Δεν υπάρχει ζωή χωρίς καμένα σπίτια. Χωρίς το καλό και το ζόρι που ανεβοκατεβαίνουν αυτόματα στη ζυγαριά όταν τα στερνά τιμούν τα πρώτα κι όταν η γνώση αντικαθιστά τη φόρα των νιάτων που πέρασαν κι έφυγαν και που όταν τα βιώνεις δεν καταλαβαίνεις την χάρη και την ακρίβειά τους.
Δεν υπάρχει ζωή χωρίς λίγο σάπιο αέρα στα ρουθούνια σου ανυπομονώντας για τον καθαρό ύστερα από τα απανωτά λάθη, τις βλακείες, την άγνοια κινδύνου, τους κακούς συμβούλους ή την κακομαθησιά σου που σε ζορίζει ακόμα.
Αν μη τι άλλο, η Άντζελα Δημητρίου -που περιλαμβάνει τα παραπάνω- ποτέ δεν ζούσε έντρομη, κλεισμένη στο δωμάτιό της, ασθμαίνοντας πάνω απ’ την καρδάρα για τις αποτυχίες της, αλλά προτιμούσε να αποτολμά το τρεχαλητό στην άκρη του γκρεμού, διατηρώντας ακέραιο το ατόφιο της λίπασμα σαν έμπειρη που είναι σχοινοβάτης. Άκουσα ένα σουξέ της σ’ ένα φτηνομάγαζο με κρασί μπόμπα στις παρυφές της Λευκωσίας την Παραμονή του 2025, και μου ‘ρθε ξανά ολόκληρη στο νου, ολοζώντανη, ως αυτό που φέρει: Μία γυναίκα σε δέκα αλλόκοτες ζωές που τις πρόβαλλε πάντα όλες, σαν ταινία, στο πιστό κοινό της.
Ανέκαθεν, άλλωστε, αγαπούσε την έκθεση. Κυρίως της προσωπικής της ζωής η οποία, καθώς περνούσαν τα χρόνια της λαϊκής -και κλασικής- της πια καριέρας, δεν άφηνε την μπίλια να καθίσει κάπου μόνιμα. Παλιά καραβάνα.
Κάποτε ήταν ο «άγνωστος» γιος της, οι καβγάδες της με τον Στηβ Κακέτση που την προκαλούσε από τα παρασκήνια του μπουζουξίδικου που την έκανε πρώτο όνομα νομίζοντας πως την είχε του χεριού του, ο έρωτας και ο (δεύτερος) γάμος της με τον Γιώργο Τρούπη (εκείνος ο «χάρτινος» γάμος-παρωδία), η απόπειρα αυτοκτονίας της κόρης της, της Ολγίτσας της, που στην ανήσυχή της εφηβεία ήθελε να ακολουθήσει την καριέρα της διάσημης μαμάς της επιδιώκοντας με αυτό τον τρόπο την προσοχή της, η πρόσφατη διένεξη που είχε με την -ενήλική πλέον- κόρη της και τον γαμπρό της, η οποία πέρασε κι αυτή από τα πρωτοσέλιδα στην ιστορία λόγω του εγγονιού της, η σωματική κακοποίησή της στην οποία αναφέρθηκε δημόσια, οι εκτρώσεις που έκανε όταν ήταν νέα -κάτι που αποκάλυψε πρώτος, επιβεβαιώνοντάς το κι η ίδια μετά, ο πρώην (πολύ πρώην) σύντροφός της, Λευτέρης Πανταζής-, ανασύροντας -αυτή, η «ειδική» επί των δημοσίων σχέσεων- ένα ακόμη κομματάκι από την φαρέτρα της αλφαβήτας του marketing που λέει πως «το κοινό πρέπει συνεχώς να εκπλήσσεται από τους σταρς» στο σωστό μερίδιο που ξέρει να λαμβάνει από τη διαχείριση του ονόματος 55 χρόνων καριέρας και 40 plus δίσκων. Αυτού, δηλαδή, που λέγεται τελικά «διαχρονικότητα».
Πάει πολύς καιρός από τότε που μία λουλουδού μού περιέγραφε στη «Νεράιδα» με τι ταχύτητες θα έπρεπε να πηγαινοφέρνει τα πανέρια από γαρύφαλλα στις παλάμες της λαίδης, ώστε κανείς θαμώνας και θαυμαστής της να μην δυσαρεστηθεί, καθώς ακούγονταν οι πρώτες νότες από το «Ουρανέ», το «Ποια θυσία», το «Φωτιά στα Σαββατόβραδα» – το αδιαμφισβήτητα πιο επιτυχημένο ζεϊμπέκικο των ‘80s, σύμφωνα με τον επίσημο «Κατάλογο ελληνικής δισκογραφίας» του Πέτρου Δραγουμάνου.
