Με αφορμή τη βιογραφική ταινία «Υπάρχω» του Γιώργου Τσεμπερόπουλου για τη ζωή του Στέλιου Καζαντζίδη.

Οι κινηματογραφικές βιογραφίες διάσημων καλλιτεχνών, τα λεγόμενα biopics, έχουν μεγάλη δημοτικότητα παγκοσμίως αλλά δεν ήταν ποτέ εύκολη πίστα, ακόμη και για τα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ που κυριολεκτικά μπορούν να αναπαραστήσουν μια ολόκληρη εποχή. Ο ελληνικός κινηματογράφος που διαχρονικά δίσταζε λόγω επίσης του υψηλού κόστους και των άπιαστων απαιτήσεων που προϋποθέτει μια τέτοια αναπαράσταση, καλλιεργεί εσχάτως μια τάση αναμέτρησης με τη σύγχρονη μυθολογία των Ελλήνων.

Εύλογα, ευελπιστεί σε μια εμπορική ανταπόκριση –αυστηρά εντός των τειχών- και σε γεμάτες αίθουσες, οπότε το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να ξεφεύγει από μια mainstream αισθητική και μια μάλλον επιδερμική, οπωσδήποτε περιγραφική και εξωραϊσμένη προσέγγιση. Με τις όποιες «ρωγμές» και ατέλειες, μάλιστα, να φαντάζουν έως και χαριτωμένες, σαν πινελιές ανθρωπινότητας στο στυλιζαρισμένο πορτρέτο του ήρωα.

Μια ταινία εμπνευσμένη από τη ζωή του Στέλιου Καζαντζίδη, ενός ερμηνευτή που αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της λαϊκής κουλτούρας και της συλλογικής μνήμης, αποτελεί μεγάλο στοίχημα, αρκεί να μην έχει φιλόδοξες (αυστηρά) καλλιτεχνικές προσδοκίες.

Ως φυσικό φαινόμενο και ως προσωπικότητα, ο Καζαντζίδης ενσάρκωσε τον πυρήνα της λαϊκής ψυχής, φιλτράροντας μέσα από το μινύρισμα της φωνής του τα βάσανα, τις ελπίδες και τους καθημερινούς αγώνες των απλών ανθρώπων. Δεν ήταν απλώς ένας καλλιτέχνης, αλλά φορέας μιας εθνικής αφήγησης, που γεφύρωσε την ιστορία της κοινωνικής πάλης με την προσωπική εμπειρία. Το λαρύγγι του πρόσφερε παρηγοριά και αίσθηση οικειότητας, κάνοντας τους ανθρώπους να αισθάνονται πως κάποιος κατανοεί και μοιράζεται τις αγωνίες τους.

Θα ήταν σχεδόν αστείο να ισχυριστεί κανείς ότι ένα τέτοιο κινηματογραφικό εγχείρημα στοχεύει να «αναθερμάνει» το ενδιαφέρον του κοινού για τον καλλιτέχνη. Σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής, η πορεία του διαμόρφωσε έναν θρύλο που εξακολουθεί να δεσπόζει σχεδόν αναλλοίωτος, 23 χρόνια μετά τον θάνατό του. Ο δεσμός παραμένει άρρηκτος και η φωνή του καταφύγιο και συντροφιά για αμέτρητους Έλληνες. Συνεπώς, δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να προσφέρει μια τέτοια ταινία πέρα από συγκίνηση και νοσταλγία- όπως αβίαστα αναβλύζει μόνο και μόνο μέσα από τα τραγούδια του- και, φυσικά, πέρα από εισιτήρια στις αίθουσες.

Υπάρχουν δύο ειδών υπεραπλουστεύσεις που χαρακτηρίζουν αυτού του είδους τις βιογραφικές ταινίες. Η μία είναι όταν εστιάζουν αποκλειστικά σε συγκεκριμένες πτυχές της ζωής του ήρωα, παραλείποντας ή παραμορφώνοντας καίρια γεγονότα για χάρη της δραματοποίησης ή της αφηγηματικής οικονομίας. Αυτή η προσέγγιση συνήθως δημιουργεί μια μονόπλευρη ή στερεοτυπική εικόνα, αποφεύγοντας τη σύνθετη πραγματικότητα.

Αντίστροφα, υπάρχει η άλλη υπεραπλούτευση που επιχειρεί να συμπεριλάβει μεγάλο μέρος της ζωής του καλλιτέχνη σε μια περιγραφική εξιστόρηση, καλύπτοντας πασίγνωστα γεγονότα και καταλήγοντας να «αγγίζει» στιγμές της ζωής του χωρίς όμως να εμβαθύνει σε καμία. Είτε συναισθηματικά είτε και δραματουργικά.

Στην ταινία του Γιώργου Τσεμπερόπουλου συμβαίνει μάλλον το δεύτερο κι αυτό είναι αναπόφευκτο αν λάβει κανείς υπόψη τους στόχους. Το αποτέλεσμα είναι μια αναποτελεσματική δραματουργική ανάπτυξη, με υποϊστορίες και ανολοκλήρωτα «μέτωπα», που αφήνουν την αίσθηση μιας βιαστικής ή ασύνδετης αφήγησης με σημαντικές στιγμές να μην αποκτούν τη βαρύτητα που τους αξίζει και μικρότερες να μοιάζουν άσκοπες.

