Μετά από όχι πολύ καιρό αν ο δείκτης σου υπερβαίνει λιγάκι τον μέσο όρο, καταλαβαίνεις πως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: Φοράει παντόφλες, απλώνει τα πόδια στον καινούργιο σου καναπέ με το τηλεκοντρόλ ως συνέχεια της παλάμης, περπατάει με λασπωμένα τα αθλητικά παπούτσια στο φρεσκογυαλισμένο παρκέ, είναι αξύριστη, ατημέλητη και άπλυτη, υπολογίζει περισσότερο τη δουλειά και τα λεφτά απ’ ό,τι εσένα -ίσως και τους φίλους-, αποσυνθέτει οτιδήποτε υπολόγιζες ως «μακροχρόνιο» και διαθέτει τα συναισθήματά σου οπουδήποτε αλλού εκτός από τον σωστό παραλήπτη.

Ας είμαστε ειλικρινείς: Κανείς δεν πρόκειται να σε σώσει, ούτε τα Χριστούγεννα.

Ο (80 ετών πια, ζωή να ‘χει) Σαββόπουλος -πολύ σοφά- είχε τραγουδήσει κάποτε στον «Χρονοποιό» του: «Χριστούγεννα πάντα τσακωνόμαστε» όχι ως υπόμνηση δήθεν τυχαίων γεγονότων που απλά ανακυκλώνονται, αλλά ως την υπενθύμιση της αλήθειας που ποτέ δεν χαρίζεται και σε κανέναν, ειδικά όταν τα κόκκινα λαμπιόνια ετοιμάζονται να εκραγούν απ’ το προβλέψιμο σε αντικατάσταση κάποιων χαμόγελων που δεν χρωστούσες, μα που μάλλον θα πρέπει να διανείμεις: Σε συγγενείς κυρίως, άγνωστους, δηλαδή, ανθρώπους που τους συναντάς τον Δεκαπενταύγουστο, στη Σταύρωση, και την 25η Δεκεμβρίου. Αφού οι δυνάμεις μέσα σου είναι κολοσσιαίες γιατί επιμένεις να ανακυκλώνεις την νωθρότητα;

«Χριστούγεννα πάντα τσακωνόμαστε!

Χριστούγεννα πάντα ειν’ επώδυνο.

Ήρθαν τα Χριστούγεννα, να μας ζήσει,

να ξαναδώ το φως γυμνό,

το μωρό αγορές να φωταγωγήσει

να σπαρταρά το περιεχόμενο

και ζαχαροπλάστης ο χρόνος πάλι να γενεί.

Να ιδρώνω λες και ξεγεννώ

από την παραμονή.

Κράτα το χέρι μου ενώ…

Επί ένα χρόνο γιορτινό…».

Την Τετάρτη κάποιοι θα είναι μόνοι. Μπροστά από το γιορτινό τους τραπέζι δεν θα υπάρχει επάργυρη πιατέλα με γαλοπούλα, άνηθο, ψημένα ντοματάκια και μικρές πατάτες με φλούδα. Όχι κατ’ ανάγκη δυστυχείς αφού ρίσκαραν να ανατρέψουν τη λογική και να την αντικαταστήσουν με μία συμφέρουσα λογιστική: Να δίνουν λιγότερα και να απαιτούν (πολύ) περισσότερα. Take it or leave it.

Την προηγούμενη Κυριακή πέθανε ένας πολύ δικός μου άνθρωπος. Είχα αντέξει αρκετά την επίκληση του τυχαίου γεγονότος που συνθλίβει τον ρεαλισμό, για δύο εικοσιτετράωρα κλάμα κανένα, μέχρι που ένα μικρό κοριτσάκι -η κόρη του-, έξι ετών, στάθηκε μπροστά από τη φωτογραφία του, πήρε ένα σελοτέιπ, έβγαλε από την τσάντα της μαμάς της μια ζωγραφιά με μία κόκκινη καρδιά επάνω και την κόλλησε στο φέρετρο, στην μπροστινή του μεριά.

