Ο Νεόφυτος Ταλιώτης προβλέπει ότι η «Γηραιά Κυρία» δεν θα πάψει ποτέ να μας επισκέπτεται
Κάποτε έλεγε χαριτολογώντας ότι σκηνοθετεί με το μοτίβο της Ολυμπιάδας: κάθε τέσσερα χρόνια. Τώρα, όμως, χρειάστηκε να περάσουν δύο Ολυμπιάδες. Ο Νεόφυτος Ταλιώτης δηλώνει ότι δεν πάσχει από σκηνοθετίτιδα, αλλά κι ότι η απόσταση που διατηρεί από το θέατρο τον κάνει να το αγαπά ακόμη περισσότερο. Επιστρέφει στη σκηνοθετική δράση και στον ΘΟΚ μετά από 8,5 χρόνια για να μοιραστεί με το κοινό τη δική του ανάγνωση πάνω στην κλασική τραγική κωμωδία του Ελβετού συγγραφέα Φρήντριχ Ντύρενματ «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας», που είχε πρωτοσκηνοθετήσει για το κρατικό θέατρο ο Εύης Γαβριηλίδης το μακρινό 1988. Σήμερα, ωστόσο, το έργο αυτό -που γράφτηκε το 1956- μοιάζει ακόμη πιο εφιαλτικά επίκαιρο.
–Πέρασαν οκτώ χρόνια από την τελευταία σου δουλειά, τον «Αύγουστο» του Τρέισι Λετς. Γιατί σε βλέπουμε τόσο αραιά στο θέατρο; Δεν ήθελα να είμαι στο θέατρο μόνιμα. Η απόσταση αυτή ίσως με κάνει να το αγαπώ περισσότερο. Δεν πάσχω από σκηνοθετίτιδα. Επιστρέφω επιλεκτικά και στοχευμένα. Έχω δημιουργήσει τις συνθήκες ούτως ώστε να έχω την πολυτέλεια να επιλέγω. Ως σκηνοθέτης, έχω πάντα ανάγκη από ένα σημαντικό διάστημα προετοιμασίας. Θαυμάζω απεριόριστα όσους μπορούν και σκηνοθετούν δύο, τρία ή και περισσότερα έργα τον χρόνο. Εγώ δεν μπορώ. Πέρασαν χρόνια για να καταλάβω αυτό που είπε κάποτε ο Κουν, ότι «κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας». Αντιλαμβάνομαι πόσο σκληρό και δύσκολο είναι από βιοποριστικής άποψης για όλα αυτά τα παιδιά σήμερα. Όμως το να δουλεύεις συνεχώς αφαιρεί από την ικανότητα να αφοσιωθείς σε μια δουλειά.
-Γιατί δεν έγινες ηθοποιός; Αγαπώ, εκτιμώ και θαυμάζω τους ηθοποιούς, αλλά δεν θα μπορούσα να κάνω αυτή τη δουλειά, παρά το γεγονός ότι τέλειωσα τη δραματική σχολή κι έχω περάσει από το σανίδι κι εδώ και στην Ελλάδα. Η τελευταία παράσταση που έπαιξα ήταν το 1984, οι «Αγροίκοι» του Γκολντόνι με τον Λευτέρη Βογιατζή, στο Θέατρο Οδού Κυκλάδων. Το θεωρώ δύσκολο επάγγελμα. Ακόμη περισσότερο σήμερα. Μένω άφωνος μπροστά στην ικανότητά τους να κάνουν το πρωί πρόβα, το βράδυ να παίζουν σε άλλο έργο και το μεσημέρι να έχουν γυρίσματα για την τηλεόραση. Είναι βαριά η υποκριτική.
–Ποιες οι ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου έργου; Είναι ένα έργο με το οποίο δεν τολμάς να αναμετρηθείς αψήφιστα, χρειάζεσαι τα κατάλληλα μέσα. Διαπνέεται από μεγαλείο, από μια δομή που παραπέμπει σε θέατρο μεγίστης στάθμης, χωρίς την ίδια στιγμή να είναι ακριβώς θέατρο. Γράφτηκε σε μια εποχή που ο κόσμος φτιαχνόταν από την αρχή κι όλες οι αξίες ήταν υπό επαναδιαπραγμάτευση. Είναι φοβερό και ταυτόχρονα εφιαλτικό, μέσα σ’ αυτό το κλίμα, το πώς ο συγγραφέας προέβλεψε τη μορφή που θα έπαιρνε η σημερινή Ευρώπη: από την οικονομική ένωση και τον ρόλο του κεφαλαίου, μέχρι τον τρόπο που λειτουργεί η εξουσία. Τα πάντα εξαγοράζονται, ακόμη και η παγκόσμια τάξη. «Ο κόσμος μ’ έκανε πόρνη, εγώ θα τον κάνω μπορντέλο» λέει κάποια στιγμή η Γηραιά Κυρία.

