Σωτήρης Π. Βαρνάβας, «Ψηλαφώντας την έννοια της αρετής», εκδόσεις Τόπος, 2024.

O Κύπριος ποιητής Σωτήρης Π. Βαρνάβας, μόνιμος κάτοικος Πατρών εδώ και πολλές δεκαετίες, ύστερα από έξι δικές του ποιητικές συλλογές τα τελευταία είκοσι χρόνια, εντρυφεί στα κυπρογενή και κυπρόθεμα ποιήματα του Ελλαδίτη ομότεχνού του Ηλία Γκρή.

Η εκτενής μελέτη του Σ.Π.Β. υπό τον τίτλο «Ψηλαφώντας την έννοια της αρετής» και τον υπότιτλο «Ο ποιητής Ηλίας Γκρής και η Κύπρος», εστιάζει την προσοχή του στις κυπριακές αναφορές του Ελλαδίτη δημιουργού που εκτείνονται σε μια χρονική διαπασών 40 τόσων χρόνων και περιλαμβάνουν οκτώ συλλογές και 25 ποιήματα, διάσπαρτα σε αυτές.

Ο Ηλίας Γκρής, καταξιωμένος Ελλαδίτης ποιητής της γενιάς του ’70, αλλά και συγγραφέας της εξαιρετικής μελέτης – δοκιμίου «Περί ποιήσεως» (2009), πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Κύπρο, υπό την ιδιότητά του ως δημοσιογράφος, τον Νοέμβριο του 1983, δηλαδή, την περίοδο που ανακηρύχτηκε το ψευδοκράτος στο κατεχόμενο μέρος του νησιού μας. Ωστόσο, η Κύπρος εμφανίζεται στην ποίησή του τέσσερα χρόνια μετά, στη συλλογή «Λήθαργος Κόσμος» του 1987.

Ο μελετητής Σ.Π.Β., στο υπό αναφορά βιβλίο, φωτίζει τα κυπρογενή και κυπρόθεμα ποιήματα του Γκρή υπό την οπτική της αρετής, όπως την σημασιολόγησε στις περίφημες «Ωδές» του ο Αντρέας Κάλβος. Μια αρετή που έχει πρωτίστως να κάνει με την ανδρεία, τη δικαιοσύνη, τη σοφία και τη σωφροσύνη.

Ο Σ.Π.Β. δικαίως αναφέρεται στο «σπάνιο, εξακολουθητικό ενδιαφέρον για το κυπριακό πρόβλημα» (σελ. 11), το οποίο επιδεικνύει ο Ελλαδίτης ποιητής. Τον χαρακτηρίζει επίσης «κυπροπαθή μιας αδιάλειπτης ευαισθησίας για την πολύπαθη Κύπρο» (σελ. 11). 

Προσωπικά, θα προσέθετα πως με την Κύπρο, τους αγώνες, την ιστορία, τα βάσανα και το λαό της, ασχολήθηκαν δεκάδες Ελλαδίτες ποιητές, κυρίως μετά τον απελευθερωτικό αγώνα του 1955-59, αλλά και μετά την τραγωδία του 1974. Ωστόσο, σε τέτοια έκταση και με τέτοια ένταση που να αξίζει ιδιαίτερης μνείας, το έκαμαν μόνο ο Γιάννης Ρίτσος, ο Γιώργος Σεφέρης και ο Ηλίας Γκρής.

Όλα τα ποιήματα του Γκρή για την Κύπρο έχουν αντικατοχική χροία και ηχόχρωμα. Ο ποιητής δεν αντλεί εμπνεύσεις και ερεθίσματα μόνο από το κυπριακό παρόν, αντλεί και από το παρελθόν, από την ιστορία, ακόμα και από την μυθολογία. Τα κυπρογενή– κυπρόθεμα ποιήματά του μπορούν να χωριστούν στα βιωματικά, αλλά και στα συνομιλούντα με ιστορικές προσωπικότητές του τόπου, αλλά και με μορφές των γραμμάτων και των τεχνών. 

Ο Γκρής δεν περιορίζεται σε υμνωδίες και θρηνωδίες για την Κύπρο. Στρατεύει και την κριτική του οξύνοια στις κυπριακές του αναφορές, στηλιτεύει, επικρίνει, οργίζεται, επαναστατεί και ξεμπροστιάζει, για να το πω όσο πιο λαϊκά γίνεται. Π.χ. στο ποιήμα «Πτήση 1738 Λάρνακα – Αθήνα» από τη συλλογή «Σαν άλλος Οιδίποδας», κατηγορεί όσους αντιμετωπίζουν την Κύπρο, απλά και μόνο ως τόπο αναψυχής.

