Πάμπος Κουζάλης, «Τώρα», εκδόσεις Σμίλη, 2024.

Η συλλογή «Τώρα» είναι η τέταρτη ποιητική κατάθεση του Πάμπου Κουζάλη, αρχής γενομένης από το βιβλίο «Ραπτός λόγος» του 2003. Μπήκε στα ποιητικά πράγματα του τόπου «σαν έτοιμος από καιρό» και έκτοτε «σαν θαρραλέος» συνεχίζει, με βήματα σταθερά και σίγουρα, την αδιάλειπτη πορεία του προς την ποιητική ωρίμανση και κορύφωση. Ο Π.Κ. είχε κατασταλαγμένο ποιητικό ύψος από την αρχή και κατεκτημένους εκφραστικούς τρόπους, με πλουραλισμό, νεωτερική και πειραματική διάθεση.

Η συχνότητα με την οποία εμφανίζεται στα ποιητικά πράγματα, τέσσερα βιβλία μέσα σε εικοσιένα χρόνια, τον βοηθά να αποφεύγει τις κακοτοπιές. Δεν επαναλαμβάνεται, δεν διολισθαίνει σε εύκολες και δοκιμασμένες λύσεις, δεν υποκύπτει στο δέλεαρ του άκρατου συναισθηματισμού. Επειδή έχει σταθερές στοχεύσεις, αισθητικές και θεματολογικές, αλλάζει …παραμένοντας ο ίδιος! Την ίδια στιγμή όμως, ως οφείλει και ως οφείλει κάθε ποιητής, βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση και εγρήγορση.

Ας δούμε όμως τι καινούργιο κομίζει η νέα συλλογή του Π.Κ. Δύο είναι τα στοιχεία που εντοπίζω στη τέταρτη ποιητική συλλογή του, το ένα έχει αισθητική υφή και το άλλο υφολογική – εκφραστική. Το πρώτο έχει να κάμει με την ανάπτυξη διακειμενικών διαλόγων με άλλους, κατά βάση κλασικούς, δημιουργούς. Π.χ. στο ποίημα «Τραγουδίσματα», με το οποίο αρχίζει η συλλογή, ο ποιητής παραφράζει τον Βιζυηνό: «Το μόνο της ζωής μου ενθύμιο» (σελ. 9). Και λίγο πιο κάτω, χρησιμοποιώντας την ίδια τεχνική, στο ποίημα «Δεξίωση», συνομιλεί με τον Βαλαωρίτη: «Πείθω τον βράχο να παραμερίσει / να μην αργούν τ΄ αργάκια / που επιθυμούν / μποστάνια να δροσίσουν» (σελ. 11).

Ποίημα διακειμενικού διαλόγου θεωρώ και το «Ιφιγένεια» (σελ.16), καθώς αποτελεί μια παραλλαγή της μυθολογίας υπό τη μορφή ενός εκσυγχρονισμένου καβαφισμού. Κι εδώ, όπως και στον μεγάλο Αλεξανδρινό παρεισφρέει ορμητικά το στοιχείο της ειρωνείας και του σαρκασμού. Επίσης, η ανατρεπτική, αποδομητική διάθεση είναι η ίδια.

Το δεύτερο καινούργιο στοιχείο που εντοπίζω στη νέα δουλειά του Π.Κ., όπως είπα ήδη έχει υφολογικό – στιλιστικό χαρακτήρα. Και αναφέρομαι στη συχνά υβριδική γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής, με συνεχείς προσμίξεις ιδιωματικών λέξεων και εκφράσεων. Βεβαίως, συναφείς νύξεις υπήρξαν και σε προηγούμενα βιβλία του Π.Κ. Όμως έχω την εντύπωση ότι ήταν επικεντρωμένες κυρίως στα διαλογικά μέρη των ποιημάτων. Τώρα το ιδιωματικό στοιχείο εμφιλοχωρεί παντού και αδιακρίτως. Κι αυτό συμβαίνει ανεξαρτήτως θεματικής, ύφους, στυλ, ρητορικής ή άλλων εκφραστικών τρόπων.

Επί τούτου παραθέτω δύο ενδεικτικά παραδείγματα. Το πρώτο: «Ασπρογιάζω τους αυλότοιχους / φούλια φυτεύω στου λαδιού τους τενεκέδες». (σελ. 22) Και το δεύτερο, ακόμα πιο ευδιάκριτο παράδειγμα: «Πεταριστή κατηφορίζει απ’ το βουνό / νωστάρμαστη νεροσυρμή / Μα φέρνει τ’ άκριτο νερό / και ‘πογυρίζει την αυλή του / και αφήνει τον αδάκρυτο» (σελ. 38).

