Στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Κυνηγώντας το μεγάλο ψάρι. Διαλογισμός, συνειδητότητα και δημιουργικότητα» (στα ελληνικά από τις εκδ. Πατάκη, 2009) ο Ντέιβιντ Λιντς περιγράφει την επίσκεψή του σ’ έναν ψυχίατρο, έχοντας νιώσει εγκλωβισμένος σ’ ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Όταν μπήκε στο δωμάτιο, ρώτησε τον γιατρό αν αυτή η διαδικασία θα μπορούσε, κάπως, να βλάψει τη δημιουργικότητά του. «Λοιπόν, Ντέιβιντ, για να είμαι ειλικρινής, θα μπορούσε». Ο σκηνοθέτης του έσφιξε το χέρι κι έφυγε.
Στην εποχή της θρησκειοποίησης της πολιτικής ορθότητας όπου οι δημόσιες τοποθετήσεις ερμηνεύονται συχνά μέσα από ευρύτερους κοινωνικούς φακούς, η προσωπική αυτή εμπειρία θα μπορούσε, αν απομονωθεί εκτός πλαισίου, να κατηγορηθεί ως υποκίνηση αποφυγής της θεραπείας, ειδικά από ένα κοινό ευαίσθητο σε ζητήματα ψυχικής υγείας. Το κλειδί, όμως, εδώ είναι το πλαίσιο. Εμένα μου έφερε στον νου τη διάσημη, αφοπλιστική ρήση του Σαλβαδόρ Νταλί: «η μόνη διαφορά μεταξύ εμού κι ενός τρελού είναι ότι εγώ δεν είμαι τρελός».
Οραματιστής και διαισθητικός, ανήσυχος, εκκεντρικός και ευαίσθητος, ο Ντέιβιντ Λιντς υπέγραψε όλες κι όλες δέκα ταινίες μεγάλου μήκους- την τελευταία το 2006. Από την περασμένη Πέμπτη, όμως, που έγινε γνωστή η είδηση του θανάτου του, τον θρηνούν «χήρες και παντρεμένες» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ακόμη δηλαδή και άνθρωποι που ενδεχομένως να μην έχουν δει ούτε μια από αυτές. Έτσι είναι οι μεγάλοι. Ακόμη πιο ευδιάκριτο κι από το corpus του έργου τους είναι το χνάρι που αφήνουν ως προς την εξώθηση των ορίων, ως προς τους δρόμους που ανοίγουν, τους διαδρόμους απογείωσης που στρώνουν για την τέχνη τους.
Οι κόσμοι του Λιντς είναι φτιαγμένοι από το υλικό των ονείρων, κατά τον τρόπο που το εννοούσε ο Σαίξπηρ. Ήξερε να κατευθύνει τα όνειρά του αναζητώντας την αρμονία ανάμεσα στο σύμπαν και τη φαντασία και μάς προσκαλούσε να πάρουμε μέρος σ’ αυτά. Να γίνουμε μέρος τους και να ανακαλύψουμε κόσμους που δεν ξέραμε ότι υπήρχαν. Η θέασή τους είναι η πιο αλλοπρόσαλλη και η πιο οικεία εμπειρία.
Το διατύπωσε θαυμάσια ο κριτικός Ρότζερ Ίμπερτ αναφερόμενος στο «Mulholland Drive»: όσο λιγότερο νόημα βγάζει, τόσο περισσότερο δεν μπορούμε να σταματήσουμε να το βλέπουμε. Η αναζήτηση νοήματος ή απαντήσεων δεν ήταν ποτέ κίνητρο για τον «μαέστρο του ανοίκειου». «Δεν καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι περιμένουν από την τέχνη να βγάζει νόημα. Εδώ αποδέχονται το γεγονός ότι η ζωή δεν βγάζει νόημα» είχε πει σε ανύποπτο χρόνο. Ήταν δημιουργός ερωτήσεων και ερεθισμάτων.
Οι ονειρικές σκηνές των ταινιών του θα στοιχειώνουν για πάντα τους σινεφίλ όχι γιατί προέκυψαν προσεκτικά σχεδιασμένες ως αυστηρές αναφορές σε μια «φροϋδική κυριολεκτικότητα», αλλά γιατί ακόμη και τα πιο αινιγματικά και απροσπέλαστα όνειρά μας θα ζήλευαν τις απρόοπτες και ημιτελείς ακολουθίες του, καθώς διαρρηγνύουν θριαμβευτικά τον υμένα της συνειδητότητας. Στο σύμπαν του η εικόνα είναι αυτοσκοπός και σκανδάλη για περαιτέρω αναζήτηση εικόνων, ως ερεθισμάτων για το ζύμωμα κι άλλων ονείρων. Ο μόνος δρόμος για ένα ον που είναι πλασμένο να ονειρεύεται είναι η συνειδητοποίηση ότι η πραγματικότητα είναι κι αυτή μια ψευδαίσθηση, προορισμένη να μας κρατά δέσμιους, να μας συγκρατεί από τη σαγήνη της υπέρβασης, του μυστηρίου, του ονειρέματος. Ο Λιντς επιδίωκε να μας αποδεσμεύσει.
