«Το Λιοντάρι του Χειμώνα» του Τζέιμς Γκόλντμαν σε σκηνοθεσία Ανδρέα Αραούζου.
Δεν γνωρίζω αν ο Ανδρέας Αραούζος έψαξε ένα (οποιοδήποτε) έργο που διαδραματίζεται κατά τον Μεσαίωνα για να ταιριάζει με την Καστελιώτισσα ή αν διάβασε το συγκεκριμένο έργο και άστραψε αμέσως στο μυαλό του η ιδέα να το ανεβάσει στον συγκεκριμένο χώρο. Ελάχιστη σημασία έχει. Το νέο του καλλιτεχνικό εγχείρημα, πάντως, είχε εξαρχής ένα σπουδαίο αβαντάζ το οποίο ενισχύθηκε από το στήσιμο της πρότασης μέσα στην ορθογώνια μεσαιωνική αίθουσα, από τον ίδιο και τον Γιώργο Γιάννου.
Το έργο ενσωματώνει εμφανώς την αισθητική της επιβλητικής αρχιτεκτονικής της αίθουσας, με την επιλογή να απελευθερώνει όλα του τα «αρώματα», ενισχύοντας τον αντίλαλο της εξουσίας και της πολιτικής ίντριγκας που το διαπερνά. Ο χώρος έγινε, ουσιαστικά, ένας επιπλέον χαρακτήρας, ίσως ο βασικότερος. Τονίζει την ένταση ανάμεσα στους υπόλοιπους και δημιουργεί μία σχεδόν μνημειώδη ατμόσφαιρα γύρω από τους πολιτικούς και συναισθηματικούς τους διαξιφισμούς, τις αδυσώπητες λεκτικές μονομαχίες, τις σχεδόν θεμιτές βασιλικές έριδες.

Ο Αραούζος επενδύει στην ατμοσφαιρική ένταση και τις οπτικές εντυπώσεις για να ξεκλειδώσει το σκηνοθετικό του εγκόλπιο με σκηνική «κομψότητα». Το μόνο που έχει να κάνει είναι να αναδείξει τις ανθρώπινες αντιφάσεις και τις περίπλοκες σχέσεις των χαρακτήρων και να δώσει έμφαση στον ψυχολογικό πόλεμο και τη διαρκή αλληλεπίδραση μεταξύ εξουσίας και προδοσίας.
Η παράσταση αξιοποιεί τον χώρο και επεκτείνει τη δράση σε διαφορετικά σημεία της αίθουσας δημιουργώντας κινητικότητα και ένταση που ξεπερνά τις συμβατικές προσεγγίσεις. Δίνει μια αίσθηση «ρευστότητας» των ιστορικών στοιχείων και γεννά καταστάσεις υψηλής φόρτισης. Μοιάζει να έχει μεγάλη πίστη στους σφιχτούς διαλόγους του έργου, τον πυκνό του ρυθμό και στην αντιστοιχία με το σήμερα, θεωρώντας ότι αντηχεί τον σύγχρονο κόσμο της πολιτικής, των δυναμικών εξουσίας και των προσωπικών ελιγμών και συμβιβασμών.
Παρά τις πολλές ιστορικές αναφορές, στόχος του Αμερικανού συγγραφέα προφανώς δεν ήταν να βγάλει τα άπλυτα του Οίκου των Πλανταγενετών στη φόρα. Η όποια ιστορική ακρίβεια μάλλον στόχο είχε μια λειτουργική αναχρονιστική αναγωγή.
Η μετάφραση του Αραούζου ακολουθεί το λογοτεχνικό ύφος του πρωτότυπου, τη «σαιξπηρική» του αύρα με γλωσσικές επιλογές που είναι πλούσιες και γεμάτες δυναμική, με στόχο να διατηρηθεί η ένταση και η πολυπλοκότητα του λόγου. Υπάρχουν λογοπαίγνια, λέξεις με διττή σημασία, σύνθετοι γλωσσικοί συνδυασμοί, γεγονός που στην πορεία μπορεί να αποδειχτεί δίκοπο μαχαίρι, καθιστώντας τη ρύμη δύσβατη και πομπώδη, λιγότερο άμεση, αλλά και πιο ανοιχτή σε ερμηνείες. Αυτή η πυκνότητα του λόγου απαιτεί γυμνασμένη τεχνική από τους ηθοποιούς για την εξερεύνηση των ψυχολογικών και ηθικών αντιφάσεων των χαρακτήρων.

