Ο σπουδαίος και πολυβραβευμένος ακαδημαϊκός και ποιητής ανατρέχει σε όμορφες μνήμες από την Αμμόχωστο, εκφράζει τους στοχασμούς του για το μέλλον της Κύπρου και μιλά για την κυπριακή διάλεκτο αλλά και την αγωνία του να προλάβει να ολοκληρώσει όσα έχει στο μυαλό του.

Συναντηθήκαμε ένα πρωινό σ’ ένα καφέ στην Αγλαντζιά, λίγες μέρες προτού αναχωρήσει για την Ελλάδα. Μου υπογράφει τη νέα του ποιητική συλλογή «Η Νύχτα των Κήπων», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ίκαρος, και μου παραδίδει τρεις άλλες για συναδέλφους που εκτιμά. Μου λέει ότι ετοιμαζόταν να ταξιδέψει στην Ελλάδα, για ένα τριήμερο συνέδριο που θα οργανωνόταν προς τιμήν του στο Γύθειο από τον δήμο της πόλης, και έπειτα στην Κω, που αργότερα τον αναγόρευσε επίτιμο δημότη της. Στην Ελλάδα χαίρει μεγάλης εκτίμησης για το σύνολο του έργου του και συχνά τον προσκαλούν σε τιμητικές εκδηλώσεις. Στο Λύκειο του Κιάτο μάλιστα έχουν δώσει το όνομά του σε μια αίθουσα, πράγμα που επαναλήφθηκε και σε αντίστοιχα  σχολεία στην Πύλο, τη Μεσσήνη και την Κω

Στη διάρκεια της συνέντευξής μας συνέβη και το εξής αναπάντεχο: Ένας πατέρας, που έτυχε να είναι κοντά μας, παρακάλεσε να επιτρέψουμε στον δεκάχρονο γιο του να καθίσει μαζί μας για να παρακολουθήσει όσα έλεγε ο ποιητής, και ο κ. Χαραλαμπίδης δέχθηκε με ευγένεια. Δεν ξέρω πόσα κατάλαβε ο μικρός ακροατής, αλλά ο πατέρας έστησε αυτί στον αιχμηρό και ευαίσθητο λόγο ενός λογοτέχνη που μέσα από τους στίχους του εκφράζει την έγνοια, τις ανησυχίες και τον καημό του για τον τόπο του. 

– Έχετε πει ότι η αίσθηση του εθνικού κινδύνου, όχι μονάχα της Κύπρου αλλά και της Ελλάδας, σας κατακαίει. Αυτή η συνειδητοποίηση λειτούργησε ως κινητήριος δύναμη για το έργο σας; Το έργο προέρχεται από μια καύση ψυχής. Όσο πιο πολύ νοιάζεται η ψυχή για τον τόπο, τόσο συνειδητοποιεί πως είναι μόνη. Για να το πω ακριβέστερα, οφείλει να  είναι μόνη, για να μπορεί να εκπέμπει προς κάθε κατεύθυνση την καθαρότητα του οράματος που η ποίηση τουλάχιστον, αν είναι αληθινή, το υπηρετεί.

– Πολλά από τα ποιήματά σας αναφέρονται στα κατεχόμενα, στους αγνοούμενους. Είναι κάτι που σας βασανίζει συνέχεια; Ένα ποίημα πρέπει να ερμηνεύει και μια άλλου είδους διάσταση, που έχει να κάνει με τους νόμους του σύμπαντος. Πολλοί λένε ότι το έργο «Αμμόχωστος βασιλεύουσα» είναι μια νοσταλγία για την πόλη. Και εγώ λέω ότι δεν κατάλαβαν καλά. Μέσα από αυτό που έγραψα, ήθελα να εκφράσω κάτι πιο βαθύ από την κυπριακή τραγωδία.

