Αιμίλιος Σολωμού, «Κράτα την ανάσα σου», εκδόσεις Καστανιώτης 2023
Η πεζογραφική εξέλιξη, διά την ακρίβεια ανέλιξη, του σημαντικού και διακεκριμένου Κύπριου συγγραφέα Αιμίλιου Σολωμού, τον καθιστά ολοένα και μεγαλύτερο, ολοένα και βαθύτερο ανατόμο του κοινωνικού γίγνεσθαι. Κι αυτή η εξελικτική πορεία πιστεύω ότι ιχνηλατείται ευκρινώς, από βιβλίο σε βιβλίο, από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα.
Όταν παρουσίαζα το προηγούμενο μυθιστόρημα του Αιμ. Σ. «Το μίσος είναι η μισή εκδίκηση» του 2015, ανάμεσα σε άλλα, σημείωνα ότι στο βιβλίο «συνυπάρχουν άρρηκτα συνδεδεμένα το αστυνομικό με το ιστορικό μυθιστόρημα, ενώ όλες οι κοινωνιολογικές αναφορές σε αυτό, το καθιστούν κι ένα ρεαλιστικό έργο βαθιάς κοινωνικής ευαισθησίας». (Φιλ. 4 Απριλίου 2016)
Σήμερα, παρουσιάζοντας το νέο μυθιστόρημα του «Κράτα την ανάσα σου» θεωρώ ότι το μαχαίρι μπήκε πιο βαθιά στο κόκκαλο, οι χαίνουσες πληγές των κοινωνικών πεπραγμένων στο κυπριακό μικρόκοσμο φωτίστηκαν ακόμα παραπάνω.

Η δυσωδία που αναδίδουν αυτές οι πληγές είναι διάχυτη παντού στο βιβλίο, αλλού καταγράφεται επί λέξει αλλού υπονοείται μεν πλην ευθαρσώς και ευθέως και αλλού αιωρείται ως δαμόκλειος σπάθη, επί δικαίων και αδίκων, μη αφήνοντας κανένα στο απυρόβλητο. Αναφέρομαι στο τρίπτυχο: Διαφθορά – αναξιοκρατία – πελατειακή σχέση και διαπλοκή μεταξύ οικονομικών και πολιτικών παραγόντων. Αυτό το τρίπτυχο διαβρώνει και πληγώνει βάναυσα και οριζόντια όλο τον κοινωνικό ιστό στην κυπριακή πολιτεία.
Παραθέτω ένα ενδεικτικό δείγμα γραφής επί του προκειμένου. Εισάγοντας τον αναγνώστη στο κοινωνικό στάτους του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος, ο συγγραφέας σημειώνει: “Ο πεθερός του είχε πολλούς στο χέρι: πολιτικούς, βουλευτές, υπουργούς. Κάτω από το τραπέζι, χρηματοδοτούσε τις προεκλογικές τους εκστρατείες, δωρεές και σφραγισμένοι φάκελοι, παραδομένοι ιδιοχείρως, συναντήσεις και συνεδρίες πίσω από πόρτες κλειστές». (σελ. 64)
Βέβαια, εκείνο που προτάσσεται στο μπροστινό μέρος της σκηνής του θεάτρου των δρωμένων είναι η υπόθεση της καταγγελίας ενός καθηγητή και συνάμα συγγραφέα για σεξουαλική παρενόχληση μιας μαθήτριάς του. Η δοκιμασία είναι μεγάλη και άκρως επώδυνη. Ο καταγγελλόμενος παραδίδεται σχεδόν αμαχητί, αναγνωρίζοντας το μάταιο του πράγματος, δηλαδή της υπεράσπισης του εαυτού του, αφού οι συνάδελφοί του στο σχολείο τον εγκαταλείπουν, το ίδιο κι οι φίλοι του, η κοινή γνώμη και πρωτίστως τα ΜΜΕ έχουν τελεσίδικα αποφανθεί, για την ενοχή του, ενώ και η συζυγική του ζωή κλονίζεται.
