Χαρά Ζυμαρά, «Ηρεμίας 21», εκδόσεις Το Ροδακιό 2024.
Η Χαρά Ζυμαρά, στην πρώτη λογοτεχνική της προσπάθεια, επιχειρεί να μεταπλάσει αισθητικά την περίοδο της περιρρέουσας ατμόσφαιρας λίγο πριν από το δημοψήφισμα του 2004 για το Σχέδιο Ανάν. Η ίδια βίωσε την όλη πολιτικο- κοινωνική ατμόσφαιρα στην εφηβική της ηλικία, γεγονός που περιβάλλει τη θεώρηση της συγκεκριμένης περιόδου με την άδολη και απροσχημάτιστη ματιά της νιότης.
Η Χ.Ζ. θήτευσε κάποια χρόνια και στη δημοσιογραφία, ενώ τώρα ασχολείται επαγγελματικά με θέματα επικοινωνίας. Έτσι, είναι κατανοητό γιατί το πεζογράφημά της, που τιτλοφορείται «Ηρεμίας 21», προσομοιάζει μ΄ ένα διαρκές ρεπορτάζ, με φρενήρεις ρυθμούς και συνεχείς αλλαγές δεδομένων, με απρόσμενες εξελίξεις, σασπένς, ελπίδα και αγωνία.

Η Χ.Ζ. περιγράφει στο βιβλίο της πράγματα γνώριμα, οικεία και συνήθη για το δημοσιογραφικό συνάφι. Η χειραγώγηση της κοινής γνώμης μέσα από υποβολιμαία δημοσιεύματα την περίοδο πριν από το δημοψήφισμα, η καλλιέργεια φοβικών συνδρόμων, η κινδυνολογία, η διαστρέβλωση και η υπερβολή που οδήγησαν στο γνωστό αποτέλεσμα. Όλα αυτά είναι γνωστά, έχουν θιγεί επανειλημμένα. Όμως εδώ καταγράφονται με μεγάλη επάρκεια και πληρότητα και κυρίως με σαφείς και ευανάγνωστες αισθητικές αξιώσεις λογοτεχνικής υφής.
Κεντρικά πρόσωπα στο αφήγημα της Χ.Ζ., που γειτνιάζει πολύ με τα ειδολογικά χαρακτηριστικά της νουβέλας, είναι η νεαρή δημοσιογράφος Ήβη Καραπατάκη, ο μέντορας και αρχισυντάκτης της Πανίκκος Σακελλαρίδης και η Πηνελόπη Ιωαννίδη, μητέρα του εκδότη που εργοδοτεί τους δύο πρώτους. Οι δύο τελευταίοι, Πανίκκος και Πηνελόπη, διαδραματίζουν στο βιβλίο μεγαλύτερο ρόλο με την απουσία παρά με την παρουσία τους. Ωστόσο, και οι τρεις διακρίνονται για την αντισυμβατικότητα του χαρακτήρα τους, για την εντιμότητα, την ευθύτητα, την ειλικρίνεια, την τόλμη και την ανεξαρτησία της γνώμης τους.
Ας επιστρέψουμε όμως στα του δημοσιογραφικού συναφιού, επιχειρώντας μια ενδεικτική σταχυολόγηση. Η δημοσιογραφική αυτονομία, ανεξαρτησία και αυτοτέλεια είναι το μέγα ηθικό δίλημμα που ταλανίζει τη συγγραφέα. Η Ήβη εύτολμα ξεκαθαρίζει στον εκδότη – εργοδότη της: «Δεν πρόκειται να καταδεχτώ να γίνω αρχισυντάκτρια μιας εφημερίδας που κόφκει συνεντεύξεις τζαι κάμνει πολιτικήν στη θέση των πολιτικών». (σελ. 85)
Η δημοσιογραφία συχνά συνιστά αποτύπωση κοινωνικό– πολιτικών πραγματικοτήτων, ενίοτε και με τραγελαφικά, ιλαροτραγικά χαρακτηριστικά. Οι ίντριγκες, οι φαρισαϊσμοί, οι φαιδρότητες και πολλές αναισχυντίες δεν είναι φαινόμενα ξένα ή άγνωστα στο δημοσιογραφικό μικρόκοσμο. Έτσι και η ηρωίδα του πεζογραφήματος: « …έγραφε υπό τη μορφή παραπολιτικών σχολίων και με αρκετή δόση σαρκασμού τις πληροφορίες που αποσπούσε off the record σχετικά με ανεπιβεβαίωτους νέους διορισμούς, παραιτήσεις, εσωκομματικές διαμάχες, τραγελαφικά περιστατικά, όπως τότε που μία από τις κυβερνήσεις που διαπραγματεύονταν το Κυπριακό στις ΗΠΑ έψαχνε τον άφαντο υπουργό Εξωτερικών της για να τον εντοπίσει μετά από αμέτρητες ώρες σε ένα καζίνο του Λας Βέγκας». (σελ. 33)
Ας επιστρέψουμε όμως στην εποχή της περιρρέουσας και την εικόνα που παρουσίαζαν τότε οι εφημερίδες του τόπου: «Τα έσοδα είχαν αυξηθεί τόσο πολύ από τις τοποθετήσεις διαφημίσεων υπέρ και κατά του σχεδίου, που χρειάστηκε να προσθέτουν κάθε βδομάδα νέες σελίδες για να μπορούν να φιλοξενήσουν ολόκληρη την ύλη τους». (σελ. 101). Συνεπώς, δικαίως προειδοποιούσε την αρχισυντακτεύουσα Ήβη ο υπεύθυνος του εμπορικού τμήματος της εφημερίδας, να προσέχουν να μην θίξουν με τα δημοσιεύματά τους, κυρίως τους επιχειρηματίες ανάπτυξης γης.