Παρατηρούνται επίσης άνισα χρονικά άλματα που αφήνουν άλλες πτυχές υποανάπτυκτες και άλλες υπερτονισμένες. Η συνειδητή αποφυγή δύσκολων ή αμφιλεγόμενων φάσεων της ζωής του καλλιτέχνη δημιουργεί την αίσθηση ενός πορτρέτου μάλλον επιφανειακού. Ο θεατής αντιλαμβάνεται την φωναχτή απουσία αυτών των στιγμών, χάνοντας την ευκαιρία να συνδεθεί βαθύτερα με τον χαρακτήρα.

Η αναφορά σε γνωστά πρόσωπα της εποχής, με τα οποία συναναστράφηκε, μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση αυθεντικότητας και να τοποθετήσει τον κεντρικό χαρακτήρα σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό και κοινωνικό περιβάλλον. Δεν θα μπορούσαν λ.χ. να μείνουν εκτός οι ερωτικές σχέσεις του με την Καίτη Γκρέυ και τη Μαρινέλλα ή τα φιλικά, καλλιτεχνικά ή επαγγελματικά πάρε- δώσε με τον Πυθαγόρα και τον Χρήστο Νικολόπουλο, τον Μάκη Μάτσα και τον Τάκη Λαμπρόπουλο, ή η καθοριστική του συνάντηση με τον Στέλιο Χρυσίνη και τον Μάνθο Βενέτη.

Από την άλλη, όμως, δεν αποφεύγεται κι ένα εντυπωσιοθηρικό και αδιάκριτο «namedropping» σημαντικών μορφών της εποχής χωρίς ξεκάθαρο δραματουργικό σκοπό, ενώ άλλες σημαντικές συναντήσεις όπως αυτές με τον Μανώλη Χιώτη και τον Άκη Πάνου παραμένουν ημιτελείς. Ιστορική μάλλον χροιά κι όχι σκοπό να υπηρετήσουν την πλοκή έχουν κάποιες ατάκες, όπως η εκδήλωση της περιστασιακής αντιπάθειας για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση (που λάμπει διά της απουσίας του).

Ο Χρήστος Μάστορας δεν ανέλαβε απλώς μια μεγάλη ευθύνη. Σε τέτοιες περιπτώσεις το όλο οικοδόμημα στηρίζεται στη «ζαριά» της επιλογής του πρωταγωνιστή. Από κινηματογραφικής απόψεως, εμφανισιακά και σε σχέση με τον φακό, «γράφει». Ερμηνευτικά, δεδομένου ότι ο άνθρωπος είναι μουσικός κι όχι ηθοποιός, λιγότερο. Δεν διαθέτει ούτε την απαιτούμενη ωριμότητα ούτε τις προσωπικές εμπειρίες για να ενσαρκώσει τις πιο σκοτεινές πτυχές του χαρακτήρα. Δεν ξέρω αν το σενάριο απέφυγε τον στροβιλισμό του Καζαντζίδη μεταξύ αυθεντικότητας και αυτοκαταστροφικότητας εξαιτίας ακριβώς μιας επίγνωσης ότι το βάρος για τον πρωταγωνιστή θα ήταν ασήκωτο.

Παραδόξως, όταν τραγουδάει στην ταινία, παρά το γεγονός ότι το βεληνεκές του μετάλλου και οι σπαρακτικοί λυγμοί της φωνής του Καζαντζίδη απλά δεν πιάνονται, όλα μοιάζουν να κυλούν καλά. Η αναπαραγωγή της απόχρωσης και της έντασης της φωνητικής επίδοσης είναι ικανοποιητική. Όταν ανοίγει το στόμα του να μιλήσει, όμως, η ερμηνεία μοιάζει ρηχή και ξεψυχισμένη. Το αποτέλεσμα είναι οι μουσικές στιγμές του ήρωα να ανάγονται σε κεντρικό άξονα της ταινίας, εις βάρος της εξερεύνησης των πιο σκοτεινών ή περίπλοκων πτυχών της προσωπικότητας και της ζωής του. Αλλά στην περίπτωση του συγκεκριμένου τραγουδιστή είναι αδύνατον να διαχωρίσεις τον άνθρωπο από τον λαιμό. Σφυρηλατήθηκαν μαζί μέσα στις κακουχίες και τα ζόρια. Είναι εντελώς αλληλενδετα στοιχεία.

Εν τέλει, οι δημιουργοί και οι συντελεστές επιλέγουν να ντριμπλάρουν το δίλημμα ανάμεσα στη δραματουργική απήχηση και την ιστορική ακρίβεια και η ευθύνη τους απέναντι στα πραγματικά γεγονότα εξαντλείται στην τήρηση αποστάσεων. Ανεξάρτητα από τις ομοιότητες με πρόσωπα και καταστάσεις, ωστόσο, η ψυχολογική ανάπτυξη του κεντρικού χαρακτήρα σε ένα κινηματογραφικό έργο είναι καθοριστικής σημασίας.

Αν δει κανείς την ταινία αυτή ως φόρο τιμής σε έναν μυθικό καλλιτέχνη, στις ιδιαιτερότητές του και τα επιτεύγματά του σε ό,τι αφορά την ιστορία του λαϊκού τραγουδιού και του ελληνικού πολιτισμού, τότε και καλά θα περάσει και θα συγκινηθεί και θα σιγοτραγουδήσει. Αν τη δει ως αυτόνομο έργο τέχνης, θα απογοητευτεί, γιατί εν τέλει δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια επιτηδευμένα ραγισμένη αγιογραφία.

Ελεύθερα, 22.12.2024