Στο τέλος του βιβλίου, στις τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος, αποκαλύπτεται ότι ο κακοποιητής ήταν ο ίδιος ο πατέρας της μαθήτριας. Αλλά αυτό είναι πια ήσσονος σημασίας, διότι το μείζoν είναι η ψυχοσυναισθηματική περιπέτεια του κεντρικού προσώπου στο βιβλίο του Ιωάννη Καλλέργη και οι ατραποί μέσα από τις οποίες πέρασε, τα συμπεράσματα που έβγαλε και η πάρα πέρα πορεία που χάραξε στη ζωή του. Επί τούτου πιστεύω πως ο συγγραφέας συνεχίζει να βρίσκεται σε ένα συνεχή, αέναο διάλογο με ένα από τους βασικότερους κλασικούς μέντορες του, τον τιτάνα του ψυχογραφικού μυθιστορήματος Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.
Στην ουσία ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι μόνος, ή σχεδόν μόνος και κατ’ επιλογή, από την πρώτη στιγμή που έγινε η καταγγελία σε βάρος του: «Στον καθηγητικό σύλλογο οι θέσεις δίπλα του παραμένουν άδειες, ο Καλλέργης έχει πανούκλα. Κάθε φορά που μπαίνει στην αίθουσα, οι συνάδελφοί του κόβουν την κουβέντα στη μέση, οι λέξεις μένουν μετέωρες στον αέρα». (σελ. 103)
Ο Αιμ. Σ. δίνει μεγάλη άπλα στη φαντασία και τη μυθοπλασία, χάρις στο ταλέντο αλλά και την επίμονη και επίμοχθη δουλειά του. Την ίδια ώρα δεν καταγράφει κάτι που δεν γνωρίζει, δεν περιγράφει κάτι που απλώς έχει ακουστά ή πληροφορήθηκε από τρίτους. Τα αυτοαναφορικά στοιχεία είναι πάμπολλα σε όλα τα επίπεδα και όλες τις μορφές της αφήγησης, σχεδόν σε όλους τους χαρακτήρες που ξεδιπλώνονται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου.
Ο συγγραφέας υπηρετεί τη δημόσια εκπαίδευση εδώ και δεκαετίες, η όλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα τού είναι καλά γνωστή. Το δε ολιγόχρονο πέρασμά του από τη δημοσιογραφία τον βοηθά ιδιαίτερα στο να εμβαθύνει στην στάση των ΜΜΕ γύρω από το θέμα της εξεταζόμενης σεξουαλικής παρενόχλησης. Αναδεικνύει εύστοχα την εντυπωσιοθηρία των ΜΜΕ, την επιδερμικότητα και τις αγελαίες συμπεριφορές που αναπτύσσονται σε αυτά: «…τα κανάλια, οι εφημερίδες τον έχουν ήδη καταδικάσει, τον αποκαλούν σάτυρο, παιδεραστή, τον έχουν στιγματίσει και δεν ξέρει…δεν ξέρει αν τα πράγματα μπορούν να ξαναγίνουν όπως ήταν πριν». (σελ. 41)
Η επιλογή του κεντρικού ήρωα να απομονωθεί στο εγκαταλειμμένο πατρικό του σπίτι σε κάποιο ορεινό χωριό δίνει στο συγγραφέα την αφορμή να συνθέσει έναν ύμνο, μια λυρική ωδή στην αγροτική ζωή, καθώς περιγράφει, με μεγάλη αγάπη, στοργή και ευαισθησία, την ιεροτελεστία της καλλιέργειας της γης. Έχω την αίσθηση ότι οι αναφορές του κεντρικού ήρωα στον αγρότη πατέρα του, δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένα ευλαβικό, ένα συγκινητικό αφιέρωμα του ίδιου του συγγραφέα προς το δικό του πατέρα. Μέσα και πίσω από τις γραμμές σκιαγραφείται μια σεπτή, σεμνή μορφή, που διά της δύναμης του παραδείγματος έδωσε στο συγγραφέα πολλά.
Προς το τέλος του βιβλίου έχουμε μια πρόσμιξη του επιμύθιου μέσα στο μύθο, καθώς ο υποτιθέμενος συγγραφέας, φίλος του ήρωα, διερωτάται αν το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος έπρεπε να είναι η κακοποιηθείσα μαθήτρια και όχι ο καταγγελλόμενος καθηγητής. Αυτό και μόνο δεικνύει ότι ο Αιμ. Σ. δεν έπαψε ποτέ να πειραματίζεται, να αναζητά και να ανιχνεύει διαφορετικές μεθόδους και νεωτερικές αισθητικές διαδρομές.
Το γεγονός από μόνο του είναι υποσχόμενο και για νέες λογοτεχνικές κατακτήσεις. Θα αναμένουμε.