Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, «Όταν σωπάσαν τα πουλιά».

Ένα μυθιστόρημα που αναπτύσσει τον κορμό της κεντρικής εξιστόρησης σε διακλαδώσεις ζωντανών αναδιηγήσεων από τον αγροτικό και αστικό βίο, τη γενεαλογική συνέχεια οικογενειών και την πολιτικοκοινωνική δράση υπαρκτών προσώπων και σημαντικών προσωπικοτήτων κατά τους δύο περασμένους αιώνες στην Κύπρο.

Οι πολυπρόσωπες και πολλαπλές επεισοδιακές αφηγήσεις εδράζονται σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, που συνυφαίνονται με τοπικές παραδόσεις και διανθίζονται με βιωματικές νεανικές αναμνήσεις από τον κόσμο της γηγενούς εντοπιότητας και των προγονικών καταβολών του συγγραφέως. Προφανής η επίπονη έρευνα σε δημοσιεύματα της εποχής για αναβίωση των αμυδρών ενθυμήσεων, επαλήθευση και προέκταση των πολυσχιδών προφορικών πληροφοριών, όπως εμφαίνει η χρονολογική διαδοχή των πέντε μερών με τα επί μέρους κεφάλαιά τους και εκτενώς περιγράφεται στο «Επιμύθιον», στις τελευταίες από τις 262 σελίδες του βιβλίου μιας άρτιας αισθητικής επιμέλειας. Ασφαλώς δεν μένουν απαρατήρητα τα εμβληματικά διακοσμητικά μικροσχέδια μετά το πέρας εκάστης χρονολογικής ενότητας.    

Ωστόσο, ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, παρά το πρώτο του εγχείρημα στο απαιτητικό είδος όχι μιας φαντασιακής «σαπουνόπερας», καθώς κατά κόρον επιχωριάζει στις μέρες μας, αλλά του συγκροτημένου ιστορικού μυθιστορήματος, στη μικρογραφία του οποίου έδωσε άριστα δείγματα γραφής με τις προγενέστερες εκδόσεις των διηγημάτων του, κατόρθωσε να προκαλέσει ευρύ το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

Συναρθρώνοντας κομβικές αναφορές στα πρώτα δύσκαμπτα χρόνια της μετάβασης από την Οθωμανική κυριαρχία στην Αγγλική αποικιοκρατία μέχρι την αρχή της τρίτης δεκαετίας του 20ού αιώνα με το νήμα της λίαν ενδιαφέρουσας ευρηματικής πλοκής και τα χρώματα μιας αληθοφανούς μυθοπλασίας, φιλοτεχνεί τον καμβά των μυθιστορηματικών δρώμενων, που εκτυλίσσονται σε παράλληλους διαδραστικούς άξονες σε χωριά της Καρπασίας και την Αμμόχωστο.

Μια πανοραμική τοιχογραφία, που εικονογραφεί τις ειδυλλιακές ομορφιές και τα γραφικά τοπία της Χερσονήσου των Αγίων, αποτυπώνοντας συγχρόνως τα ήθη των παλαιών εκείνων ανθρώπων στην κλειστή Κυπριακή κοινωνία με τις υπανάπτυκτες υποδομές του τόπου και τις εξουσιαστικές νοοτροπίες των Βρετανών κατακτητών.

Ενδεικτικά τα αρχικά οιονεί σκηνικά στιγμιότυπα του μυθιστορήματος, όπου στους κακοτράχαλους δρόμους του παραμελημένου επί Τουρκοκρατίας οδικού δικτύου της περιοχής, ο Παπαγιάννης, επιστρέφοντας με το άλογό του τον Πήγασο από το Βαρώσι και λίγο πριν φτάσει στο χωριό του, τα Βασιλικά, συναντιέται με δυο νεαρούς, που συνοδεύουν ζεύγος Άγγλων προς το βυζαντινό μοναστήρι της Κανακαριάς και του Αποστόλου Αντρέα. Στην απορία του ενός για το ναυαγισμένο καράβι πέρα στον γιαλό, ο ιερέας του αφηγείται την ανταρσία και τον πνιγμό των χίλιων διακόσιων σκλάβων Τσερκέζων μετά την ανατίναξη και το κάρφωμά του στους βράχους.

Η ιστορία όμως εκείνη λες και επενεργεί ως προανάκρουσμα στα καραβοτσακισμένα όνειρα για μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Ο Παπαϊωάννης και αργότερα επιλεγόμενος Παπασπάθας, γιος του καλλίφωνου ιερέα Παπαθεοδούλου και της κόρης του ξακουστού καδή Χατζηλοΐζου από τα Βαρώσια, θα χάσει στη γέννα της την πολυαγαπημένη του σύζυγο Ρουμπίνη, αφήνοντας ορφανό το νεογέννητο κοριτσάκι τους, τη Μαρία, που θα μεγαλώσει η αδελφή της μητέρας της μαζί με τα δικά της παιδιά μέχρι να γίνει δέκα χρονών και να γυρίσει στο πατρικό της σπίτι.