–Ποιο είναι το τραγικό και ποιο το κωμικό στοιχείο που ξεχωρίζει; Το έργο είναι σουρεαλιστικό και ταυτόχρονα εξπρεσιονιστικό. Ισορροπεί με εφιαλτική ακρίβεια ανάμεσα στο τρομακτικά σκοτεινό και το παράξενα φωτεινό και χιουμοριστικό. Ξεκινά με τους καλύτερους οιωνούς, με την έλευση της Κυρίας. Προσωπικά, έχω ζήσει στην Πάφο να μάς βγάζουν με το σχολείο στους δρόμους για να υποδεχτούμε τη Ζήνα Κάνθερ ντε Τύρας: «Καλωσορίσατε μεγάλη ευεργέτις». Έτσι περιμένει τη δική της ευεργέτρια κι αυτή η πόλη, το Güllen, το οποίο βρίσκεται σε απόλυτη σήψη, απαξίωση, αδράνεια. Ζέχνει. To «Güllen»προέρχεται από τη λέξη «Gülle» που στα γερμανικά είναι τα υγρά περιττώματα.
–Πώς επήλθε αυτή η συνθήκη και πώς συνομιλεί με την εποχή μας; Είναι μια παραβολή για το πώς παγκοσμιοποίηση αφαίρεσε τελικά την ισχύ από το άτομο και τη μετέφερε στους μηχανισμούς και τις οντότητες, που καθορίζουν πλέον τη ζωή μας. Ακούμε για funds και για θεσμούς, που βρίσκονται πλέον πάνω από πρόσωπα. Λέμε ότι ο πλούτος είναι χυδαίος. Χυδαία, όμως, είναι κι η φτώχια. Ο Ντίρενματ επεμβαίνει με χειρουργική ακρίβεια και αποτυπώνει τις αντιθέσεις και τις εναλλαγές καταστάσεων και συναισθημάτων μέσα σε χρόνους θεατρικά ασύλληπτους.
–Πώς εξηγείς το γεγονός ότι 35 χρόνια μετά την τελευταία φορά που το ανέβασε ο ΘΟΚ και 67 από τότε που γράφτηκε παραμένει τόσο ευθύβολο; Τι έχει αλλάξει στη ζωή μας από τότε; Τα πάντα, αλλά στην ουσία τίποτα. Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι η τεχνολογία αναβάθμισε τη ζωή μας, αλλά βαθιά μέσα μας όλα είναι ίδια. Μακάρι αυτά τα έργα να μην ήταν τόσο εφιαλτικά επίκαιρα, αλλά τόσα χρόνια μετά δεν μπορούμε να μη διακρίνουμε πόσο μαυλιστικός παραμένει ο τρόπος με τον οποίο οι πάντες ενδίδουμε στη γλυκιά επιρροή του χρήματος.
–Την προηγούμενη φορά, το 1988, ήταν η τελευταία παραγωγή που σκηνοθέτησε ο αείμνηστος Εύης Γαβριηλίδης υπό την ιδιότητα του διευθυντή του ΘΟΚ. Η σκέψη αυτή σε επωμίζει με κάποιο βάρος; Με τον Εύη είχαμε πολύ καλή σχέση και φιλία. Συν-σκηνοθετήσαμε μαζί τους Σφήκες για την Επίδαυρο, το 1992. Η σχέση μας στον χρόνο και τον χώρο παρέμεινε στενή. Ήταν ένας εφυέστατος άνθρωπος με ακατάλυτο χιούμορ. Θεατράνθρωπος με την απόλυτη έννοια της λέξης. Όμως, δεν είχα δει εκείνη την παράσταση. Κι όχι δεν με βαραίνει καμία σκιά και κανένα φάντασμα, παρόλο που εκείνος βρίσκει πάντα τον τρόπο να «εμφανίζεται». Θα έλεγα ότι η σκέψη με ελαφραίνει, δεν με βαραίνει.

