* Από την ομιλία στην τελετή ονοματοδοσίας της «Νέας Σκηνής – Νίκος Χαραλάμπους» του ΘΟΚ.
Η Νέα Σκηνή του ΘΟΚ απέκτησε πλέον το όνομα του Νίκου Χαραλάμπους, ενός δημιουργού που σημάδεψε ανεξίτηλα και καθόρισε την ιστορία του κυπριακού θεάτρου, αλλά και τις καρδιές όσων τον γνώρισαν. Μετά τον έτερο στιβαρό πυλώνα της ιστορίας του κυπριακού θεάτρου, Εύη Γαβριηλίδη, το όνομα του οποίου έχει δικαίως δοθεί από το 2015 στην Κεντρική Σκηνή, ο οργανισμός θωρακίζει το κτήριό του εγκαθιστώντας και τη δεύτερη κεντρική του κολόνα.
Μου φαίνεται κάπως ειρωνικό το γεγονός ότι ο Νίκος Χαραλάμπους δεν πρόλαβε να σκηνοθετήσει ή να παίξει στο κτήριο αυτό, αλλά εγώ τον θυμάμαι στην τελευταία του συνεργασία με τον οργανισμό, ως Δον Κιχώτη υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Σταύρου Τσακίρη, λίγους μήνες πριν τα εγκαίνια της μόνιμης στέγης του κρατικού θεάτρου. Ο «νομάδας», τότε, ΘΟΚ έπαιζε ακόμη στο Δημοτικό Θέατρο Λατσιών. Και ο Νίκος Χαραλάμπους υποδύθηκε μ’ έναν κόκκινο μπερέ τον τελευταίο του ρόλο στο σανίδι, που δεν θα μπορούσε να ήταν άλλος.
Ήταν κι ο ίδιος ένας Δον Κιχώτης. Ένας ονειροπόλος, αλλά κι ένας οτρηρός εξερευνητής με ευγενική ψυχή. Ένας τολμητίας που έβλεπε τους ανεμόμυλους της θεατρικής σύμβασης και τους φανταζόταν γίγαντες που έπρεπε να κατατροπώσει για να υπηρετήσει έναν σκοπό υψηλότερο. Και εφορμούσε γενναία και λιονταρίσια, χωρίς να σκέφτεται αν θα στραπατσαριστεί. Διότι το όραμά του ήταν πέρα από το συμβατικό. Ήξερε ότι έτσι γεννιούνται τα μεγάλα έργα. Με το να ονειρευόμαστε και να δρούμε, ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν αντίξοα.
Μπορεί να μην έπαιξε και να μη σκηνοθέτησε στο νέο κτήριο, αλλά υπήρξε ο στερεοβάτης του. Το μέταλλο της ψυχής του όπλισε το σκυρόδεμα που το οικοδόμησε, οδηγώντας τον ΘΟΚ στη νέα εποχή. Το αποτύπωμά του υπάρχει παντού· σε αίθουσες προβών και πλατείες, σε σκηνές και παρασκήνια, σε φουαγιέ και εξώστες.
Νομίζω ότι τού ταιριάζει καλύτερα η Νέα Σκηνή. Κουμπώνει πιο συμβατά με την καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία, που ήταν συνυφασμένη με την πρωτοπορία και την καινοτομία. Κι ως ατρόμητος απέναντι στο άγνωστο, ως εκ φύσεως πειραματιστής, ήταν φτιαγμένος για τέτοιους χώρους που θυμίζουν θεατρικά εργαστήρια. Ήταν φτιαγμένος από την πάστα του μεγάλου καλλιτέχνη που δεν φοβάται ποτέ να διεγείρει, να δοκιμάζει, να αποτυγχάνει αν χρειαστεί, αλλά και να θριαμβεύει. Ήταν Οδυσσέας και οδοστρωτήρας ταυτόχρονα, μια σαρωτική, ανατρεπτική μορφή που άνοιγε δρόμους και μυαλά.
Για το σύγχρονο κυπριακό θέατρο υπήρξε ο «μάγος της φυλής». Μια μυστηριακή ισχύς ανατροπής και εικονοκλαστικής ορμής. Αγαπούσε τις αντιθέσεις και ισορροπούσε ανάμεσα σε διαμετρικές αντιφάσεις. Ήταν χαοτικός, αλλά και επιχειρησιακός. Διανοούμενος και λαϊκός. Εξπρεσιονιστικός και μεθοδικός στη σκηνοθεσία και τη διδασκαλία του. Ήξερε ακριβώς τι ήθελε από μια παράσταση και ο τρόπος του να το επιβάλει με τον πιο απαλό τρόπο ήταν μοναδικός.