– Σας απασχολεί το πώς προσλαμβάνεται η ποίησή σας από τους αναγνώστες; Ας μην παρεξηγηθώ με αυτό που θα πω, όμως όταν κάποιος κάνει υψηλού επιπέδου τέχνη, προϋποθέτει υψηλού επιπέδου ακροατές ή αναγνώστες. Το πώς ερμηνεύει κανείς ένα έργο, εξαρτάται από το τι είναι ο ίδιος.

– Το «Επιτύμβιο», ένα πρόσφατο ποίημά σας αφιερωμένο στην αδερφή σας Έλλη, αναφέρεται στην Αμμόχωστο. Μιλήστε μας γι’ αυτό. Η αδερφή μου πήγε στην Αμμόχωστο μόνο μια φορά, και όταν γύρισε ήταν για μια βδομάδα  άρρωστη. Σ’ αυτό το ποίημα μιλώ για κάποιον που πήγε στην κατεχόμενη Αμμόχωστο με το κλειδί του σπιτιού του. Δοκίμασε ν’  ανοίξει  την πόρτα με αυτό. Ο Τούρκος που τον είδε του αγρίεψε και ο πρόσφυγας έφυγε αποθέτοντας στο κιγκλίδωμα  του σπιτιού ένα ματσάκι με λουλούδια. Για τούτο έγραψα τον στίχο «Σε φιλώ επιτάφιε». Είναι ένα φιλί αγάπης, εν είδει αποχαιρετισμού αλλά και δεσίματος με το θείο σώμα της κατεχόμενης πατρίδας.

– Το ποίημα «Τ’ αγνοούμενου η κόρη» είναι βασισμένο σε αληθινή ιστορία; Ναι, αντλώ συχνά ερεθίσματα από τις εφημερίδες. Διάβασα ότι μια κοπέλα, που ποτέ δεν γνώρισε τον πατέρα της, πήγε με τη μητέρα της να δει τα οστά του που ταυτοποιήθηκαν. Και θέλησε να τα αγγίξει. Έτσι το φαντάστηκα εγώ: Να αγγίξει το χέρι που δεν την βάσταξε ποτέ,  μια πράξη  που καθιστά τον πόνο  βαθύτερο και μυστικά ωραιότερο, καθώς υπερβαίνει τη θλίψη και αγγίζει την ουσία της τραγικότητας. Συλλογιστείτε άλλωστε πόσο  είναι σπαρακτικό  οι συγγενείς των αγνοουμένων να  παίρνουν ένα μικρό κουτάκι με οστά των δικών τους και με αυτό το κουτάκι να κάνουν την κηδεία. Αυτό είναι μια άλλη όψη  ανεξάντλητου πόνου, που εξισορροπείται μονάχα με τη συνείδηση ολόκληρου του σύμπαντος που συστενάζει.

– Η ποίηση είναι επαναστατική πράξη; Είναι διαρκής επαναστατική πράξη. Οι λέξεις σπάζουν το περίβλημά τους και εκρήγνυνται στο διάστημα. Στην ποίηση πρέπει να δραπετεύουμε από την περιγραφή και να συναντάμε άλλα πράγματα. Έτσι η ποίηση αυτονομείται και αποκτά έναν εσωτερικό δυναμισμό.

– Ξεχωρίζετε κάποιο ποίημα από την τελευταία σας συλλογή; Είναι πολλά τα αγαπημένα μου, αλλά ας μιλήσουμε για το ποίημα «Στον Άγιο Θεόδωρο Καρπασίας». Κόρη ξαδέλφου μου, η οποία ζει στην Αθήνα, μου έλεγε κάποτε πως είχε καημό να δει το σπίτι του πατέρα της. Πήγε τελικά μαζί με μια φίλη της, και όταν μπήκε μέσα είδε έναν Τούρκο, καλοσυνάτο γέροντα, που τους είπε «Πηγαίνετε να κάνετε καφέ και φέρτε μου κι εμένα». Εκεί, στην κουζίνα, πήρε στα χέρια της τα κουταλάκια του καφέ που ήταν της μητέρας της και σκέφτηκε: «Μα τι κάνω τώρα εδώ; Φτιάχνω καφέ για τον Τούρκο που μένει στο σπίτι μου!». Η σουρεαλιστική αυτή σκηνή μαρτυρεί πολλά και κρύβει άλλα τόσα.

Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΟΜΥΛΩΝ

– Ο πατέρας σας είναι Κερυνειώτης και η μητέρα σας από τον Άγιο Θεόδωρο Καρπασίας. Πώς βρεθήκατε στην Αμμόχωστο; Ο πατέρας μου γνώρισε τη μητέρα μου όταν διορίστηκε ως αστυνομικός στον Άγιο Θεόδωρο. Έπειτα μετατέθηκε στην Άχνα. Εγώ γεννήθηκα το 1940 στην Άχνα, όταν ο πατέρας έφυγε για να λάβει μέρος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επέστρεψε το 1945 με 17 παράσημα για τις ηρωικές του πράξεις. Ήμουν πέντε χρονών όταν τον πρωτογνώρισα. Στην Αμμόχωστο πήγαμε το 1945, αφού ο πατέρας μου διορίστηκε εκεί. Το σπίτι μας γειτόνευε  με την εκκλησία της Αγίας Ζώνης. Το δημοτικό σχολείο που φοιτούσα ήταν μπροστά από την ίδια εκκλησία. Η πόλη τότε ήταν σε εξέλιξη, με μικρό πληθυσμό, ειδυλλιακή, που  μοσχοβολούσε την Άνοιξη. Πόλη πορτοκαλεώνων και ανεμόμυλων. Πήγα στο νηπιαγωγείο, μετά στο Δημοτικό Αγίας Ζώνης και στο Ελληνικόν Γυμνάσιον Αμμοχώστου. Το Γυμνάσιο διέθετε μια οργανωμένη  και πλούσια βιβλιοθήκη, που ήταν ψωμί για μένα και τυρί, με πεφωτισμένον τροφοδότη τον Γυμνασιάρχη Κυριάκο Χατζηιωάννου.

– Διαβάζατε από μικρός; Θυμάμαι, όταν ήμουν στην Β΄ Γυμνασίου, πήγα να δανειστώ το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι. Ο υπεύθυνος καθηγητής είπε πως αυτό  δεν ταίριαζε για την ηλικία μου και μου έδωσε ένα βιβλίο για… τους μεγάλους εφευρέτες. Αρνήθηκα να το πάρω. Εκείνος μου το έβαλε πιεστικά στο χέρι, όμως εγώ το άφησα κάτω  κι έφευγα δακρυσμένος. Με φώναξε στην έξοδο και μου λέει: «Έλα εδώ εσύ. Για να δακρύζεις για τον Ντοστογιέφσκι, σημαίνει ότι είσαι άξιος να τον διαβάσεις», και μου το έδωσε. Η Βιβλιοθήκη μετονομάστηκε αργότερα σε Βιβλιοθήκη Μήτσου Μαραγκού, χάρη στη γενναιόδωρη προσφορά του ονομαστού αυτού  συλλέκτη σπανίων βιβλίων Κυπριολογίας και χαρτών. 

