρίζει τον εαυτό του.

-Υπήρξατε κι εσείς αυτό το «φοβισμένο παιδί» που λέτε στο «Φύγε» από το «Reworks»; Ανήκω σε μια γενιά που τα πιο πολλά παιδιά ήταν φοβισμένα. Γιατί μεγαλώναμε σε σκληρές εποχές, σε σκληρές συνθήκες και οι γονείς δεν είχαν άλλο τρόπο να μας κοντρολάρουν και να μας μεγαλώσουν. Νιώσαμε τον φόβο. Τον φόβο για τους μεγαλύτερους, τον φόβο για την οικογένεια, τον φόβο για την θρησκεία – κρεμόταν πάντα μια τιμωρία από πάνω μας. Εγώ, τουλάχιστον, το έχω νιώσει αυτό… Αυτόν τον φόβο της μητέρας μου, επειδή πέθανε ο μπαμπάς μου πολύ νέος, 35 χρόνων, κι είχε πια εκείνη την ευθύνη του να μεγαλώσει τα παιδιά της, και τα πήρε κι ήρθε στην Αθήνα, από τη Θήβα. Κι έπρεπε να απολογηθεί στην οικογένεια του μπαμπά μου και να πει πως θα τα καταφέρει, πως τα παιδιά δεν θα πάρουν τον «κακό το δρόμο». Οι άνθρωποι γίνονταν σκληροί μ’ αυτά. Κι η μαμά μου, ενώ ήταν ένας τόσο χαριτωμένος και γλυκός άνθρωπος, είχε γίνει πολλές φορές σκληρή.

Μ’ εσάς; Και μ’ εμένα και με τον Γιώργο. Κυρίως με τον Γιώργο. Γιατί ο Γιώργος, ως αγόρι, ήταν και μεγαλύτερός μου, κι είχε μια ορμή, να βγει, να παίξει. Κι έβλεπα που τον τιμωρούσε. Εγώ το φοβόμουν αυτό. Κι έπρεπε να είμαι «καλή». Οπότε αυτό το κοριτσάκι, ναι, είχε αυτό το φόβο… Είχε την έλλειψη του πατέρα… Έπρεπε να υπακούει, έπρεπε να πειθαρχεί στους μεγάλους, στις «αρχές», στους κανόνες. Αυτό, ξέρετε, είναι κάτι που σ’ ακολουθεί. Και φτιάχνεις έναν άλλο κόσμο, κάτι που δεν είναι αληθινό. Κι αυτός ο φόβος επιτρέπει μετά στους άλλους να είναι δεσποτικοί. Μεγαλώνοντας, βέβαια, καταλαβαίνεις ότι όλο αυτό είναι πλαστό. Πως δεν υπάρχει. Γιατί εσύ επιτρέπεις στον άλλον να είναι πάνω από εσένα, πιο ισχυρός… Άλλωστε, όλοι παιδάκια είμαστε. Και οι πιο σκληροί άνθρωποι, παιδάκια είναι. Τώρα μπορώ να το δω αυτό. Εκεί, όμως, φαίνεται και το παιχνίδι της εξουσίας – ποιος θα είναι από πάνω, ποιος θα έχει τον τελικό λόγο. Αυτό είναι ένα πράγμα που δεν μας έχει βοηθήσει καθόλου στη ζωή μας και μας ταλαιπωρεί ακόμα.

Στη διάρκεια της ζωής σας, «ψάχνατε» στις διαπροσωπικές σας σχέσεις εκείνον τον μπαμπά που χάσατε στα 35 του χρόνια; Έτσι λένε. Ότι ψάχνουμε τον μπαμπά μας. Αλλά, νομίζω, ότι στην ουσία, ψάχνουμε τη μαμά μας. Ότι ακόμα και εκεί, είναι τόσο ισχυρή η μάνα, που ακόμα κι όταν νομίζουμε ότι ψάχνουμε τον πατέρα, εμείς ψάχνουμε τη μάνα. Για τη δικαίωση της μάνας. Ωστόσο, κατάλαβα, πολύ μεγάλη πια, πόσο πολύ μου ‘χε λείψει ο πατέρας μου! Κι έπρεπε να μεγαλώσω πολύ για να καταλάβω πόσο μου ‘λειψε ο πατέρας μου… Αυτό το σύμβολο, αυτή τη στήριξη του αρσενικού. Κι εκεί, ίσως έχετε δίκιο, το ζητούσα αυτό στις σχέσεις μου, αυτόν τον άνθρωπο που θα ήτανε δίπλα μου. Όχι ότι δεν το βρήκα, προς θεού.

-Υπήρχαν φορές, στο μεγάλωμα του Μάνου, που πιάνατε τον εαυτό σας να γινόσασταν Ιφιγένεια; Βέβαια. Μα, δεν μπορούμε να αποβάλουμε αυτούς που μας μεγάλωσαν.

Υπάρχει κάποιος που να σας ξέρει καλά, κυρία Αλεξίου; Για να πιαστώ από το «Εσύ με ξέρεις πιο πολύ» του «Reworks». Ή έχετε «σκοτεινά δωμάτια» ακόμα; Έχω στη ζωή μου φίλους. Δηλαδή, ανθρώπους που μπορείς να τους μιλήσεις και να σε καταλάβουν. Είμαι τυχερή σ’ αυτό! Κι υπάρχουν και άνθρωποι που με ξέρουν, χωρίς να το ξέρω ότι με ξέρουν. Πολλές φορές λέμε «δεν με καταλαβαίνεις, δεν ξέρεις…», αλλά ο άλλος και σε καταλαβαίνει και σε ξέρει, άσχετα αν δεν σου κάνει τα χατίρια.

