Κώστας Βασιλείου – Κώστας Λυμπουρής, «Λαλαγκούθκια», εκδόσεις Αλμύρα, 2024.

Δύο γνωστοί και καταξιωμένοι λογοτέχνες του τόπου μας, ο ποιητής Κώστας Βασιλείου και ο πεζογράφος Κώστας Λυμπουρής, συνέγραψαν από κοινού ένα συλλογικό έργο, που συνδυάζει την ποιητική μα και την πεζόμορφη γραφή. Το γεγονός ότι δύο συγγραφείς συλλειτούργησαν, είναι από μόνο του αξιοσημείωτο. Δεν απαντώνται συχνά τέτοια φαινόμενα στα λογοτεχνικά πράγματα. Όμως το βιβλίο των Κ.Β. και Κ.Λ. είναι αξιόλογο για πολλούς άλλους υπέρτερους λόγους, κυρίως αισθητικούς μα και θυμοσοφικούς.

Το βιβλίο των δύο λογοτεχνών φέρει τίτλο «Λαλαγκούθκια», που είναι ένα παραδοσιακό αρτοποιητικό παρασκεύασμα της βαθύριζης κυπριακής κουλτούρας, καμωμένο από αλεύρι και λάδι. Το δεσπόζον θεματικό μοτίβο σε όλο το βιβλίο είναι η ελιά, ως δέντρο και ως καρπός, μέσα από την παράδοση αλλά και μέσα από τα ερεθίσματα και τις εμπνεύσεις της σύγχρονης ζωής.

Το βιβλίο αποτελείται από τέσσερα ποιήματα του Κ.Β. και ισάριθμα διηγήματα του Κ.Λ. Τα ποιήματα του πρώτου διακρίνονται για τον λυρισμό και τα ηθοπλαστικά μηνύματά τους. Τα διηγήματα του δεύτερου ξεχωρίζουν για τη γλαφυρότητα, αλλά και την πολιτική διάσταση της γραφής τους, όπως επίσης και για τη διακειμενικότητά τους με πολλούς άλλους λογοτέχνες και τα έργα τους.

Όλα τα ποιήματα του Κ.Β. έχουν αποδοθεί εξολοκλήρου στην κυπριακή διάλεκτο, ενώ στα διηγήματα του Κ.Λ. τα πλείστα διαλογικά μέρη αποδίδονται επίσης στην κυπριακή διάλεκτο. Η αφειδώλευτη και χωρίς κομπιάσματα χρήση του ιδιώματος από τους δύο συγγραφείς λειτουργεί άκρως εμπλουτιστικά και για την αισθητική στάθμη του όλου έργου. Δεν είναι απλώς ένα πρόσθετο καρύκευμα, είναι συχνά το κυρίως …φαγητό!

Το πρώτο εισαγωγικό ποίημα του Κ.Β. στην ουσία οριοθετεί και προσδιορίζει όλο το βιβλίο, θέτει το περίγραμμά του από κάθε οπτική γωνία θέασης. Ιδού ένα ενδεικτικό απόσπασμα: «Ψήννετε πίττες ή ζεμπυλούθκια / φιλικουτούνες μες στα φουρνούθκια. / Ψήνετε λέξεις, ρίμες, τραούθκια / σγιον καττημέρκα ή λαλαγκούθκια. / Με ελαιόλαδο τζι αλεύρι / με κανέλλα τζιαι πιπέρι…». (σελ. 9)

Ο ποιητής Κ.Β., όσο μεγαλώνει δημιουργικά και ηλικιακά, τόσο περισσότερο στρέφεται στις ρίζες, βιολογικές, ηθικές, ιδεολογικές και άλλες. Αυτή η επιστροφή δεν γίνεται εν είδει νοσταλγικού κρεσέντο, αλλά πραγματώνεται ως ποιητική μετάσταση και μετάπλαση. Ο συναισθηματικός και ο αισθητικός πλούτος, ως άρτια γόνιμο έδαφος υποδομής, αποδίδουν καρπούς που τέρπουν σε κάθε επίπεδο: «Σήμερα Τζιερκατζιή, έμπα του Νιόβρη / όπως ελούβουν την πιο παλιά / συνότζαιρη μου ογδοντάγρονη / κοτζιακαρκά με ξερόκλωνα / με λλιοστές ελιές μα αδρούππες / ένιωθα ότι εχτένιζα τη μακαρίτισσα / τη μάνα μου τη Σιερινιά / με την ελιοχτενιά ή τα δαχτύλια μου / ότι εθκιάλιζα τα λλιοστά μαλλιά της / για να πάει στην εκκλησιά της». (σελ. 11)

Στο τρίτο ποίημα «Τα διπλάρκα» (σελ. 13-15) μια «ροβκιά» και μια ελιά αναπτύσσουν περίκαλλους μονολόγους, έμπλεους φαντασίας, χρωμάτων, εικόνων, συναισθημάτων αλλά και συγκινησιακού ρίγους και βαθυστόχαστων διδαγμάτων.