– Νιώθετε τυχερός που μεγαλώσατε στην Αμμόχωστο, μια πόλη με τόσους πνευματικούς ανθρώπους; Βέβαια, είμαι πολύ τυχερός. Η αφρόκρεμα της λογοτεχνίας και της τέχνης της Κύπρου βγήκε σε μεγάλο βαθμό από την Αμμόχωστο. Η Δημοτική Βιβλιοθήκη και Πινακοθήκη είχε διευθυντή τον πεζογράφο  Γιώργο Φιλίππου Πιερίδη, τρισεύγενο άνθρωπο εξαιρετικά καλλιεργημένο. Είχε ζήσει αρκετά χρόνια στην Αίγυπτο και, όταν ήρθε στην Αμμόχωστο, ο τότε δήμαρχος  Ανδρέας Πούγιουρος  του ανέθεσε τη δημιουργία Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Ο Πιερίδης του είπε: «Το έργο κοστίζει. Έχω το ελεύθερο να προχωρήσω όπως ονειρεύομαι τη Βιβλιοθήκη;» Ο φωτισμένος δήμαρχος του είπε: «Ξόδεψε όσα χρειάζονται και είμαι μαζί σου». Χάρη σ’ εκείνο το ανεπανάληπτο δίδυμο δημιουργήθηκε μια καταπληκτική βιβλιοθήκη, με πολλά αρχεία όπως του Νίκου Νικολαΐδη και του Στρατή Τσίρκα. Στη συνέχεια προστέθηκε και η Δημοτική Πινακοθήκη, πρωτοποριακή για την εποχή της, αφού περιλάμβανε έργα από τους κορυφαίους ζωγράφους της Κύπρου και της Ελλάδας. Πήγαινα συχνά και διάβαζα εκεί. Έτσι γνώρισα τον Πιερίδη και γίναμε φίλοι.

– Στο σχολείο ήσασταν από τους καλούς μαθητές; Δεν θα έλεγα πως ήμουν ο πρώτος, μπορεί να ήμουν τρίτος ενίοτε ή δεύτερος. Όμως αυτό που με ενδιέφερε πολύ ήταν να παίρνω τα πρωτεία στην έκθεση. Στην έκτη γυμνασίου, θυμάμαι πως είχα πάρει έξι βραβεία στην έκθεση. Η κ. Μάτση, σύζυγος του κ. Ιωάννη, αδερφού του ήρωα Κυριάκου Μάτση, μαζί με την κ. Δημητρίου, σύζυγο του γυμνασιάρχη στο Θηλέων, τη Μαρία Ιωάννου του Λυκείου Ελληνίδων και μερικές ακόμη ευγενέστατες αρχόντισσες, δημιούργησαν μια ομάδα φιλοπρόοδων κυριών με φιλανθρωπικό έργο. Μια από τις δράσεις τους ήταν να δίνουν υποτροφίες σε μαθητές που  δυσκολεύονταν οικονομικά. Ευεργετήθηκα κι εγώ και πήρα υποτροφία για σπουδές φιλολογίας στην Αθήνα.

– Τι είναι για σας η Αμμόχωστος; Για μένα η Αμμόχωστος σημαίνει τα κρινάκια που ανθούσαν στους αμμόλοφους δίπλα από τη θάλασσα, τα άνθη του γιαλού που μοσχοβολούσαν. Θυμάμαι  που σκάβαμε για να βρούμε τη ρίζα τους. Σκάβαμε, σκάβαμε κι η ρίζα ήταν βαθιά. Από τούτο μπορούμε να καταλάβουμε ότι κι εμείς θα αντέξουμε μέσα στον χρόνο, γιατί βαθιές είναι οι ρίζες. Ένας λαός κρίνεται πάντα από τις ρίζες του ή, αν προτιμάτε, από το ριζιμιό λιθάρι της ψυχής του. Η Αμμόχωστος είναι για μένα πόλη-όραμα (προσέξτε, δεν λέω πόλη-φάντασμα), είναι η αρετή και η ανάσα ενός τόπου που λαμβάνει πνευματική  διάσταση. Η ανασεμιά –όπως θα λέγαμε ποιητικά– του χώρου, δεν είναι τα κτήριά του.