Ήσασταν πάντα ανοιχτή στους ανθρώπους; Πάντα. Ήμουνα -και είμαι- ο άνθρωπος που ήθελα να έχω ένα ανοιχτό σπίτι, να μαγειρεύω στους φίλους μου, να έρχονται και να περνάμε όλη την Κυριακή μαζί…

Γιατί την Κυριακή; Γιατί η Κυριακή είναι, για μένα, μια μέρα αγάπης, φιλίας και συνάντησης. Λόγω της δουλειάς μου, μου ‘χε λείψει πάρα πολύ αυτό. Που δεν είχα ούτε γιορτές, ούτε Κυριακές, ούτε σαββατοκύριακα, ούτε Χριστούγεννα κ.λπ. Αλλά το κάνω τώρα! Τώρα που είμαι διαθέσιμη.

Μαγειρεύετε κιόλας; Ναι! Μ’ αρέσει!

Αναρωτιέμαι αν σας στέρησε κάτι στη ζωή σας το ότι ήσασταν -και είστε- το πιο αγαπητό δημόσιο πρόσωπο στην Ελλάδα… Για να το θέσω πιο απλά, και να μην αισθάνεστε άβολα, το ότι ήσασταν «η Χαρούλα Αλεξίου»… Κοίταξε να δεις. Ξεκίνησα τόσο νέα, μόλις είχα κλείσει τα 19, που σίγουρα αυτά τα πρώτα χρόνια, μέχρι τα 25, τα 27, θα είχα κάνει τις τρέλες μου. Τις οποίες, όμως, δεν έκανα.

Κρίμα! Ε, βέβαια κρίμα. Πώς να στο πω, βρε παιδί μου, θα ήθελα να είχα πιάσει ένα μικρό στούντιο, ένα μικρό διαμέρισμα, να ζω μόνη μου, να είχα τη ζωή μου, τη ζωή που θα ‘χε μια οποιαδήποτε άλλη νέα κοπέλα της ηλικίας μου. Ενώ εγώ, έφυγα από την μάνα μου και πήγα στον άντρα μου. Από την άλλη, κάθομαι και σκέφτομαι και λέω: Ποιος άλλος είχε αυτά τα «δώρα» από τη ζωή, που πήρα εγώ; Για σκέψου η ζωή να μην μου ‘χε «στερήσει» αυτά που σου ‘πα προηγουμένως, και να έκανα μια ζωή που θα ήταν βαρετή… Που θα ήταν μια ζωή που δεν ζηλεύει κανείς. 

Λέτε ένα ωραίο στίχο στο «Reworks»: «Κάθε άνθρωπος έχει ένα βάσανο που δεν αντέχει!». Εκπληκτικό! Μ’ αρέσει πάρα πολύ αυτός ο στίχος! Κι αυτό το «Τι κοιτάς τις πληγές σου, λες κι είσαι εσύ το θύμα της γης». Γιατί ο κάθε άνθρωπος πιστεύει πως αυτό που έχει αυτός, δεν το ‘χει κανένας άλλος. Κι όμως! Πάντοτε υπάρχει κάποιος, που έχει περάσει πιο δύσκολα από μας. Αλλά θέλουμε εμείς να είμαστε το κέντρο της πληγής.

-Στη δική σας ζωή υπήρξε ποτέ κάποιο «βάσανο» που δεν αντέξατε; Έχουν υπάρξει πολύ δύσκολες στιγμές στη ζωή μου. Αλλά κοίτα που είμαστε τώρα…

Τα όνειρά σας σε τι αφορούν από ‘δω κι έπειτα; Δεν ονειρεύομαι. Γιατί να ονειρευτώ πια; Απολαμβάνω τη ζωή!

Γράφετε ακόμα τραγούδια; Όχι, δεν γράφω τραγούδια. Γράφω ό,τι μου ‘ρχεται, γράφω σκέψεις.

Αλλά θα γράψετε και τραγούδια… Γιατί καλέ; Δεν γράφονται τραγούδια; Άσε να γράψει και κάνας άλλος… (γελάει). Μάλλον δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω τραγούδια. Γιατί φαίνεται ότι, όταν μπορούσα να τα τραγουδάω, μου ‘βγαίναν πιο καλά. Ίσως γίνει ένα κλικ, κάποια στιγμή. Αλλά ίσως και να μην χρειάζεται να συμβεί κιόλας.

Σε λίγες μέρες, στις 27 Δεκεμβρίου, είναι τα γενέθλιά σας. Τι θα σας ευχόσασταν αυτή την περίοδο της ζωής σας – πέρα από την «υγεία», την «αγάπη», την «τύχη»; Θα ευχόμουν όλοι οι άνθρωποι να έχουν έναν τόπο. Έναν τόπο με αγάπη και ειρήνη. Δεν είμαστε καλά όταν δεν είναι ο άλλος καλά. Αυτό που ζούμε -κι όσο πάει γίνεται και χειρότερο-, δείχνει πως δεν έχουμε μάθει τίποτα. Με φοβίζει πάρα πολύ το ότι συνηθίσαμε τη φρίκη. Την κοιτάς απ’ τον καναπέ σου, και συνηθίζει το μάτι σου· συνηθίζει η ψυχή σου να ζει μ’ αυτό. Και εσύ να μην κάνεις τίποτα…

  • Info: Ο δίσκος «Reworks» κυκλοφορεί στα φυσικά και ψηφιακά καταστήματα από την «Estia Recordings» και την «Minos EMI, a Universal Music company».