Στο μικρό παρεκκλήσι της Αγίας Αικατερίνης του Δαυλού, ελάχιστα μέτρα από την λεηλατημένη- κοτέτσι πια, με έναν περήφανο κόκορα αλλά και μερικές κότες να περιφέρονται μέσα στο άλλοτε Ιερό, όπως επίσης και χώρος αφόδευσης περιστεριών- εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, βρίσκεται περικυκλωμένη από συνθήματα-«μηνύματα» που αντέχει ακόμη η μπλε μπογιά τους πενήντα συν χρόνια από τότε που κάποιος τα ανέγραψε για να τα βλέπουν οι (άλλοτε ελληνοκύπριοι) συγχωριανοί, ολόκληρη η αλήθεια των αποτελεσμάτων του φασισμού και των ακραίων στην Κύπρο: «Μούσκος επίορκος» και «Μούσκο βγάλε τα ράσα».

Το παρεκκλήσι της Αγίας Αικατερίνης στον Δαυλό, με συνθήματα από τη δεκαετία του ’70 στα εξωτερικά του τοιχώματα. © Γιάννης Χατζηγεωργίου

Η γυναίκα με τη μαντίλα που ξεχώριζε τις ελιές της μέσα από ένα αυτοσχέδιο από καλαμιές καλάθι, με τα μικρά παιδιά της να παίζουν στην αυλή του κλεμμένου τους σπιτιού στο οποίο διαμένουν, απέναντι από το παλιό παρεκκλήσι, δεν ήξερε γιατί φωτογράφιζα την πρόσοψη, γιατί μπήκα μέσα και γιατί μετακίνησα μία πολυθρόνα που βρισκόταν ως σκουπίδι μέσα στο κτήριο που χρησιμεύει -πια- ως μεγάλος κάλαθος αχρήστων· γιατί σταμάτησα στον τόπο «της».

Το εσωτερικό της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου στον Δαυλό, μετατράπηκε πλέον σε κοτέτσι και περιστερώνα. © Γιάννης Χατζηγεωργίου

«Merhaba», μου είπε. Και την χαιρέτησα εγκάρδια στην υποψία ότι μπορεί να συντηρεί καλά αυτό το σπίτι που έδωσαν κάποτε στην δική της οικογένεια, όταν ήταν κι εκείνη ακόμη μωρό. Από τις πινακίδες του αυτοκινήτου μου κατάλαβε τους λόγους, κάτι ψέλλισε και χτύπησε με τα χέρια το στήθος της, μα είχα μάθει απ’ τους παλιούς κοινοτάρχες να κρατώ απόσταση σ’ αυτά που φαίνονται και σ’ αυτά που είναι οι Τούρκοι της Ανατολίας – «εμπιστοσύνη σε κανέναν!». 

Η «μαγική» θάλασσα του Δαυλού, δίπλα από το γραφικό λιμανάκι του χωριού. © Γιάννης Χατζηγεωργίου

Στο έβγα του χωριού, προς το παλιό λιμανάκι και την εκκλησία του Αγίου Σωζόμενου που αγκαλιάζεται με τη θάλασσα για πάνω από μισό αιώνα, μία συστάδα δέντρων σε ομοιόμορφη παράταξη δίπλα από ένα μεγάλο γήπεδο θα με οδηγούσε στον κεντρικό δρόμο προς την πόλη της Κερύνειας– ένα άγνωστο πια «τοπίο» για τους γνώστες της περιοχής και τους «παλιούς» κατοίκους, όλο αυτό για το οποίο «διαβάζουμε» και «ακούμε» μέχρι να το δούμε χειροπιαστό μπροστά μας: Οι ντιβέλοπερς κάνουν πάρτι! Μέχρι και τον Άγιο Αμβρόσιο, σε μια απόσταση περίπου 35 χιλιομέτρων κατά μήκος του μαγευτικού παραλιακού «μετώπου», ένα ατέλειωτο εργοτάξιο με δεκάδες εργάτες δουλεύει πυρετωδώς για να «φιλοξενήσει» βίλες, ριζόρτς, ξενοδοχεία, μπουτίκ χοτέλς και συγκροτήματα διαμερισμάτων σε ψηλά κτήρια με θέα ως την Τουρκία απέναντι, ενώ μεγάλες ταμπέλες με ευφάνταστα ονόματα φανταστικών τόπων καλούν τους «υποψήφιους αγοραστές» να σπεύσουν «ώστε να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους»– με «τόσες» αγγλικές λίρες, με «τέτοια» διευκόλυνση δανείου, με «αυτές» τις γρήγορες διαδικασίες, σε μια επένδυση «μοναδική».