Όμως, η πεμπτουσία του πολιτικού μηνύματος ολόκληρου του βιβλίου, εμπερικλείεται στο τελευταίο άρθρο της Ήβης στην εφημερίδα, εν αγνοία του εκδότη και προτού η ίδια υποβάλει την παραίτησή της: «…εμείς αποφεύγουμε ν΄ αναμετρηθούμε με το παρελθόν, αρνούμαστε να μάθουμε την αλήθεια του άλλου. Δεν θέλουμε ν΄ αφήσουμε πίσω τα κεκτημένα μας, να εισέλθουμε εκουσίως σε μια συνθήκη που μας είναι άγνωστη και που όπως είναι λογικό, μας φοβίζει». (σελ. 130)
Ξεχωριστή αναφορά θα ήθελα να κάμω στην πρωτοπρόσωπη επιστολική γραφή που εμπεριέχεται στη νουβέλα ως ένθετη χωριστή αφήγηση και εκτείνεται από την σελίδα 43 μέχρι τη σελίδα 77. Το μακροσκελές γράμμα της Πηνελόπης προς τον γιο της, μ’ εντολή να του επιδοθεί αφού η ίδια αποβιώσει, είναι πλούσιο σε λογοτεχνικές αρετές, έμπλεο νοημάτων και αισθητικού κάλλους. Π.χ. σ΄ αυτό το γράμμα αποτυπώνεται άρτια η πνευματική – πολιτιστική ζωή στο Βαρώσι τη δεκαετία του ΄60, με τις εγχώριες αλλά και διεθνείς καλλιτεχνικές – λογοτεχνικές ζυμώσεις και συναφείς πνευματικές αναζητήσεις. Σ’ αυτή την αποτύπωση σμίγουν λειτουργικά και αρμονικά αναφορές στον Μπουκόφσκι, τον Καμύ, την Καλό, μαζί με συναναστροφές με τον Γ.Φ. Πιερίδη, τον Διαμαντή, το Θοδόση Νικολάου και άλλους.
Την ίδια ώρα, σ’ ολόκληρο το βιβλίο παρελαύνει η σύγχρονη πολιτική ιστορία του νησιού μας, ως φόντο στα δρώμενα που αφορούν τα κεντρικά πρόσωπα. Αυτή η ιστορία φωτίζεται με νηφαλιότητα, αντικειμενικότητα και ορθολογιστική, αξιολογική ματιά. Αναφέρομαι στο Σχέδιο Ακρίτας, στα γεγονότα των Κοκκίνων, στον εγκλεισμό των Τ/κ σε θύλακες κλπ.
Να πω ακόμη ότι θεωρώ πολύ πειστικά, παραστατικά και ανάγλυφα όλα τα διαλογικά μέρη του βιβλίου που αποδίδονται στην καθομιλουμένη κυπριακή διάλεκτο των νεότερων γενιών, κυρίως στα αστικά κέντρα του τόπου. Πιστεύω ότι το συνεχές μπόλιασμα της κυπριακής λογοτεχνίας με στοιχεία της διαλέκτου είναι πέρα για πέρα δημιουργικό, επωφελές και γόνιμο.
Σκόπιμα δεν είπα πολλά για… την υπόθεση του έργου, αυτή είναι καταγραμμένη στο εσώφυλλο του βιβλίου και είναι μόνο η αφορμή και το εξωτερικό περίβλημα για να ειπωθούν όσα ειπώθηκαν. Το σίγουρο είναι ότι η Χ.Ζ. βρίσκεται σε σωστό δρόμο. Κι έτσι της ευχόμαστε να συνεχίσει…