Το ποίημα «Ο έρωτας ο γητευτής» (σελ. 20) μας υπενθυμίζει πως ο Π.Κ. παραμένει ένας κατά βάση ερωτικός ποιητής. Υιοθετεί παραδοσιακές ρίμες και στιχουργικές, αλλά την ίδια στιγμή οι εικόνες που μορφοποιεί είναι φρέσκες, νεωτερικές και ουδόλως συμβατικές: «Ο άνεμος ο μερακλής / χορεύκει μανιχός του / Σ΄ εμάς χαρίζει τη δροσιά / μα ο πόνος εν δικός του». (σελ. 20)

Θέλω ακόμη να κάμω μνεία σε δύο ποιήματα που χαρακτηρίζονται για την αντισυμβατικότητα και την καυστικότητα του λόγου που αρθρώνουν. Πρόκειται για τα ποιήματα «Παγκάρι» (σελ. 28) και «Αγία Μαρία της Βροχής» (σελ. 26) Σε αμφότερα, υιοθετείται η συμβατική, τετριμμένη ορολογία της πολιτικής και της εκκλησιαστικής ζωής. Πλην όμως το ρηξικέλευθο και το υπερβατικό της χρήσης των συγκεκριμένων όρων παράγει ποιητικό αποτέλεσμα. Κι’ αυτό επισυμβαίνει ελέω και της κριτικής, σαρκαστικής διάθεσης του ποιητή,

Θα ήθελα τέλος να σταθώ και σε κάποια ποιήματα ποιητικής που περιλαμβάνονται στο βιβλίο π.χ. το ποίημα «Λέξεις» (σελ. 34) όπου ο Π.Κ. αναδεικνύει τη σχέση του με τις λέξεις, «λέξεις με αγκάθια», «άκτιστες λέξεις», «λέξεις λοξές», «λέξεις περίκλειστες», «λέξεις διάφανες». Γενικά, ο ποιητής αγαπά όλες τις λέξεις, για την ιδιαιτερότητα, τη μοναδικότητα, την πυκνότητα ή την καθολικότητα της καθεμιάς. Ο κάθε ποιητής πρέπει ν’ αγαπά ακόμα και τις λέξεις που έχουν φθαρεί μέσα από την καθημερινή τριβή και το συρμό της συνήθους χρήσης. Ο ποιητής, με την ευαισθησία, τη φαντασία, την ανατρεπτική του διάθεση, οφείλει να αποδομεί και να συνθέτει εκ νέου αυτές τις λέξεις. Αυτό πράττει ο Π.Κ.

Συχνά, ο Π.Κ. συνταιριάζει ακόμα και τα ποιήματα ποιητικής με την ειρωνεία, τον σαρκασμό, ενίοτε και τον αυτοσαρκασμό. Εξάλλου, αυτή είναι προσφιλής πρακτική – τεχνική που εφαρμόζει και σε άλλες θεματικές. Στο ευσύνοπτο ποίημα που ακολουθεί θεματοποιείται η έμπνευση και τα βασανιστικά – κάποτε και μεθυστικά – παιγνίδια που παίζει σε όσους την κυνηγούν εναγωνίως και πεισματικά: «‘Σύμφωνα με το ημερολόγιο / είμαι στις γόνιμες μέρες μου’ / του είπε η έμπνευση / φιλήδονα / ‘Σε τούτο το κτήμα / εγώ είμαι το αφεντικό’ / απάντησε ο ποιητής / Κι έστριψε το μουστάκι του / Μα να καρπίσει / δεν εμπόρεσε». (σελ. 36)

Στην ποιητολογία του ο Π.Κ. δεν διστάζει να εμπλέξει ακόμα και το επιμύθιο μέσα στον μύθο. Συνδιαλέγεται, συνομιλεί με τους αναγνώστες του, υφιστάμενους, μελλοντικούς και δυνητικούς: «μα κάτι με κράτησε / και θέλησα το ποίημα εδώ να τελειώσει» (σελ. 41). Αυτή η προσέγγιση θεωρώ ότι συνιστά και μια βαθιά δημοκρατική ευαισθησία.

g.frangos@cytanet.com.cy