–Θα πάψει ποτέ να μας επισκέπεται η Γηραιά Κυρία; Ποτέ. Είναι στη φύση μας να την προκαλούμε να έρχεται. Με όσα συμβαίνουν καθημερινά, βρίσκει συνεχώς πρόσφορο έδαφος.
–Ενσωμάτωσες με κάποιον τρόπο και τις μπρεχτικές επιρροές του συγγραφέα; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ντίρενματ ήταν επηρεασμένος από την τεχνική του Μπρεχτ, χωρίς όμως, ειδικά στο έργο αυτό, να εντάσσει την τεχνική της αποστασιοποίησης. Δεν ακολούθησα τον μπρεχτικό κώδικα στον τρόπο που ερμηνεύουμε σήμερα το έργο. Εστίασα στην ευχέρεια που έχει στο θεατρικό παιχνίδι. Επίσης, υπάρχουν πολλοί συμβολισμοί κι εκεί έγκειται η δυσκολία από πλευράς ηθοποιού, που πρέπει να ενσαρκώσει και να διαχειριστεί έναν ρόλο που παράλληλα αντανακλά αυτό που συμβολίζει.
–Μπορεί ένα κλασικό και επίκαιρο έργο να ταρακουνήσει τον σημερινό θεατή και ν’ αλλάξει τον τρόπο που σκέφτεται; Δεν είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι το θέατρο μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Από την άλλη, πιστεύω ότι η προσωπική στιγμή που βιώνει ένας θεατής κατά την εμπειρία της θέασης και της επαφής μ’ ένα δημιούργημα είναι ικανή να αξιοποιηθεί προς όφελός του.
–Τι είναι αυτό που σε έλκει στο θέατρο, αφού δεν πάσχεις από «σκηνοθετίτιδα»; Καταρχάς, όπως είπαμε, το κάνω για την ψυχή μου. Η σκηνοθεσία ήταν πάντα η περιέργειά μου. Είναι μια διαδικασία βυθοσκόπησης. Κατά δεύτερο λόγο, μ’ αρέσει η συνθήκη του ανταμώματος. Είναι το αντάμωμα με ανθρώπους που είχα χρόνια να δω και να συνεργαστώ όπως η Αννίτα (Σαντοριναίου), ο Σταύρος (Λούρας), ο Ντίνος (Λύρας), ο Νεοκλής (Νεοκλέους). Κι επίσης ο Άγγελος Αγγελή ή ο σπουδαίος μας συνθέτης Μιχάλης Χριστοδουλίδης. Ζήσαμε ξανά ευτυχισμένες στιγμές. Ποτέ δεν σκέφτομαι ότι κάνω ένα έργο με συγκεκριμένη αποστολή. Μια παράσταση είναι από μόνη της μια πράξη δημιουργίας. Προσφέρει απόλαυση, άσχετα με το ποια διαλεκτική θ’ αναπτύξει με το κοινό. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να το παίξω ειδικός και κριτής των πάντων από καθέδρας. Ανήκω σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι όπως κάθε μορφή τέχνης, το θέατρο είναι ανοιχτό σε ερμηνείες. Παραπέμπει στον ολοκληρωτισμό το να επιβάλλεις στον άλλο πώς θα ερμηνεύσει αυτό που βλέπει.
–Ποιο είναι το πιο καθοριστικό στοιχείο κατά τη διαδικασία των δοκιμών; Δεν σηκώνω εύκολα τους ηθοποιούς από το τραπέζι. Θέλω να είμαι απόλυτα σίγουρος ότι έχω καταφέρει να μεταδώσω το βαθύ και ουσιαστικό νόημα κάθε λέξης, ότι έχουν κατανοήσει βαθιά τι λένε και πράττουν. Στη συνέχεια, είναι μαγικές οι στιγμές όταν βλέπεις το έργο να στήνεται, ν’ αρχίζει πλέον ν’ αναπνέει, ν’ αποκτά γεύσεις, οσμές, θερμοκρασίες.

–Ποιο είδος έργων προτιμάς; Μ’ αρέσουν τα έργα που έχουν να κάνουν με δυσλειτουργικές οικογένειες. Στην «Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας» η δυσλειτουργική οικογένεια είναι η πόλη. Επίσης, προτιμώ τα πολυπρόσωπα έργα, όπου αναπτύσσεται μια πιο περίπλοκη και έντονη δυναμική ανάμεσα στους χαρακτήρες.
