Κώστας Βασιλείου, «Εξηγήματα», εκδόσεις Αρμίδα, 2024.
Ο Κώστας Βασιλείου γνωστός ποιητής του τόπου μας, ύστερα από μια μακρά θητεία στα ποιητικά πράγματα, αποφασίζει να δώσει στη δημοσιότητα μια συλλογή από σύντομα αφηγήματα. Αυτό το εκδοτικό γεγονός και μόνο είναι άξιο προσοχής. Κάποια από τα αφηγήματα του Κ.Β. έχουν τα ειδολογικά χαρακτηριστικά του διηγήματος και κάποια άλλα του χρονογραφήματος. Όλα δε, παραπέμπουν σε μια άλλη εποχή με άλλα ήθη, άλλες, άγνωστες πια στις νεότερες γενιές, προσλαμβάνουσες παραστάσεις, βιώματα, συνήθειες και νοοτροπίες.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Μια συνέντευξη με τον Κώστα Βασιλείου
Ο συγγραφέας χωρίζει τα αφηγήματά του σε προπολεμικά και μεταπολεμικά. Κι αυτό με βάση τη χρονολογία που γράφτηκαν. Οκτώ από αυτά γράφτηκαν την περίοδο 1971 – 1973 και άλλα πέντε την περίοδο 1988 – 1991. Φαίνεται πως ήταν όλα φυλαγμένα σε κάποιο συρτάρι για δεκαετίες. Άγνωστο αν ξαναδουλεύτηκαν ή όχι. Kαι επίσης άγνωστο γιατί υπήρξε τόση δυστοκία στην έκδοσή τους. Ανεξάρτητα από την ημερομηνία συγγραφής και έκδοσής τους, όλα τα αφηγήματα του Κ.Β., και τα δεκατρία που περιλαμβάνονται στη συλλογή, έχω την εντύπωση ότι αναβιώνουν μια συγκεκριμένη εποχή που χρονικά τοποθετείται στην πρώτη δεκαετία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ίσως και λίγο μεταγενέστερα.

Τα δεκατρία αφηγήματα στο σύνολό τους χαρακτηρίζονται από υφολογική ομοιογένεια, αλλά και πλουραλιστική υφή. Κι αυτό διότι σε κάποια από αυτά υπερισχύουν τα ηθοπλαστικά μηνύματα, σε άλλα δεσπόζει η λυρική πνοή και σε κάποια τρίτα ο ανεκδοτολογικός χαρακτήρας. Όλα τα αφηγήματα στο βιβλίο έχουν αυτοβιογραφικό υπόβαθρο, ελαύνονται από συναφείς αναμνήσεις και μεταπλάθονται αισθητικά με στυλ, ύφος και χαρακτήρα, όλα δηλωτικά της λογοτεχνικής ιδιοσυγκρασίας του Κ.Β.
Από τα προπολεμικά αφηγήματα του Κ.Β. ξεχώρισα «Τα φεγγαροπούλια» (σελ. 42) που θεωρώ ως το καλύτερο πεζογράφημα στο βιβλίο. Το αφήγημα αυτό είναι το πιο πολιτικό στη συλλογή και συνάμα το πιο κριτικό. Την ίδια ώρα στο κείμενο αυτό αναδεικνύεται και η ποιητική φύση του Κ.Β.: «Μια γυναίκα από το Μετόχι βεβαίωνε πως είδε τα χαράματα τους τρεις σκοτωμένους με τα δρεπάνια στον ώμο να τραβούν για το μακρινό ξωχώραφο, να τελειώσουν το προστάθι που τους έμεινε.
Κι ο Σολής ο ψάλτης – απόψε ξαγρυπνούσε στο καμπαναριό για δεύτερη φορά – έπαιρνε όρκο πως τους είδε να βγαίνουν από το νεκροταφείο της εκκλησίας και να κάθονται, σκυμμένοι και σιωπηλοί, στο δοκίμι κάτω από τον πλάτανο της πλατείας…». (σελ. 46)
Στο ίδιο διήγημα η αγωνία του θανάτου συμπλέκεται με μια ερωτική ιστορία. Όμως στο τέλος απογειώνεται ο λυρισμός με μια συνομιλία με το φεγγάρι: « ‘Και θα την αποκοιμίσω από το παραθύρι της’, συνέχισε σαν να μονολογούσε, ‘ως το πρωί θα λάμψει πάλι το κορμί της, λαχταριστό, ευωδιαστό και νοτισμένο’. ‘Για ποιον;’ ‘Για τους λεβέντες…Πηγαίνετε τώρα να κοιμηθείτε όλοι σας’. ‘Κι οι Τούρκοι;’ ‘θα τους προσέχω εγώ, κι αν έρθουν θα χτυπήσω την καμπάνα. Καληνύχτα σας’. ‘Καληνύχτα, φεγγάρι. Καληνύχτα’ ». (σελ. 56) Εδώ πιστεύω ότι η ποιητική φύση του συγγραφέα παραμένει ανεπιτήρητη, ξεφεύγει και υπερισχύει. Τέλος να πω ότι στο διήγημα αυτό ένιωσα κάτι από την αύρα του Γ. Βιζυηνού και του Αλ. Παπαδιαμάντη. Μέσα στον Κ.Β. μίλησε και ο για δεκαετίες καθηγητής ελληνικής φιλολογίας.