Στην εκκλησία ήμασταν οι τέσσερείς μας: Αυτό, η μητέρα του, εγώ κι ο νεκρός. Κι είπα: «Θεέ μου, κάνε τα Χριστούγεννα, σαν θαύμα, αυτό το παιδί να αγκαλιάσει ξανά τον μπαμπά του όταν θα του κάνει επίσκεψη στα όνειρά του, κάνε να μην το πουν ποτέ “ορφανό” στο σχολείο, μα “τυχερό” που είχε τέτοιο σπουδαίο μπαμπά. Και κάνε να μην γίνει ποτέ βαρίδι στα χέρια κανενός που θα θελήσει να τον αντικαταστήσει ακουμπώντας πονηρά επάνω στο ανεπούλωτο τραύμα». Εύχομαι οι άγγελοι, τέτοιες μέρες, να αφήνουν την παράδοση και να ξεβολεύονται– αυτό πρέπει να συμβαίνει!

Ποτέ δεν πίστεψα στον Άγιο Βασίλη. Γιατί -τι ατυχία!- όταν πια ξεκίνησα να καταλαβαίνω, να μιλάω και να περπατώ, είδα τη μάνα μου να επιστρέφει από το ασανσέρ στο σαλόνι, να αφήνει ένα πακέτο τυλιγμένο με κομφετί χρυσά κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο και να κλείνει απότομα την πόρτα – ήταν το ίδιο που θα άνοιγα λίγες ώρες μετά κάνοντας, στα ψέματα, πως πράγματι κάποιος μπήκε από το παράθυρο του πέμπτου ορόφου γιατί με σκέφτηκε. Από τότε, ενστικτωδώς, κατάλαβα πόσο πολύ επείγει η κανονικότητα για να μη χάνεται άδικα ξοδεμένος χρόνος σε επικλήσεις κι ουρανούς. Κι ας καταστράφηκαν λιγάκι κάποιες ρομαντικές βραδιές.

Στο άγχος για τη χαρά της γιορτής, γυναίκες μόνες, σαν άλλες που μοιάζουν να είναι στο επίκεντρο αλλά παραμένουν περιθωριοποιημένες -από επιλογή τους, από έναν δύστροπο χαρακτήρα, από ένα ατυχές συμβάν- είναι αρκετές – μην κολλάμε στη βιτρίνα της εικόνας που παρεκκλίνει από το «μέσα». Κι είναι κάτι τέτοιες μέρες -μέρες γιορτής- που τα φαντάσματα μεγεθύνονται, το παρελθόν γίνεται ενεστώτας κι οι μόνοι παρατηρούν με διαύγεια τους ακούνητους στα χέρια ανθρώπους και τις λάθος αποφάσεις τους ή τους ανόητους συμβιβασμούς από το φόβο, την εγκατάλειψη, την μη επιλεγμένη μοναξιά.

Το έγραψε ευφυώς η Κάραλη στη «Σαββατογεννημένη» της: «Μια ζωή άχρηστη, σκέφτομαι. Κατά βάθος χαϊδεύεσαι. Σου αρέσει το “προσοχή, ασυνόδευτο ορφανό”. Τέρμα αυτή η διανομή. Εφεξής θα είσαι παρατηρητική. Μπορεί, άλλωστε, να σου βγει σε καλό η ταλαιπωρία. Μπορεί, εδώ πέρα που χάθηκες, να κυλήσει ένας Τζόις στις φλέβες σου» (σελ. 137).

Είναι Πέμπτη βράδυ. Λαμπάκια φωταγωγούν τους θεατές από το «Βέμπο» και το «Περοκέ» της Αθήνας, στην οποία βρέθηκα για τρεις μέρες, κοινό και ηθοποιοί που μόλις τελείωσαν απ’ τις παραστάσεις τους, χαϊδεμένοι και σοβαροί άνθρωποι σε μικρά πηγαδάκια, δεν ξέρουν πως λίγα μέτρα μακριά τους -στα στενά των οδών- η πραγματικότητα περνά και σφυρίζει σαν προγραμματισμένο από χρόνια τρένο σε όσα εκείνοι θα ήθελαν να είχαν θάψει οριστικά τη μέρα των Χριστουγέννων που πλησιάζει – αυτή τη μέρα της επιβεβλημένης ευτυχίας, της χαμένης τους ευτυχίας.

Το γράφω συχνά, το γράφω για να το εμπεδώνω κι ο ίδιος όταν ξεχνιέμαι από τις δουλειές και τα ασήμαντα προβλήματα της καθημερινότητας, αλλά είναι σοφό εν τοις πράγμασι και απολύτως βέβαιο: Ματαιότης ματαιοτήτων. Γι’ αυτό σπεύσατε. Μια φάρσα είναι: Ό,τι προλάβουμε.

xatzigeorgiou@yahoo.com

Ελεύθερα, 22.12.2024