Στο ύστερο ποίημα της συμμετοχής του στο βιβλίο ο Κ.Β., με εύθυμα νοσταλγικό ύφος και αυτοσαρκαστική διάθεση, επιτρέπει στον εαυτό του ένα σαφώς ερωτικό στιχούργημα, με ευδιάκριτους υπαινιγμούς «μυλλωμένου» τραγουδιού. Εξάλλου, σε υποσημείωση στο τέλος του ποιήματος, ενημερώνει: Από τα «Αμολόητα», παραπέμποντας στον Βασίλη Μιχαηλίδη και στο ομώνυμο πασίγνωστο ποίημα του. Αμήν, να δούμε και όλα τα αθυρόστομα ποιήματα του Κ.Β. εκδομένα σε χωριστό τόμο κάποτε.

Ομοίως, εισαγωγικό χαρακτήρα στο βιβλίο έχει και το πρώτο διήγημα του Κ.Λ. που φέρει τίτλο «Ο Ζηθκιώνας», (σελ. 25) και αφιερώνεται στον Κ.Β. συνδημιουργό του όλου, υπό παρουσίαση, έργου. Το διήγημα αυτό είναι το πιο διακειμενικό απ’ όλα καθώς μέσα από τις γραμμές του παρελαύνουν σημαντικοί Κύπριοι συγγραφείς, με κορυφαίο του χορού τον στωικό φιλόσοφο Ζήνωνα Κιτιέα. Ουσιαστική μνεία γίνεται στους ποιητές Κώστα Μόντη και Παντελή Μηχανικό, ενώ υπάρχει αναφορά και στον νεότερο συγγραφέα Θωμά Κυριάκου. Ο τελευταίος, αξίζει ν΄ αναφερθεί, υπήρξε μαθητής των Κ.Β. και Κ.Λ. που αμφότεροι είναι καθηγητές ελληνικής φιλολογίας με μακρά θητεία στα δημόσια σχολεία.

Η διακειμενικότητα συνεχίζεται και στο δεύτερο διήγημα του Κ.Λ., αυτή τη φορά με Ελλαδίτες λογοτέχνες. Η φιλολογική παιδεία του συγγραφέα εκδηλώνεται σε όλη της τη διαπασών με αναφορές και παραθέματα στίχων ποιητών όπως οι Κ. Παλαμάς, Ο. Ελύτης, Γ. Ρίτσος, Γ. Σεφέρης. Στο ίδιο διήγημα παρατίθεται απόσπασμα από έργο του Παντελή Πρεβελάκη. 

Στο τρίτο «ελαιογραφικό» διήγημα του Κ.Λ. παρεισφρέει έντονα και το πολιτικό στοιχείο, πλάι στην εντοπιότητα, καθώς αυτό αφορά το συναπάντημα δύο εκτοπισμένων ελαιοπαραγωγών, του Ανδρόνικου από τον Καραβά και του Χουσεΐν από τα Λεύκαρα. Πλην όμως μετά την τραγωδία του 1974, η μοίρα το έφερε ό ένας να καλλιεργεί τον ελαιώνα του άλλου.

Στη μεταξύ τους συναναστροφή, πέρα από τις ελιές, καλλιεργούνται η νοσταλγία, ο πόθος της επιστροφής, η αγάπη για τον συνάνθρωπο και την ειρήνη. Ο Ε/κ Καραβιώτης ελαιοκαλλιεργητής με τον Τ/κ Λευκαρίτη ελαιοκαλλιεργητή, που καλλιεργεί πια ό ένας τον κλήρο του άλλου, βρίσκουν τόσα πολλά να τους ενώνουν, να τους ομονοούν και να τους συγκινούν. Διακειμενικότητα υπάρχει και σ’ αυτό το διήγημα, καθώς ο Χουσεΐν, κουβεντιάζοντας με τον Ανδρόνικο, αναφέρεται στο σημαντικό Τ/κ ποιητή Φικρέτ Ντεμιράγ και στο ποίημα του, όπου η ελιά παρομοιάζεται με μια ελιά που μοιρολογεί.

Ομολογώ πως απόλαυσα ιδιαίτερα το συλλείτουργο των κ. Βασιλείου και κ. Λυμπουρή με τα «Λαλαγκούθια» τους, ήταν λαγαρό και ολόφωτο, όπως το φρέσκο λάδι που κυλά βγαίνοντας από το στόμιο της μηχανής στο ελαιοτριβείο.

g.frangos@cytanet.com.cy