Το δεύτερο διήγημα που ξεχώρισα από την πρώτη ενότητα φέρει τίτλο «Επιτάφιος». (σελ. 57) Ο Κεμάλ, καλόκαρδος, καλοκάγαθος, ανθρώπινος, κουμπάρος μέσα στην εκκλησία σε γάμο Ελληνοκυπρίων, προσφέρει από τον κήπο του τσιφλικιού του δυο δέσμες άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα για να στολιστεί ο Επιτάφιος τις ημέρες του Πάσχα. Και τα προσφέρει μ’ όλη του την καρδιά, σε δυο παιδιά που πήγαν κρυφά – κρυφά νύχτα στο τσιφλίκι του για να κλέψουν αυτά τα λουλούδια.
Στην αντίπερα όχθη, ο ιερέας του χωριού, φανατικός, μισαλλόδοξος, συγκρουσιακός και οργισμένος: «…τον πήραν οι δαιμόνοι, τούρκεψε, χοροπηδούσε απάνω στα τριαντάφυλλα λες κι ήταν φίδια και τον δάγκωναν, που να μας πάρει ο διάολος, ακούς εκεί να φέρουμε τούρκικα τριαντάφυλλα στην εκκλησιά, και να τολμήσουμε κιόλας να τα βάλουμε, πως και δεν κόπηκαν τα χέρια μας, πάνω στον Επιτάφιο, εκεί που σε μια ώρα θα κηδέψει τ’ άγιο σώμα του Χριστού του». (σελ. 63) Σ’ αυτό το τόσο γλαφυρό διήγημα ο Κ.Β. ψέγει τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία τόσο καίρια, εύστοχα, ποιητικά και αισθητικά άρτια και ολοκληρωμένα.
Από τα μεταπολεμικά αφηγήματα του Κ.Β. θέλω να κάμω ιδιαίτερη μνεία στο «Οι γυναίκες πίσω – Ω γλυκύ μου έαρ». (σελ. 75) Πρόκειται για ένα ευτράπελο μα και πικάντικο περιστατικό ανεκδοτολογικού χαρακτήρα με τη ζωντοχήρα του χωριού που απελευθέρωσε το σφηνωμένο μόριο ενός εφήβου στην τρύπα παραθύρου του πλυσταριού. Το κείμενο αυτό χαρακτηρίζεται από πειραχτική διάθεση, χιούμορ αλλά και κάποιο φλερτ με τον ηδονισμό.
Ιδού το ξεκαρδιστικά ανακουφιστικό τέλος του αφηγήματος: «Κανένας δεν είδε ούτε κι έμαθε ποτέ με ποιον τρόπο τα κατάφερε η Λαμπηδόνα – γιατί τα κατάφερε. Δεν πέρασαν δέκα λεπτά κι ο Αυκερινός βγήκε από το πλυσταριό δροσερός και ροδοκόκκινος σαν κερτανές, κι αφού πέρασε αμίλητος και δακρυσμένος μέσα από το πλήθος που ανέμενε, άλλοι στον ηλιακό κι άλλοι έξω στον δρόμο, πήγε ολόισια στην εκκλησία κι είπε μαζί με τ’ άλλα παιδιά τον Επιτάφιο – Ω γλυκύ μου έαρ». (σελ. 80)
Τα όσα συνάντησα σε αυτό το έργο, ουδόλως με ξένισαν. Πρόκειται για το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο ενός ποιητή. Οι ποιητικές στιγμές, οι ποιητικές εικόνες απαντώνται σε πληθωρικό βαθμό. Πρέπει να πω ότι όλη η συλλογή, επειδή πραγματεύεται σε μεγάλο βαθμό συμβάντα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, μου θύμισε, ως μια ροδαλή ανάμνηση, το κλασικό μυθιστόρημα του Μαρκ Τουέιν «Οι περιπέτειες του Τομ Σόγιερ».