Τα σκαμπανεβάσματα στην καριέρα της ήταν προδιαγεγραμμένο ήδη από την εφηβική της ηλικία συμβάν: Σα να περνούσε πάντα σε διάφανη κλωστή το μέλλον της από την τρυπούλα της βελόνας των υφαντουργίων «Κλωστές Πεταλούδα» στα οποία κάποτε εργαζόταν, ρισκάρωντας. Τότε που έκανε βόλτες στο περήφανο Περιστέρι και δεν υπήρχε λόγος να ξέρει ποια είναι η ετυμηγορία της λέξης «σκίρτημα» αφού το ζούσε, αφού το ταλέντο της βαθιάς χροιάς στη φωνή της δεν χρειαζόταν να αντικαταστήσει κάτι που δεν αφορούσε τον νταλκά ή την καψούρα των αγοριών του μεροκάματου και των μπεσαλίδικων κοριτσιών καθώς διονυσιάζονταν με τα (άλλοτε πολύ καλά, άλλοτε πολύ κακά) τραγούδια της.
Αφού διέτρεξε όλη την γκάμα, από το λαϊκό ως το cult και από το κιτς ως το «φαινόμενο», η Άντζελα Δημητρίου, το φτωχοκόριτσο που έγινε λαϊκή ντίβα, ένα icon με τις στενές, λαμέ τουαλέτες και τα προσεκτικά σκιτσαρισμένα τοξωτά φρύδια, η «τραγουδιάρα» που για χάρη της τα καψούρια μέθαγαν κι έκαιγαν χιλιάρικα στην πίστα, αυτή που ‘χει για παράσημο στο σπίτι της κρεμασμένους τους χρυσούς της δίσκους και ακριβές της αναμνήσεις τα κίτρινα ξημερώματα στην παραλιακή, το αλκοόλ και τους δηλητηριασμένους έρωτες από τους οποίους δεν ευτύχησε ποτέ, μπορεί πια -στα 70 της- να υπερηφανεύεται πως δεν μοιάζει με καμία, πως είναι τόσο «μεγαλύτερη από τη ζωή», που αμφιβάλλεις αν στ’ αλήθεια υπάρχει ή αν κάποιος την επινόησε.
Όταν το κοινό παραμέριζε για να περάσει διαβλέποντας τη νέα του «βασίλισσα», εκείνη γλεντούσε το όνειρό της χωρίς μετριοπάθεια κι έλεγε όσα είχε στο μυαλό της χωρίς κοσκίνισμα νοημάτων και δεύτερης σκέψης στην περηφάνια της. Και γιατί, άλλωστε, να υποκριθεί;
«Εγώ, δεν τελείωσα ούτε πανεπιστήμιο, ούτε είμαι καμία δικηγόρος για να βγαίνω και να λέω μεγάλα λόγια. Εγώ, είμαι μια τραγουδίστρια που τραγουδάει στις πίστες, είτε το θέλουν κάποιοι είτε όχι. Το να λέω σε μία συνέντευξή μου “το δημοφιλή μου σουξέ”, το οποίο δεν είναι το σωστό γραμματικά, λυπάμαι, αλλά δεν το ‘ξερα. Πού είναι το πρόβλημα; Ας βγουν να με πυροβολήσουν οι μορφωμένοι!», μου είχε πει κάποτε στο καμαρίνι της απαντώντας -όχι θυμωμένη, μα στενοχωρημένη- για τις στρεβλές καθ’ υπερβολήν ατάκες της που γίνονταν viral.
Το ίδιο βράδυ τη ρώτησα για το «αίμα» στη φωνή της, τη μνήμη που φέρει το «Δυο φωνές» και το «Οι χωρισμένοι δε γιορτάζουνε ποτέ!», την εύθραυστη ψυχολογία της και το πείσμα της που ύψωσε αναχώματα. Θυμάμαι πως δάκρυσε. Και μου εξήγησε πολλά – με τον τρόπο της. Κυρίως για τον μετρονόμο μιας μουσικής που προέρχεται απ’ τα βιώματά της και όχι από το χάος της εγκεφαλικότητας του γύρω της κόσμου που -νομίζει πως- την κοροϊδεύει ενώ ξέρει καλά πόσο πολύ δύσκολα κρατιέται μια καριέρα με χαλασμένους αναπτήρες και μαργαρίτες που μαδάνε, κάθε βράδυ, ρωτώντας εναγώνια: «Μ’ αγαπάει;/ δεν μ’ αγαπάει;».
Ελεύθερα, 5.1.2025