– Πώς απαντάτε όταν σας ρωτούν αν θα πάτε να δείτε το σπίτι σας στην Αμμόχωστο; Τους λέω πως εμείς αλλάξαμε πέντε φορές σπίτια, γιατί ενοικιάζαμε. Δεν είχα περιουσία στην Αμμόχωστο, αλλά πονώ πολύ γι’ αυτό που απωλέσαμε, και θεωρητικά θα πρέπει να  πονώ περισσότερο από εκείνους που έχασαν ξενοδοχεία και περιβόλια. Ο πόνος μου δεν είναι υλικός, αλλά σχετίζεται με την απώλεια του σημείου αναφοράς μας. Για μένα η Αμμόχωστος είναι το πνευματικό στοιχείο, που  βεβηλώνεται. Όταν διαβάζω ότι το Ελληνικόν Γυμνάσιον Αμμοχώστου σκεπάστηκε από μια τουρκική σημαία, αυτό με πληγώνει αφάνταστα.

– Ποιος είναι ο φόβος σας για την Αμμόχωστο; Φοβάμαι μήπως δεν την πάρουμε ποτέ. Όταν ένα λιοντάρι γαντζώσει ένα ελάφι από τον λαιμό, δεν το αφήνει με τίποτα. Ποταποί ηγέτες όπως ο Ερτογάν –αλίμονο και η τουρκική αντιπολίτευση– δεν έχουν καμία διάθεση μιλήσουν με βάση το δίκαιο και τις αρχές του. Πώς να συνεννοηθεί κανείς με ανθρώπους που συνειδητά παραλογίζονται; Θα σας πω ένα παράδειγμα: Ο πρέσβης της Σουηδίας στην Τουρκία είπε κάποτε στον  Έλληνα διπλωμάτη Βύρωνα Θεοδωρόπουλο: «Επειδή είσαι νέος εδώ στην Άγκυρα, για να κάνεις καλά τη δουλειά σου θα σου δώσω μια συμβουλή. Να ξέρεις λοιπόν ότι η τουρκική πολιτική διέπεται από ένα αμετακίνητο τρίπτυχο: Πρώτον λένε διαρκώς ψέματα, δεύτερον δεν παραχωρούν τίποτα, τρίτον τα θέλουν όλα δικά τους». Έχουμε να κάνουμε με άρπαγες. Με ανθρώπους που δεν σέβονται κανένα νόμο, γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι δύσκολες οι καταστάσεις. Εάν η λύση εξαρτιόταν ως ένα βαθμό και από τον δικό μας πατριωτισμό,  ο πατριωτισμός αυτός οφείλει να είναι συνώνυμος με την προσωπική και κρατική ευφυΐα.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΜΗΡΙΚΑ

– Έχετε επιλέξει να μην πηγαίνετε στα κατεχόμενα. Ποιες σκέψεις σας οδήγησαν σε αυτή την απόφαση; Ο λόγος που δεν πάω δεν είναι για να το παίξω πατριώτης. Άλλοι από την οικογένειά μου έχουν πάει. Μάλιστα, είμαι της απόψεως ότι τα παιδιά μας των Δημοτικών, των Γυμνασίων και των Λυκείων οφείλουν να πηγαίνουν για να ξέρουν για ποια πράγματα θα αγωνιστούν. Εγώ τα έζησα και τα κράτησα ως ανόθευτη μνήμη. Είναι και το αντιαισθητικό του πράγματος, να δείχνεις δηλαδή την ταυτότητά σου για να περάσεις απέναντι και να αποδέχεσαι ως κάτι φυσιολογικό την παρουσία ξένου ελέγχου στο οδόφραγμα της μοιρασμένης πατρίδας σου. Μπορεί να φαντάζει ρομαντικό, αλλά κάποιος θα πρέπει να πει ένα όχι. Ενδεχομένως το λέω και για λογαριασμό των Τουρκοκυπρίων, αλλά και για τους Έλληνες της Κύπρου που λαχταρούν να αγκαλιάσουν τα τίμια και ιερά της κατεχόμενης γης μας.