Όπως ήδη συνέβη- και συνεχίζεται ραγδαία- στα περβόλια του Τρικώμου με τους πελώριους (άδειους ακόμη από ενοίκους) πύργους, με τον ένα πλάι στον άλλον σε ευθεία παράταξη. Όπως ήδη συνέβη στην Βουκολίδα (την περίφημη «Bafra» για τους «εκλεκτούς» Τούρκους που δεν θέλουν να πηγαίνουν στην «παλιά Αμμόχωστο» αλλά επιλέγουν διακοπές στη νέα περιοχή με τα πεντάστερα- κακόγουστα ως προς την αισθητική τους- ξενοδοχεία, με θέα στην άλλοτε ατέλειωτη «χρυσή αμμουδιά», που κατακτιέται κι αυτή σκαλωσιά προς σκαλωσιά, σπιθαμή προς σπιθαμή άμμου).

Μια φρίκη γι’ αυτή την νέα «εισβολή» που επιχειρείται, και που ακόμη δεν πήραμε στα σοβαρά: Όλη η κατεχόμενη γη πρόκειται να χτιστεί μανιωδώς– προς κέρδη, προς εισροή χρημάτων, προς τσιμεντοποίηση (κυριολεκτικά πια) τετελεσμένων.

Αυτά σκεφτόμουν μπαίνοντας στο μικρό Φλαμούδι με τα πετρόκτιστα εγκαταλελειμμένα σπίτια, έτοιμα να ισοπεδωθούν κι αυτά από τη φθορά, κι ύστερα στην Ακανθού. Προηγουμένως σταμάτησα στην Παναγία την Περγαμηνιώτισσα, την αρχαία εκκλησία που είναι κτισμένη στα ερείπια μιας τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής και βρίσκεται στις παρυφές του κύριου δρόμου, μα ένας αθεόφοβος Τούρκος- υπάλληλος κάποιας τουριστικής «τοπικής» υπηρεσίας μου έδειξε μια ταμπέλα με κόστος «εισιτηρίων» τάδε για να μπω και να προσκυνήσω, χωρίς να δεχτεί το επιχείρημα ενός «Yunan» που επιστρέφει στη γη του– αρνήθηκα κι έφυγα, φτάνοντας πια, μετά από κανά δεκάλεπτο, έξω από την εντυπωσιακή εκκλησία του Χρυσοσώτηρος (σημερινό τζαμί) της Ακανθούς, με τη θαυματουργή εικόνα που θεράπευε όλες τις αρρώστιες.

Η μεγαλοπρεπής εκκλησία του Χρυσοσώτηρος, στην Ακανθού, η οποία αποπερατώθηκε το 1935, με τη συμβολή όλων των κατοίκων του χωριού. Σήμερα έχει μετατραπεί σε τζαμί. © Γιάννης Χατζηγεωργίου

Όσα παλιά σπίτια αναπαλαιώθηκαν, στέκουν γύρω της, ως άλλο πέπλο προστασίας και υπενθύμισης, στα μικρά δρομάκια που θα ‘θελαν να δείχνουν «τουριστικά» και ίσως «γραφικά»– αγέρωχα παρόλ’ αυτά, θυμίζοντας τη «μεγάλη, κατάφυτος και καλά έχουσα ύδατα κώμη» Ακανθού, με την πλούσιά της βλάστηση και το μαγευτικό τοπίο κάτω από τα περίφημα Στυλλάρκα του Πενταδαχτύλου και το Θκιατρυπητό που ακόμη στέκει καλά με τις πέτρες του για να φοβίζει τους ξένους καινούργιους της κάτοικους με τις δεισιδαιμονίες που συνεχίζει να κουβαλά.   