Στο προαναφερθέν βιβλίο, που λειτουργεί κι ως οδηγός αυτοβοήθειας, καταθέτει την πεποίθησή του ότι οι ιδέες είναι σαν τα ψάρια: δεν τις δημιουργείς, απλά τις αλιεύεις. Σημείο εκκίνησης είναι η επιθυμία για μια ιδέα. Κάτι σαν δόλωμα. Κι όταν πιάσεις ακόμη κι ένα μικρό ψάρι, αυτό θα προσελκύσει κι άλλα κι άλλα, ολοκληρώνοντας το παζλ. Αυτό το παζλ όμως απεικονίζει τελικά μια εικόνα που υπάρχει ήδη κάπου στο σύμπαν. Έτσι, χρησιμοποίησε τη γλώσσα του κινηματογράφου σαν… διερμηνευτή ώστε να εκφράσει συναισθήματα και σκέψεις που ρέουν στον χρόνο, επινοώντας εμπειρίες, αλλά διατηρώντας τις ιδέες γοητευτικά αφηρημένες.
Ο όρος «λιντσικός», όπως λέμε «καφκικός», έχει επίσημα ενταχθεί στο λεξικό της Οξφόρδης και στο εξής θα χρησιμοποιείται όλο και πιο εκτατεμένα κι όχι μόνο σε σχέση με τον κινηματογράφο. Ως αρχιτέκτονας λιγωτικών εφιαλτών, κατασκευασμένων από τους ίσκιους των αναμνήσεων, άφησε πίσω του ένα έργο που διαπερνά το φανταστικό, το υπερρεαλιστικό και το ανατριχιαστικά πραγματικό. Δεν υπέκυψε ποτέ σε συμβάσεις και τόλμησε να εξερευνήσει τη σκοτεινή καρδιά της ανθρώπινης εμπειρίας.
Στους κόσμους που φιλοτέχνησε, σαν εν κινήσει πίνακες του Ρενέ Μαγκρίτ, η καθημερινότητα συνυπάρχει με το παράδοξο και οι εικόνες κρύβουν περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτουν. Λειτουργούν ως γρίφοι, προσκαλώντας το κοινό να εξερευνήσει τα υποστρώματα των υπαινιγμών και τα φανερά νήματα του υποσυνείδητου, καθώς αναζητούν ζωτικό χώρο στην πραγματική ζωή.
Στην τελική σκηνή της αυτοβιογραφικής ταινίας του Στίβεν Σπίλμπεργκ «The Fabelmans» (2022), ο Ντέιβιντ Λιντς κάνει την τελευταία του (cameo) κινηματογραφική εμφάνιση υποδυόμενος τον θρυλικό σκηνοθέτη Τζον Φορντ– ένα τοτέμ δημιουργικότητας που αποτύπωσε τη μυθολογία της Αμερικής. Η παρουσία του στην ταινία είναι φόρος τιμής στη διαμορφωτική δύναμη της τέχνης του κινηματογράφου. Προσδίδει μια μεταμοντέρνα διάσταση, καθώς η ιδιοσυγκρασιακή του φιλμογραφία έρχεται σε αντίστιξη με το δομημένο στυλ του Φορντ.
Ενσαρκωμένη στον Λιντς, η αυθεντία του Φορντ συμβουλεύει παραστατικά τον Σπίλμπεργκ να «προσέχει τον ορίζοντα», δηλαδή να κοιτάζει πέρα από τα προφανή, να τοποθετεί τα στοιχεία της ζωής και της τέχνης σε μια προσωπική προοπτική που αποκαλύπτει βαθύτερες αλήθειες: «When the horizon is at the top, it’s interesting. When the horizon is at the bottom, it’s interesting. When the horizon is in the middle, it’s boring as shit».
Το αφήνω αμετάφραστο γιατί η ουσία είναι πως για να δημιουργήσεις κάτι πραγματικά ενδιαφέρον πρέπει να ξεφύγεις από τα ειωθότα.
Ελεύθερα, 19.1.2025