Ελένη Κεφάλα, «Direct Orient», εκδόσεις Περισπωμένη, 2024
Όλα τα βιβλία της Ελένης Κεφάλα ενέχουν χαρακτήρα ποιητικής σύνθεσης. Και κάθε επόμενη φορά ο χαρακτήρας αυτός ισχυροποιείται. Ήταν παρών στο πρώτο της βιβλίο «Μνήμη και παραλλαγές» του 2007, έκαμε ακόμα πιο διακριτή την παρουσία του στη δεύτερη συλλογή «Χρονορραφία» του 2013. Τώρα, στο καινούργιο βιβλίο «Direct Orient» του 2024 ο χαρακτήρας της ποιητικής σύνθεσης πληρούται σε ακόμη πιο υψηλό βαθμό.
Πρόκειται για μια πλούσια ποιητική σύνθεση, πλούσια σε όλα: σε καταβολές, επιρροές, υπερβάσεις, πειραματισμούς, εκφραστικούς τρόπους, υφολογικές και γλωσσικές επιλογές. Το βιβλίο είναι πλούσιο και σε ό,τι αφορά την ποιητική και ποιητολογική του κατάθεση, με πανσπερμία και ποικιλομορφία ερεθισμάτων, μηνυμάτων, ιδεών, συναισθημάτων και οραμάτων. Διότι χωρίς όραμα, ποίηση δεν λογιέται.

Η ποιητική της Ε.Κ. ξεδιπλώνεται μέσα στην ποίησή της συνεχώς. Και δεν ξεδιπλώνεται απλώς, ξεγυμνώνεται, αποκαλύπτεται, χωρίς κανένα ενδοιασμό, καμιά ανασφάλεια, κανένα σύνδρομο. Η ποιητική της, όπως και η ποίησή της εν γένει, κατατίθεται με ειλικρίνεια, απλότητα, γλαφυρότητα, και σε βαθείς εξομολογητικούς τόνους.
Ελέω ακαδημαϊκής υποδομής και κατάρτισης, η ποίηση της Ε.Κ. συχνά συνιστά συνανάγνωση διαφορετικών ποιημάτων μαζί, από διαφορετικούς δημιουργούς, από διαφορετικές εποχές και διαφορετικές αισθητικές καταβολές.
Ως εκ τούτου, το αισθητικό της εργαστήρι, το αισθητικό της ζυμωτήρι, όπου όλα συγχωνεύονται αρμονικά, είναι ζηλευτό και αξιοθαύμαστο. Ας δούμε μια ενδεικτική συνανάγνωση μέσα από ένα διακείμενο με τον Καβάφη και τους αριστουργηματικούς Βαρβάρους: «Τις τελευταίες μέρες / καθίσαμε μπροστά στην πόρτα / περιμένοντας με αγωνία / τον εισβολέα. / Δεν ήρθε. Ήταν / η μόνη μας ελπίδα». (σελ. 42 – 43)
Η ποιήτρια συνομιλεί με τους ήρωές της αποκαλύπτοντας με απόλυτη ευθύτητα, απλότητα και ειλικρίνεια τα ενδότερα στο ποιητικό της εργαστήρι και την ποιητική της. Δεν κρύβει μυστικά για το από πού αντλεί τις ιδέες και τις εικόνες της, τα σύμβολα και πολλά από τα εκφραστικά της μέσα.