– Σας απασχολεί ιδιαίτερα η ελληνικότητα. Πώς προσεγγίζετε αυτή την έννοια στα βιβλία σας; Με απασχολεί η έννοια της ελληνικότητας, όχι βέβαια με μια εθνικιστική προσέγγιση. Είμαστε Έλληνες κι εμείς, το περηφανευόμαστε. Άλλωστε η γλώσσα είναι αυτό που καθορίζει το τι είναι κανείς. Είμαστε, θα έλεγα, το μόνο κομμάτι  από τα αρχαία αλεξανδρινά  κληροδοτήματα που παραμένει ακόμη  ελληνικό. Μέσα από το τελευταίο βιβλίο μου προσπαθώ συνειδητά να υποβάλω αυτή την έννοια της ελληνικότητας. Πιστεύω φυσικά πως είναι λάθος να ερμηνεύουμε με πολιτικούς όρους δεδομένα πνευματικά. Για παράδειγμα, υπάρχουν δύο ομάδες ανθρώπων, αυτοί που απορρίπτουν την κυπριακή διάλεκτο και αυτοί που τη χρησιμοποιούν με  στίγμα πολιτικό.

– Εσείς με ποια ομάδα συντάσσεστε; Και οι δύο είναι λανθασμένες. Η κυπριακή διάλεκτος είναι ελληνική γλώσσα. Βλέπουμε στοιχεία της που είναι ομηρικά, πολλά σ’ αυτήν προέρχονται από τα αρχαία ελληνικά. Φυσικά υπάρχουν και βενετσιάνικες λέξεις, γαλλικές, τουρκικές, αγγλικές. Όμως η διάλεκτός μας έχει  το χρυσάφι της, που είναι διαχρονικά ελληνικό παρ’ όλες τις  προσμίξεις άλλων λαών. Η κυπριακή διάλεκτος είναι ατράνταχτη απόδειξη ελληνικότητας, και όσοι τη χρησιμοποιούν για εκατέρωθεν απομακρύνσεις, δεν έχουν ιδέα τι δίκοπο μαχαίρι είναι αυτή.

– Σας απασχολεί ο χρόνος που φεύγει; Πάρα πολύ, αλλά όχι ο βιολογικός χρόνος ως προϋπόθεση του επερχόμενου θανάτου. Αυτό που με στενοχωρεί είναι ότι στενεύει ο ζωτικός χρόνος για να δημιουργήσω όσα έχω στο μυαλό μου. Για παράδειγμα, θέλω να ολοκληρώσω τη μετάφραση που άρχισα με τις «Βάκχες». Κάποτε μου ζήτησε ο Σπύρος Ευαγγελάτος να τις μεταφράσω για να ανεβούν στην Επίδαυρο. Ξεκίνησα τη μετάφραση, αλλά προχωρούσα αργά επειδή το εγχείρημά μου ήταν κατά βάση επιστημονικό. Έτσι, ο Ευαγγελάτος ανέβασε το έργο σε άλλη μετάφραση, γιατί δεν προλάβαινα να ανταποκριθώ στα δικά του χρονικά περιθώρια. Βραχύς ο βίος και η τέχνη μακρά.

– Ποια πράγματα σας δίνουν χαρά σήμερα; Μου δίνει χαρά το να μπορέσω να διατηρώ τον εαυτό μου καθαρό. Αυτό που αξίζει είναι η πνευματική ευδαιμονία. Ο Αριστοτέλης  έλεγε ότι η υπέρτατη χαρά είναι «το ειδέναι τον θεόν» (το  να γνωρίσεις το θείον). Να ανοίγεσαι πέρα από τα γήινα και την ευτέλεια των καθημερινών συναλλαγών. Οι καλλιτέχνες είναι προνομιούχοι, γιατί τους δίνεται αυτή η δυνατότητα. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνούν: Μακάρι να ελευθερωθεί η Κύπρος και θα γελάσουμε όλοι ή θα κλάψουμε από χαρά.

maria.panayiotou@phileleftheros.com