Ο αεικίνητος Παπαγιάννης, πέρα από τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα, θα συνεχίσει με τους δυο βοηθούς του και πρόσθετους εργάτες τις ενασχολήσεις του στο περιβόλι και στον μύλο, καθώς και τις εμπορικές συναλλαγές στην πόλη των προϊόντων του, του λαδιού και της σταφίδας, χωρίς να παύσει να ενδιαφέρεται για τα κοινά και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των συγχωριανών του, οι οποίοι εκτός από τις ακρίδες και την ανομβρία, υπέφεραν από τη βαριά φορολογία των Άγγλων.

Με συνείδηση ποιμαντικής ευθύνης απέναντί τους, φρόντιζε να είναι πλήρως ενημερωμένος σε τρέχοντα ζητήματα της επικαιρότητας, στις συναναστροφές με φίλους στον καφενέ της Αγίας Ζώνης στην Αμμόχουστο, τον κουμπάρο του φοροεισπράκτορα Κυργιακό, όταν διανυκτέρευε στο σπίτι του και ιδίως όταν επισκεπτόταν τους στενούς συγγενείς του και παράγοντες της πόλης, τον Ευαγγέλη και τον αδελφό του, τον δήμαρχο Χρυσόστομο.

Ο τελευταίος τον είχε πείσει να λάβει μια σημαντική απόφαση, που θα του στοίχιζε μεγάλη ψυχική οδύνη. Στις εκλογές για ανάδειξη Νομοθετικού Συμβουλίου θα ψήφιζε τον Άγγλο Διοικητή της Αμμοχούστου Γιαγκ, ο οποίος υποσχόταν την ελάττωση της φορολογίας και τον φόρο υποτελείας στην Τουρκία, την υποστήριξη για τη σύσταση Αγροτικής Τράπεζας, τη δημιουργία αρδευτικών έργων, τη βελτίωση δρόμων και του λιμανιού και το σημαντικότερο για την κατασκευή σιδηροδρόμου. Παρά τις αντιδράσεις της εφημερίδας «Σάλπιγγας» της Λεμεσού, του Σωτήρη Εμφιετζή, μέλους του Νομοθετικού Συμβουλίου, και του τότε Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου Γ΄, που θα τους έστελλε επιτροπή διαφώτισης με τον Αρχιμανδρίτη Φιλόθεο, για να ψηφιστούν Έλληνες, όπως ο δάσκαλος Λουκάς Παϊσίου, ο Παπαγιάννης είχε στηρίξει σθεναρά την υποψηφιότητα του Γιαγκ, με αποτέλεσμα φανατικοί αντίπαλοι από χωριά της Καρπασίας να τον αποκαλούν Ιούδα Ισκαριώτη, θέλοντας να τον καταστήσουν αργό. Η αποτυχία της εκλογής του, όπως κατά τις προηγούμενες εκλογές του 1883, οδήγησε στην πολυήμερη δίκη του Τρικώμου του 1891, κατά την οποία ο λοχαγός Γιαγκ κινούσε αγωγή κατά των νεοεκλεγέντων Λιασίδη και Σιακαλλή για καταδολίευση εκ μέρους των αντιπροσώπους τους.

Συγκινητική η σκηνή της συνάντησης του Παπαγιάννη με τον Αρχιεπίσκοπο, από τον οποίο δεν ζήτησε μόνο ταπεινά συγγνώμη αλλά και εξομολογήθηκε ότι είχε αποκτήσει εξώγαμη κόρη με μια γυναίκα που αγάπησε. Οι επόμενες μυθιστορηματικές σελίδες φωτίζουν το πολύκροτο Αρχιεπισκοπικό ζήτημα μεταξύ των δύο Κυρίλλων, το θέμα της μετανάστευσης πολλών Καρπασιτών και τον επαναπατρισμό τους από την Αμερική, τους αλλεπάλληλους θανάτους στην οικογένεια του Χατζηευαγγέλη έως και την εκδημία του Παπαγιάννη, «Όταν σωπάσαν τα πουλιά». Ο Θεός όμως τον αξίωσε να κτιστεί εκκλησία και σχολείο σε οικόπεδο που δώρισε στα αγαπημένα του Βασιλικά.     

«Όταν σωπάσαν τα πουλιά», Σελ. 268, Τιμή: €14.50