Αναφερόμενος στις «Δεκατρείς φωνές» του Γκρή, ο Σ.Π.Β. παρατηρεί πως «ποτέ στο παρελθόν τόσο λίγοι στίχοι σε ποιήματα για την Κύπρο, δεν προκάλεσαν τόσο ρίγος». Κι αυτό διότι ο ποιητής συμπυκνώνοντας την ιστορία της Κύπρου, ανασύρει αλήθειες, που από τη μια πονούν, ταυτόχρονα όμως κεντρίζουν τις συνειδήσεις για εξέγερση». (σελ. 50)

Στην «κυπριακή» ποίησή του ο Γκρής συνομιλεί με την Αικατερίνη Κορνάρο και τον Βασιλιά Ονήσιλο, θεματοποιεί τον Βασίλη Μιχαηλίδη αλλά και τον Γρηγόρη Αυξεντίου. Μνημονεύει τόπους όπως τα βουνά του Μαχαιρά, τη Σαλαμίνα, το Κούριο, την Πύλη Αμμοχώστου και την Πύλη Πάφου στη Λευκωσία. Ο Σ.Π.Β., πολύ ορθά αναφέρεται στο «μεγάλο εύρος του ιστορικού χρόνου που διατρέχει την ποίηση του Ηλία Γκρή» (σελ. 81).

Γενικά, η ποίηση του Γκρή για την Κύπρο, όπως παρατηρεί ο μελετητής, «δεν διαφέρει από την υπόλοιπη ποίησή του ως προς το ύφος, την πρόθεση, τη γλωσσική επάρκεια και τη στιβαρότητα. Ο ποιητής χρησιμοποιεί τα ίδια εκφραστικά μέσα, που είναι ο λιτός στίχος, η χαμηλόφωνη διαμαρτυρία, η μεταφορά και ο υπαινιγμός (σελ. 88). Το όλο αισθητικό στίγμα του Γκρή αποδίδεται απόλυτα με την ακόλουθη λακωνική φράση: «λιτή μορφή, χωρίς υπερβολές, δίχως λυρικές εξάρσεις». (σελ. 123)

Τόση είναι η εξοικείωση του Γκρή με την κυπριακή θεματική που δεν διστάζει να πειραματιστεί με ιδιωματικές φράσεις και εκφράσεις του τόπου μας. Με σαφή νύξη στη διχόνοια που κατατρέχει τον ελληνισμό ανά τους αιώνες, ο ποιητής αποφαίνεται: «Μας ζώνει επιδημία της φυλής η αρρώστια/ Λαλώ του τσάππαν τζαι λαλεί μου ξινάριν». (σελ. 92) Οι στίχοι αυτοί με οδηγούν συνειρμικά στον Εθνικό Ύμνο του Διονύσιου Σολωμού και συγκεκριμένα στον εμβληματικό στίχο: «Εάν μισούνται ανάμεσό τους/ δεν τους πρέπει ελευθερία».

Στο ίδιο ποίημα ο Γκρής αξιοποιεί ακόμα ένα κυπριακό ιδιωματισμό: «Εγώ δεν έρχομαι τουρίστας πέρα βρέχει / Να λειώνω σαν παγωτό βλαμμένης ευτυχίας / Γι’ αυτό ας πω τζι εγώ το πειν μου…» (σελ. 91). Εδώ ο Σ.Π.Β. σημειώνει ότι ο ποιητής «δηλώνει αυτό που προκύπτει από όλα τα κυπρογενή ποιήματά του: επικοινωνία με τον κυπριακό πολιτισμό». (σελ. 92)

Η βιβλιογραφία που παραθέτει στο τέλος του τόμου ο Σ.Π.Β. εκτείνεται σε πέντε σελίδες, περιλαμβάνοντας δεκάδες βιβλία, άρθρα, μελέτες, κριτικές όπου γίνεται μνεία στο ποιητικό έργο του Γκρή. Αψευδής μαρτυρία τού πόσο πολύ δούλεψε ο μελετητής. Ενδεικτικά αναφέρω τους κριτικούς λογοτεχνίας Αλέξη Ζήρα, Κώστα Παπαγεωργίου, Λευτέρη Παπαλεοντίου, Δώρα Μέντη, Αγάθη Γεωργιάδου και άλλους.

Όσο για τον ποιητή Ηλία Γκρή έχω να απευθύνω μια πρόσκληση– πρόκληση: Οι νέες πραγματικότητες στο κυπριακό τοπίο, ισλαμοποίηση των κατεχομένων, ξεπούλημα της γης στους ξένους, άνοιγμα της Αμμοχώστου για τουριστική εκμετάλλευση κλπ., προσφέρονται για ακόμα ένα κύκλο κυπρογενών ποιημάτων, το ίδιο εμπνευσμένων και στεντόρειων όπως αυτά που έχουν προηγηθεί.

g.frangos@cytanet.com.cy