Στη μοίρα των πρωτοπόρων είναι να ρίχνονται μέχρι τα μπούνια στο πεδίο και να δοκιμάζουν τα όρια, αγκαλιάζοντας το ρίσκο και την αβεβαιότητα για να δημιουργήσουν κάτι αυθεντικό. Μέσα από τη διαδικασία αυτή, οι τυχόν αστοχίες γίνονται αναπόφευκτα βήματα προόδου, που τελικά οδηγούν σε ανακαλύψεις και καινοτομίες που διαμορφώνουν νέα μονοπάτια. Η τόλμη τους εμπνέεται από τη δίψα για δημιουργία και από την ανατροπή των κατεστημένων. Γίνονται έτσι φορείς των αλλαγών.
Ο Νίκος Χαραλάμπους είχε τη στόφα του δημιουργού που ζει μέσα από την τέχνη του, του αληθινού οραματιστή, που με το βλέμμα του διείσδυε στις πιο μύχιες και λεπτές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης. Αναζητούσε το βαθύτερο νόημα και το μεδούλι του έργου κι έδινε έμφαση στην προσωπική εξέλιξη των ηθοποιών. Το θέατρο για τον ίδιο ήταν μέσο αλλαγής, εκπαίδευσης και βαθιάς επικοινωνίας. Ως σκηνοθέτης μπορούσε να μεταμορφώσει ακόμα και τα πιο απλά κείμενα σε συγκλονιστικά θεάματα.
Έφερε μια νέα προσέγγιση στον Χορό της τραγωδίας, αντικαθιστώντας την παραδοσιακή κινησιολογία με μια πιο δυναμική και αφαιρετική. Απομάκρυνε αυστηρούς κανόνες και περιορισμούς, απελευθερώνοντας τη δημιουργική φαντασία και επιτρέποντας μια νέα ανάγνωση στο αρχαίο δράμα. Πρόσφερε έτσι νέα εργαλεία έκφρασης. Με έμφαση στην τελετουργική διάσταση και τον συμβολισμό, ενσάρκωσε τη βαριά παρακαταθήκη του δασκάλου του, Κάρολου Κουν. Οι σκηνοθεσίες του ενσωμάτωσαν την κυπριακή τραγωδία, συνδέοντας με συγκλονιστικό τρόπο τον αρχαίο μύθο με τα σύγχρονα δεινά του νησιού.
Είναι χαρακτηριστικό ότι έβαλε τη σκηνοθετική του σφραγίδα στις περισσότερες από τις παραγωγές του ΘΟΚ κατά την αδιάλειπτη παρουσία στο Φεστιβάλ Επιδαύρου, από το 1980 μέχρι το 2005, αρκετές από τις οποίες άφησαν εποχή.
Τον έζησα από κοντά για δέκα μέρες, το 2009, στην αποστολή από την Κύπρο που μετέβη στο Λος Άντζελες, στο πλαίσιο ιστορικής εκδήλωσης για το αρχαίο δράμα, που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας (USC). Κατά τη διάρκεια της πολύωρης πτήσης, τον θυμάμαι να μού εξηγεί γιατί θεωρούσε τους Κύπριους «τσεχωφικό λαό». Εννοούσε τα αντικρουόμενα συναισθήματα και επιθυμίες, τις αντιφάσεις τους, την υπαρξιακή μελαγχολία, την παγίδευση σε μοτίβα αδράνειας, την ευαισθησία που δείχνουν ακόμη και μέσα σε συνθήκες ματαίωσης, την πολυπλοκότητα της συλλογικής τους ψυχοσύνθεσης.
Επιστρέφοντας στη σχέση ζωής με τον ΘΟΚ και πιάνοντας το νήμα από την αρχή, παρατηρούμε ότι η σχέση αυτή ξεκίνησε ουσιαστικά από την πρώτη μέρα του οργανισμού, μεταπηδώντας μαζί με εκείνη τη σπουδαία παρέα από το Θεατράκι του ΡΙΚ που έβαλε τη μαγιά για το ιστορικό εγχείρημα του κρατικού θεάτρου. Πέρα από τις αμέτρητες παραστάσεις που σκηνοθέτησε ή πρωταγωνίστησε, υπηρέτησε τον οργανισμό και από τη θέση του Προέδρου του ΔΣ, την περίοδο 1991-1993.
Στα μάτια μου είναι αδιαχώριστος από το συγκεκριμένο σημείο του πλανήτη. Όπως είναι και ο Εύης. Δικαιούμαστε πλέον να μιλάμε στον ενεστώτα και να λέμε «είναι» αντί για «ήταν» εφόσον θα τους έχουμε πλέον κοντά μας για πάντα. Η Νέα Σκηνή απέκτησε το όνομά του και μαζί μια ψηφίδα από το πνεύμα και την υστεροφημία του. Στο εξής, όσοι θα διασχίζουν τη συγκεκριμένη αίθουσα για να μετέχουν στον «ιερό δεσμό» και τη μυσταγωγία της θεατρικής εμπειρίας, είτε από τη σκηνή, είτε από την πλατεία, θα τον μνημονεύουν και θα αισθάνονται τη ζεστή παρουσία του.
Θα είναι σαν ένας ψίθυρος που τους καλεί να τολμήσουν, να δημιουργήσουν, να μαγευτούν. Όπως έκανε πάντα ο ίδιος.
Ελεύθερα, 8.12.2024