Ο δρόμος προς το στρίψιμο για την πανέμορφη Χάρτζια, «γεννούσε» ολοένα και περισσότερες οικοδομές κατά μήκος της θάλασσας, με «sea view», με περισσότερα εμπνευσμένα ονόματα συγκροτημάτων- διαμερισμάτων που από την πίσω πλευρά θα έχουν το βουνό και «σε δύο λεπτά μπαίνεις στην θάλασσα» όπως έλεγε -πολύ σωστά- στη διαφήμιση της μια εταιρεία– όλα, αν μη τι άλλο, αφού χτίζονται σε τζάμπα γη, σίγουρα «ευκαιρίες».

Είναι βέβαιο: Ό,τι είχε αφεθεί άθικτο ανατολικά της πόλης της Κερύνειας και του (καταπατημένου από οικοδομήματα, αγνώριστου πια για τους παλιούς κατοίκους του) Αγίου Επίκτητου με τα μεγάλα διάσημα καζίνο, σε μήκος περίπου 40 χιλιομέτρων, ως τις παρυφές των πρώτων χωριών της Καρπασίας, το επόμενο χρονικό διάστημα θα τσιμεντωθεί και θα «πωλείται» σε «τιμές μοναδικής επενδυτικής ευκαιρίας».

Μέχρι το επόμενο στάδιο– θα ‘ναι άραγε το Ριζοκάρπασο κι η Γιαλούσα; Θα ‘ναι η Μόρφου, το παραλιακό Συριανοχώρι κι ο Ξερός; Ποιος ξέρει… Μία νέα πραγματικότητα της άλλοτε παρθένας πανέμορφης γης διαμορφώνεται πάντως αυτή την εποχή, ως «νέα τάξη πραγμάτων». Ποιος να φύγει μετά; Και πώς να διεκδικήσεις τα κλεμμένα σου χωράφια που μετατράπηκαν σε πολυκατοικίες με πισίνα και roof garden και «τίτλους ιδιοκτησίας» σε offshore του εξωτερικού;

Ό,τι απέμεινε σήμερα από την εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, στην Χάρτζια. Ήδη κατέρρευσε η οροφή και απέμειναν μόνο κάποιοι τοίχοι και σωροί από πέτρες εντός της. © Γιάννης Χατζηγεωργίου

Στην είσοδο της Χάρτζιας, περνώντας από την εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ που η οροφή της έχει ήδη πια καταρρεύσει κι απέμειναν μόνο κάποιοι τοίχοι της γύρω και πάμπολλες πέτρες εντός της, μύριζα ήδη πεύκο, κυπαρίσσι, τριμιθιά, σχινιά, αντρουκλιά και θυμάρι, που θα με έβγαζαν ως την κορυφή του Πενταδαχτύλου, ως τον εκδρομικό χώρο της Χαλεύκας. Τι θέα! Τι μαγεία! Εδώ (ακόμη) όλα άκτιστα.

Η μαγική θέα προς τη θάλασσα της Κερύνειας από τον εκδρομικό χώρο της Χαλεύκας, 7 χιλιόμετρα απόσταση από την Χάρτζια. © Γιάννης Χατζηγεωργίου

Μπροστά από την κλειστή μπάρα που οδηγεί στο Αρμενομονάστηρο, κάθισα σ’ ένα παγκάκι και κοιτούσα για ώρα πολλή στο βάθος την Κερύνεια– έτσι ωραία, άθικτη κι αγέρωχη, όπως φαινόταν από ψηλά. Η περήφανη πόλη του Πράξανδρου!

Και με την πληγή στον νου για όσα είχαν καταπατηθεί το 1974, αλλά και για όσα- «νομίμως» πια- είδα λίγο πριν να καταπατούνται σε έναν τόπο που «αναπτύσσεται» ραγδαία και που σε λίγα χρόνια δεν θα αναγνωρίζεται πια από κανέναν, σκεφτόμουν πόσα λάθη και πόση τιμωρία θα υποστούμε ακόμα γι’ αυτά που μας οδήγησαν εδώ κι αν ποτέ έρθει στο μέλλον μια κάποια νέμεσις για να γλιτώσει το χώμα από τα φρέσκα αυτά μπετά, ώστε να γίνουν όλα ένας παλιός εφιάλτης που θα ριχτεί μεμιάς στη θάλασσα.

Ελεύθερα, 24.11.2024