Κυριάκος Ευθυμίου, «Προτελευταία αλήθεια», εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2023.
Όπως στην προηγούμενη ποιητική του δουλειά «Κυρτός αλατοπώλης» του 2016, έτσι και στη νέα του συλλογή «Προτελευταία αλήθεια» του 2023, ο Κυριάκος Ευθυμίου δελεάζεται έντονα από την αισθητική μετάπλαση της ιδέας και της έννοιας του θανάτου. Η προσέγγισή του διαπνέεται από μια αίσθηση φιλοσοφικού κυνισμού, ενός κυνισμού που μπορεί να εκφράζεται με ξηρότητα, αλλά την ίδια ώρα διεγείρει στον αναγνώστη τους αναβράζοντες χυμούς του συγκινησιακού ρίγους.
Εντόπισα τουλάχιστον πέντε ποιήματα στα οποία το θεματικό επίκεντρο, κατά άμεσο τρόπο, είναι ο θάνατος: Ιαχές», (σελ. 40) «Ο λησμονημένος», (σελ. 44) «Μετά την κηδεία», (σελ. 45) «Εξόδιος ακολουθία», (σελ. 49) και «Προτελευταία αλήθεια», (σελ. 65) με το οποίο τελειώνει η συλλογή και στο οποίο, η συλλογή και πάλι, οφείλει το όνομά της. Το ποίημα αυτό προσομοιάζει με κύκνειο άσμα, αλλά δεν είναι! Μιλώντας για το θάνατο, ο ποιητής κάνει απολογισμό ζωής. Χωρίς ίχνος παραδοξότητας, το μήνυμα του είναι πικρά αισιόδοξο, διότι αποτελεί βαθύ δίδαγμα ζωής: «Προσπάθησα / προσπάθησα πολύ / να γίνω έστω και λίγο / καλύτερος άνθρωπος. / Τώρα, τελειώνει τώρα / τώρα, τελειώνω τώρα. / Θα είμαι ο λυπημένος νεκρός. / Ένα πουλί / θα μου κλείσει τα μάτια». (σελ. 65)

Το ποίημα «Εξόδιος ακολουθία», στο οποίο επίσης αναφέρθηκα, παρουσιάζει την εξής ιδιομορφία: Χρησιμοποιεί το θάνατο και συγκεκριμένα μια κηδεία, ως εξωτερικό περίβλημα, ως θεατρικό σκηνικό, προκειμένου ν’ αναφερθεί σε πικρές αλήθειες της καθημερινότητας, την έπαρση, τον φθόνο, τη μοναξιά, την απογοήτευση, το άγχος. Μέσα στο ποίημα βέβαια τυγχάνει σαρκασμού και η ομήγυρης του ποιητικού συναφιού: «Πίστεψε πως αξίζει πολύ / κι άρχισε ν’ αποφεύγει τους ομότεχνους / που δίναν τη μάχη της ποιήσεως μαζί / στη μικρή κωμόπολη των συνόρων. / Ήθελε – επιτέλους – / ν’ απαλλαγεί από τους άσχετους / τους ατάλαντους, τους δήθεν. / Όταν ξεκίνησαν ν’ ακούγονται κουβέντες / πως είναι μέτριος ποιητής, πως είναι λίγος / ήξερε πια πως τον ζήλευαν. Και μειδιούσε» (σελ. 49).
Ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάμω στην αντικατοχική ποίηση του Κ.Ε. που κι αυτή παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που με θέλγουν. Γι’ αυτό και θ’ αναφερθώ αναλυτικότερα. Ο ποιητής καταγράφει τη βιωματική εμπειρία της κατοχής στο σήμερα. Δεν καταφεύγει στον εύκολο και εξιδανικευτικό συναισθηματισμό των αναπολήσεων και των αναμνήσεων από την προ του ’74 εποχή. Καλές οι μνήμες πριν από την τραγωδία αλλά αν δεν συγχρωτιστούν με σύγχρονα βιώματα της τωρινής εποχής δεν επαρκούν για ουσιαστικό αισθητικό αποτέλεσμα με αξιώσεις ότι η ποιητική τέχνη βαδίζει προς τα μπρος. Π.χ., λέει ο ποιητής: «Ισχνές σκιές που μοιάζουνε γριές / με αλάτι λεπτό στις ρυτίδες της μνήμης, / περιφέρουν τον πρόσφυγα άγιο / στα νυχτερινά σοκάκια της Λευκωσίας» (σελ. 22). Το μήνυμα, αντικατοχικό κι αυτό, είναι ευθύβολο, καίριο, ουσιαστικό, ενισχυμένο με την εξίσου εκρηκτική γόμωση του σήμερα.