Η γενική φύση της συνολικής ποιητικής σύνθεσης «Direct Orient» προϋποθέτει στίχους έμπλεους αφηγηματικότητας, σε πληθωρικό βαθμό. Η ποιήτρια υποχρεώνεται να εξιστορεί, να αφηγείται γεγονότα, μικρά και μεγάλα. Όμως, αυτό ουδόλως διαβρώνει την ποιητικότητα, την αισθητική αξία, διάσταση και υπόσταση, των στίχων της. Το ποιητικό αποτέλεσμα παραμένει αδιάβλητο. Αυτό συμβαίνει ακόμα κι όταν οι στίχοι αποτελούν απλή χρονογραφική αφήγηση, με τα ειδολογικά χαρακτηριστικά του πεζογραφήματος να υπερισχύουν. Η γοητεία της ποιητικής υπέρβασης παραμένει απαστράπτουσα. Π.χ. αυτό συμβαίνει με το ποίημα «Τα σύνορα». (σελ. 86 – 88)
Στην ποιητική της Ε.Κ. θα επανέλθω. Όμως είναι ώρα να αναφερθώ και στο θεματικό επίκεντρο του βιβλίου που δεν είναι άλλο από μια διαρκή συνομιλία της ποιήτριας με τις γεννήτορές της, τη μητέρα και την γιαγιά. Ο διάλογος αυτός, που συχνά γίνεται τριπρόσωπος, ξεκινά με μια συνομιλία με την γιαγιά στο ποίημα «Η μεγάλη μητέρα». (σελ. 9) Οι στίχοι αυτοί συνιστούν και μιας μορφής μινιατουρίστικη βιογραφία της γιαγιάς εν είδει επιτύμβιας πλάκας. Κι εδώ, όπως παντού βέβαια, η ποιητική παρεισφρέει, γεμάτη αυτοπεποίθηση: «…γυναίκα – μάρμαρο… / … δωσ’ μου τη φωνή σου / τώρα που σκορπίζω / με τα μάτια κλειστά / σαν πέτρες τα κόκαλά σου / μέσα στο ποίημα». (σελ. 13)
Η συνομιλία με τη μητέρα και τη γιαγιά της ποιήτριας – ας μου επιτραπούν οι γεωμετρικοί όροι – εκτείνεται σε όλο το μήκος και όλο το πλάτος του βιβλίου. Και κυρίως καταδύεται σε όλο το βάθος του. Σ’ αυτή τη συνομιλία οφείλουν την ύπαρξή τους δύο από τα καλύτερα – ίσως τα καλύτερα, κατά την άποψή μου – ποιήματα στο βιβλίο. Αναφέρομαι στο «Μπαλάντα» (σελ. 76) και στο «Μάνα». (σελ. 127) Στο πρώτο δεσπόζει η υπαρξιακή αναζήτηση και στο δεύτερο η ποιητολογική.
Ιδιαίτερη αναφορά νιώθω ότι οφείλω να κάμω στα επτά εμβόλιμα – ένθετα ποιήματα στην όλη ποιητική σύνθεση που έχουν αποδοθεί στη μεσαιωνική ντοπιολαλιά του κυπριακού ιδιώματος στα πρότυπα της αναγεννησιακής ποίησης και στο ύφος του Λεόντιου Μαχαιρά και του Γεώργιου Βουστρώνιου. Είναι όλα άτιτλα και απολύτως συμμετρικά, αποτελούμενα από οκτάστιχες στροφές με σταυρωτή ομοιοκαταληξία. Τα ποιήματα αυτά έχουν φύσει και θέσει αφηγηματικό χαρακτήρα καθώς η ποιήτρια λειτουργεί ως χρονικογράφος των γενεολογικών της ριζών, αλλά και των αισθητικών καταβολών και αναζητήσεών της. Το ποιητικό αποτέλεσμα είναι πολυεπίπεδα επιτυχές: «Γοιόν μ’ αγροικά ο ξένος σαν πατέρα / τα μάτια του εγεμώσασιν γλυκάδα. / ‘Γυρεύγω σε’ γυρίζει και λαλεί μου / ‘μ’ απόκαμα κι εσφάλισεν το δεί μου». (σελ. 27)
Στο έβδομο εμβόλιμο «αναγεννησιακό» ποίημα η ποιητική της Ε.Κ. αναδεικνύεται με ακόμα πιο μεγάλη διαύγεια. Μέσα από την ιδιωματική ιδιομορφία, ενίοτε και με συνειδητούς αναχρονισμούς, παράγεται και προάγεται αισθητική μαγεία: «Με την ποιγητική γίνηκα μύθος / μα μέναν με πλακώνουν μες στο στήθος / ρίμες πετρένες, ποσταμένες / λόγια και σχήματ’ αναχρονισμένα / σε γλώσσες μαρτυρίζω γερασμένες». (σελ. 123)
Και βεβαίως δεν λείπουν οι ευθύβολες αναφορές σε εαυτόν και αλλήλους, αναφορές και οδηγίες: «Τσάκισ’ το μέτρον, άνοιξε το στίχο / σπάσε τη γοιον τον άλυσον τη ρίμα / μεν με σκλαβώνεις πιον μέσα στον ήχο / γράψε με γλώσσαν τωρινήν το ποίημα…». (σελ. 124)
Μα εδώ έγκειται και η όλη ουσία της σύγχρονης ποίησης. Να αντλεί κανείς από την παράδοση και συνάμα να χειραφετείται από αυτή. Να πίνει τους χυμούς της, αλλά να φτιάχνει και τα δικά του μεθυστικά ηδύποτα…