–Σπάνια βλέπουμε πια πολυπρόσωπες παραγωγές. Ακόμη κι από τον ΘΟΚ. Είναι φαινόμενο της εποχής μας; Γενικά, αυτό που έχει αλλάξει στην εποχή μας είναι οι ρυθμοί, η αίσθηση του χρόνου. Έχουμε μάθει να τα κάνουμε όλα πιο γρήγορα. Ν’ ακούμε, να κοιτάζουμε, να διαβάζουμε. Το θέατρο είχε πάντα αυτή την παράξενη μοναχικότητα, που ο σύγχρονος θεατής έχει αρχίσει να βρίσκει απωθητική.
–Παραμένει ζητούμενο ο αγώνας μας ενάντια στην παραφροσύνη; Δεν ξέρω αν η ερώτηση αυτή είναι καν επίκαιρη σήμερα. Μπήκαμε στον 21ο αιώνα με ελπίδα και χαμόγελο, ωστόσο προσγειωθήκαμε ανώμαλα πολύ γρήγορα και σήμερα είναι εμφανές ότι δεν καταφέραμε να σουλουπώσουμε λίγο τον κόσμο και τη ζωή μας. Είναι αδιανόητο αυτό που ζούμε έξω από την πόρτα μας. Μεγαλώνοντας, αισθάνομαι ότι το σκηνικό παραμένει ζοφερό. Είμαστε αντιμέτωποι με τον ίδιο μας τον παραλογισμό. Εμείς το προκαλούμε. Εμείς οι ίδιοι φέρνουμε τη «Γηραιά Κυρία» στη ζωή μας.
–Δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να φέρει ένα πιο αισιόδοξο κλίμα; Πιο εύκολα μιλάς σήμερα για τον πόλεμο παρά για τον έρωτα· για τον θάνατο παρά για τη ζωή· για το σκοτάδι παρά για το φως. Πώς να μιλήσεις για αισιοδοξία και να μη σε κοιτάζουν με συγκατάβαση; Δεν προβλέπω στα χρόνια που μου απέμειναν να καταφέρω να δω αυτόν τον «καλύτερο κόσμο». Δεν ζω στη μαυρίλα και στον αρνητισμό. Απλώς, δεν είμαι αισιόδοξος ότι οδηγούμαστε σε θετική έκβαση αυτής της αντιπαράθεσης με τον παραλογισμό. Μόνο η αγάπη μπορεί να αλλάξει κάτι.
–Με ποιον τρόπο η άλλη σου ιδιότητα, αυτή του διαφημιστή, επηρεάζει τον τρόπο που λειτουργείς καλλιτεχνικά αλλά και στην καθημερινότητά σου; Από το 1995, έχω τη δική μου διαφημιστική εταιρεία που έχει βαθιά στο DNA της τη φιλοσοφίατου «disruption», της ανατροπής, της διασάλευσης. Θεωρώ ότι αν επιθυμούμε πραγματικά ν’ ανατρέψουμε αυτό που συμβαίνει γύρω μας, πρέπει πρώτα να έχουμε βαθιά γνώση του τι ακριβώς συμβαίνει και γιατί. Διασαλεύοντας τη σύμβαση με μια ανατρεπτική ιδέα μπορούμε να διεκδικήσουμε ένα καινούριο όραμα, ένα μεγαλύτερο μερίδιο μέλλοντος. Αυτή είναι η φιλοσοφία και η στάση ζωής μου. Κατά κάποιον τρόπο, επιχειρώ σκηνοθετώντας και σκηνοθετώ επιχειρώντας, για να πάρω από τον καθένα ό,τι καλύτερο μπορεί να δώσει. Ένα μέρος της σκηνοθετικής δουλειάς είναι μάνατζμεντ. Εκεί με βοηθά η εμπειρία μου από τον χώρο των επιχειρήσεων.
- INFO «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας», Λευκωσία, Κεντρική Σκηνή ΘΟΚ. Κάθε Παρασκευή & Σάββατο 8μ.μ., Κυριακή 6μ.μ. μέχρι 27 Ιανουαρίου, 77772717 tickets.thoc 20/11 Λεμεσός, Παττίχειο Θέατρο, 8μ.μ.
Ελεύθερα, 26.11.2023