Νομίζω ότι αν ο σκηνοθέτης έριχνε όλο το βάρος στην απάμβλυνση της εύλογης ανισότητας στις ερμηνείες μεταξύ των δύο εμπειρότερων και των υπόλοιπων ηθοποιών θα σπαταλούσε άνευ λόγου χρόνο και δυνάμεις. Αναπόφευκτα, στους νεότερους ερμηνευτές δόθηκε η ευκαιρία να κολυμπήσουν στα βαθιά χωρίς σωσίβιο και να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της κάλυψης των απαιτητικών σκηνών, χωρίς εκ των πραγμάτων να διαθέτουν τη βαρύτητα και την εμπειρία.
Πιο συγκροτημένα ανταπεξήλθαν στη σκηνική πίεση η Άνθη Κάσινου και ο Ανδρέας Δανιήλ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι υπόλοιποι έμειναν πίσω στην κούρσα. Έκαναν πολύ κουπί κι αυτό φάνηκε, όσο φάνηκε και επιβεβαιώθηκε το γεγονός ότι τέτοιες ερμηνευτικές προκλήσεις απαιτούν αρκετές «ώρες πτήσης» στο σανίδι για να φτάσουν το βάθος, την κλάση και την τεχνική πιστότητα. Η συμπαθητική προσπάθεια αρκούσε για να βρουν τις σωστές συναισθηματικές αποχρώσεις, να αποδώσουν το πλήρες εύρος των σχέσεων και της ραδιουργίας που διαπνέει το έργο.
Ο Ερρίκος και η Ελεωνόρα των Βαρνάβα Κυριαζή και Αννίτας Σαντοριναίου, όντας συνεχώς σε μια εύθραστη ισορροπία, αναπόφευκτα προσελκύουν το βάρος της προσοχής. Βασιλικές παρουσίες, με συγκρουόμενα συναισθήματα και πολιτικές επιδιώξεις, με εσωτερικές διαμάχες, με επιθυμίες, με ακατάπαυστα στρατηγήματα στη διεκδίκηση της εξουσίας, όταν βρίσκονταν στη σκηνή η Καστελιώτισσα λες και συρρικνωνόταν και οι θέσεις των θεατών μετακινούνταν κάτω από τη μύτη τους, όπου μπορούσαν να διακρίνουν το θρόισμα της θεατρικής ιστορίας. Δύναμη και χάρη χαρακτηρίζουν την ερμηνεία του Κυριαζή, καμπυλότητα και ηρεμία αυτή της Σαντοριναίου, που γεννούν στην ατμόσφαιρα εκλεπτυσμένες, «υποσαιξπηρικές» αντιφάσεις.
Υποβλητικά και αυστηρά κοστούμια σχεδίασε ο Γιώργος Γιάννου. Η διαχρονική τους αισθητική βοηθά να αποδοθεί η εντύπωση μιας ιστορικής περιόδου που παρόλ’ αυτά διατηρεί τη σύγχρονη προοπτική της. Η μινιμαλιστική προσέγγιση βοηθά τη σκηνοθεσία να παραμείνει εστιασμένη στους ανθρώπινους χαρακτήρες και τη σύγκρουση, χωρίς να αποσπάται η προσοχή από τα εξωτερικά στοιχεία και ταυτόχρονα προσφέρει τη δυνατότητα στους χαρακτήρες να εναλλάσσουν διαρκώς τα σκήπτρα της ισχύος.
Ο φωτισμός του Νίκου Μυλωνά είναι ένα από τα πιο αιχμηρά βέλη στη φαρέτρα της παράστασης, καθώς αποτυπώνει τις μεταπτώσεις και τη μυστικιστική ατμόσφαιρα του έργου, δημιουργώντας σφοδρές αντιθέσεις με τις σιλουέτες και τα πρόσωπα. Είναι οι φωτισμοί που πείθουν στην αναπαράσταση του εσωτερικού ενός μεσαιωνικού κάστρου με ζεστά χρώματα, που αναδεικνύουν την ψυχρότητα του χώρου, αλλά και τις διανοητικές διακυμάνσεις των διαπλεκομένων.
Εξίσου προσεγμένη η μουσική «νδυμασία της πρότασης από τον Δημήτρη Ζαχαρίου, που υπηρετεί τη δραματουργία και το αφηγηματικό πλαίσιο, συνομιλεί με τους διαλόγους και τις ερμηνείες και προσδίδει μια αίσθηση συνοχής και ταυτότητας στο όλο εγχείρημα.
Ελεύθερα, 15.12.2024