Ακόμα πιο διάφανα προβάλλει αυτή η προσέγγιση στο ποίημα «Η επίσκεψη». Εδώ η πίκρα της χαμένης πατρίδας είναι ακόμα πιο έντονη: «Το άσπρο σπίτι μέσα στις ελιές / είναι το σπίτι που ‘λεγες δικό σου. / Άδικα πηρ’ η μάνα σου στον τάφο το κλειδί / να το κρατά στη μνήμη της και να το σφίγγει. / Τουρκάκι τρέχει τώρα στην αυλή / πίσω απ’ τη σκιά του που ξεφεύγει… /…Μονόφθαλμος ο πετεινός π’ άρχισε να λαλεί / σε γλώσσα ξένη να λαλεί, σ’ άλλων τη χώρα…». (σελ. 16)
Και δεν είναι η μοναδική φορά στο βιβλίο που ο ποιητής επιδίδεται σε μεταθανάτιες συζητήσεις με τη μητέρα του ή και σε άλλες συχνές αναφορές σ’ αυτή. Η απλότητα και η καθαρότητα αυτών των εικόνων είναι κάτι που θάλλει πραγματικά. Το ίδιο και η συναισθηματική φόρτιση που αποπνέουν: «Έμαθες να μπαίνεις στον ύπνο μου / με το νυχτικό του θανάτου σου / σιδερωμένο και καθαρό. Καλωσόρισες μητέρα». (σελ. 34)
Οδεύοντας προς το τέλος αυτής της παρουσίασης θα ήθελα να δώσω κι ένα δείγμα από την ερωτική ποίηση του Κ.Ε. Η συγκεκριμένη υποθεματική δεν λείπει από κανένα του βιβλίο. Εδώ μνημονεύει τους ατελέσφορους έρωτες, αυτούς που δεν πραγματώθηκαν ποτέ: «Μέσα στη σκέψη σου λικνίζονται κι απόψε / οι μορφές των γυναικών που επόθησες… /…είσαι η λύπη μιας ερώτησης / που δεν θ’ απαντηθεί / ποτέ». (σελ. 46)
Τέλος, σε ό,τι αφορά τις στιλιστικές, υφολογικές προσεγγίσεις του ποιητή, αξίζει να ειπωθεί ότι ολοένα και συχνότερα, ολοένα και πυκνότερα προσφεύγει ή μάλλον καταφεύγει, διότι περί καταφυγίου πρόκειται, στο κυπριακό ιδίωμα. Κι’ αυτό συμβαίνει είτε εξολοκλήρου, είτε εν μέρει. Δηλαδή, στη συλλογή βρίσκουμε και ποιήματα που είναι εξολοκλήρου γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο, βρίσκουμε όμως και ποιήματα διανθισμένα με ιδιωματικές, λέξεις, φράσεις και εκφράσεις ή ακόμα και στίχους με συντακτική διάταξη της διαλέκτου. Πιστεύω ότι όταν το συγκινησιακό ρίγος δεν βρίσκει διέξοδο, διανοίγει δρόμους και οδούς το ιδίωμα: «Τον αδελφόν του ελαλούσαν τον Φανή» (σελ. 18).
Θέλω όμως να κλείσω με το ποίημα «Ο Μανταφόρος» που είναι πέρα για πέρα κυπριακό, ιδιωματικό και αντικατοχικό. Το παραθέτω ολόκληρο: Εξεβήκαν που τους τάφους κάποιοι αρχαίοι / να θκιανεφτούσιν νάκκον στον Μακρύδρομον. / Άμαν είδασιν τα γουρσουλλίκια μας / άμαν είδαν τες σημαίες τζιαι τα ττέλια / εστραφήκαν βουρητοί στα χώματα. / Έμεινεν πίσω ο μαντατοφόρος / μες στην μέσην της στράτας σιυφτός. / Εδίκλησεν πάνω τζι’ είδεν μας. / Εν είπεν τίποτε / τίποτε. / Εθώρεν μας». (σελ. 24)