«Τούλα» από τον σκηνοθέτη Διομήδη Κουφτερό και την ηθοποιό Έλενα Αγαθοκλέους.
Στα τέλη του περασμένου Νοεμβρίου παρακολούθησα στον χώρο της Κρατικής Πινακοθήκης Σύγχρονης Τέχνης – Majestic την Τούλα Λιασή να αφηγείται τη ζωή της. Στο κοινό που δεν άφησε ούτε κάθισμα αδειανό και ούτε ανάσα σπαταλημένη, καθόταν η ίδια και τα παιδιά της, τα οποία ήρθαν από την Ολλανδία ειδικά για να τη δουν. Πώς γίνεται αυτό;
Υποθέτω ότι οι πλείστοι που διαβάζετε αυτές τις γραμμές θα έχετε υπόψη όχι μόνο την περίπτωση της Τούλας Λιασή αλλά και τη θεατρική παραγωγή της Campos Culture and Arts «Τούλα», που βασίζεται σε κείμενο που γράφτηκε αυτολεξεί με βάση συνεντεύξεις που πήραν οι συντελεστές, Διομήδης Κουφτερός και Έλενα Αγαθοκλέους, από την ίδια- κυρίως στο σπίτι της στην Αγία Τριάδα Καρπασίας.
Είναι απλώς μια παράσταση θα πει κάποιος. Και λίγο- πολύ τα όσα βιωματικά μονολογεί η Έλενα Αγαθοκλέους ως «Τούλα» σε ένα μικρό δωμάτιο στον πάνω όροφο της πινακοθήκης, είναι γνωστά. Φροντίζει άλλωστε η ίδια η εμπλεκόμενη να τα αφηγείται ξανά και ξανά, πρώτιστα στον εαυτό της και κυριότερα μέσα από τη δουλειά της εδώ και πέντε δεκαετίες. Και ο λόγος είναι ότι θέλει να κρατήσει τις μνήμες ζωντανές. Διότι πιστεύει ότι χειρότερο από το να βιώνεις οδυνηρές και καθοριστικές εμπειρίες είναι να τις λησμονείς.
H περιορισμένης έκδοσης παραγωγή, οι μόλις πέντε παραστάσεις της οποίας έγιναν sold out μέσα σε λίγες ώρες, είναι ένα συγκλονιστικό ταξίδι μνήμης και τέχνης που αντηχεί βαθιά στο κυπριακό –και όχι μόνο κοινό- έχοντας ως πλατφόρμα μια υπόθεση που αντιπροσωπεύει το συλλογικό τραύμα και την παροιμιώδη συλλογική αντοχή του κυπριακού λαού. Τοποθετημένο ανάμεσα στα έργα τέχνης της κρατικής συλλογής, το δρώμενο ενισχύει την αίσθηση της συνομιλίας μέσα στον χρόνο και αναμελετά αβίαστα την υπόθεση δημιουργώντας ένα ηλεκτρισμένο περιβάλλον. Παρότι κυριαρχεί η κυπριακή καθομιλουμένη, ο διάλογος μοιάζει να υπερβαίνει τη γλώσσα και τις προσωπικές μνήμες.
Για την Έλενα Αγαθοκλέους θεωρώ πως αποτέλεσε μια μεγάλη ευκαιρία να βιώσει πιο βαθιά την τέχνη της, δουλεύοντας με υλικό που έχει έντονη συναισθηματική και ηθική διάσταση. Η ίδια δεν «μεταμορφώνεται» σε Τούλα, ούτε την υποδύεται. Είναι μια εμβύθιση. Μοιάζει περισσότερο με αρχέγονο αντηχείο, σαν μια χαραμάδα στο διηνεκές, που μεταδίδει τη μελωδία της ανθρώπινης τριβής πάνω στις μυλόπετρες της Ιστορίας.
Από τη μια είναι μια ολοζώντανη μαρτυρία της κυπριακής τραγωδίας και των προεκτάσεών της. Από την άλλη, μια πανανθρώπινη ομολογία με επιμύθιο τη σαρωτική δύναμη της τέχνης να θεραπεύει· να λειτουργεί ως αντίβαρο στη λήθη. Καθώς η ρίζα βρίσκεται στο κυπριακό πλαίσιο, μετατρέπεται σε μια υπενθύμιση ότι το δράμα της Κύπρου είναι ταυτόχρονα μια μινιατούρα του οικουμενικού δράματος.
Είναι τόσο πηγαίος ο τρόπος που το έργο καταφέρνει να συγκεράσει την προσωπική αφήγηση με την πολιτική και ιστορική ανάλυση, που το εισπράττεις ως κάτι εντελώς αυτονόητο. Σε μια εποχή παράξενη, που η προσοχή του θεατή έχει ρυθμιστεί να αποζητά ερεθίσματα, τάσεις, εντυπώσεις, είναι μια εμπειρία που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα πλησιάζοντας στον ορισμό του βιώματος και επικυρώνοντας τη σημασία ενός δρώμενου όχι μόνο ως καλλιτεχνικού γεγονότος αλλά κι ως εγερτήριου σαλπίσματος.
Η ανατριχιαστικά λεπτομερής αναπαράσταση του σπιτιού σε μικρογραφία από την Ελένη Ιωάννου και τα κοντινά πλάνα που προβάλλονται στο βάθος, δημιουργεί μια πολυαισθητηριακή πρόσληψη που προσκαλεί το κοινό στον οικείο χώρο, αλλά και στο ιστορικό περικείμενο. Σαν μια αντανάκλαση στις δικές μας ζωές. Δεν μπορώ να φανταστώ πολλούς τρόπους που να είναι αποτελεσματικότεροι στην εμπέδωση της ιστορικής ενσυναίσθησης.
Πέρα από όλα αυτά, η δραματοποίηση της ζωής γίνεται πράξη μνήμης και δικαίωσης, ενθαρρύνοντας το κοινό να σκεφτεί κριτικά και να επανεξετάσει καθιερωμένες αντιλήψεις. Προφανώς, ξεπερνά τα όρια της ψυχαγωγίας και μετατρέπεται σε ισχυρό μηχανισμό κατανόησης, επαγρύπνησης και αλλαγής.
Ελπίζω το ευρύ κοινό να έχει σύντομα την ευκαιρία να δει αυτή την πρόταση. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι η διάρκεια ζωής της ήταν μόνο αυτές οι πέντε παραστάσεις.
Ελεύθερα, 22.12.2024