Το ενδιαφέρον με τη θητεία στο στρατό είναι πως αναγκάζεσαι να συνδιαλλαγείς, να συνυπάρξεις, να εξατομικεύσεις ανθρώπινα κουσούρια-ψυχολογικά, χαρακτήρα ή σωματικά- και εν τέλει είτε να βρεθείς σε πλήρη σύγχυση είτε να επαναπροσδιοριστείς τυχαία και αυτόματα μέσω κάτι βαθύτερου που καρφωνόταν σαν πρόκα απ’ τα μαθητικά σου χρόνια μέσα σου, με αφορμή μία σύμβαση την οποία δεν επέλεξες– και, κατά πάσα πιθανότητα, θεωρούσες «χάσιμο χρόνου» αν δεν ονειρευόσουν να γίνεις ράμπο στο Σταυροβούνι ή καρχαρίας στο Ζύγι (πλέον στο Μαρί).
Σε ένα μικρό λούμπεν ταβερνάκι στο Παγκράτι, την προηγούμενη Τρίτη, ένα αγόρι που συμπαθώ πολύ μου απαριθμούσε τις μεθόδους που χρησιμοποιεί προκειμένου να μη χρειαστεί τελικά να υπηρετήσει στο ελληνικό στράτευμα– με θητεία μάλλον τη μισή ή το 1/3 της σκλαβωμένης Κύπρου: Χαρτιά από ψυχιάτρους, τεστ προσωπικότητας, βύσματα από υπουργούς ή στρατηγούς, συζητήσεις με επιτροπές, επανεξετάσεις μέχρι το πολυπόθητο Ι5– της ανικανότητας. «Τι ταλαιπωρία!», του είπα.
Και θυμήθηκα κάτι μακρινές περιπολίες στα σπαρμένα χωράφια της Βυζακιάς, κάθε φορά που η Τουρκία δημιουργούσε πρόβλημα στο- μακρινό, για μας- Αιγαίο, τα φυλάκια της Ορούντας και του Ακακίου, της Δένειας (που έχει ξανά προβλήματα με τους Τούρκους οι οποίοι ορέγονται τετραγωνικά χωραφιών αν και της Πράσινης Γραμμής, με τους ΟΗΕδες να νίπτουν τας χείρας) τις σκοπιές μετά στο -ηρωικό- 213 Τάγμα Πεζικού στην πράσινη γραμμή του Καϊμακλίου και της Παλλουριώτισσας, την άρνηση του συγγενικού βύσματος που είχα τότε, να χρησιμοποιήσει τις υψηλές του γνωριμίες «για να μην ταλαιπωρείται το μωρό με τέτοιες μεταθέσεις»– όπως του έλεγε η γιαγιά μου.
«Να υπηρετήσει κανονικά, όπως όλοι!», είχε απαντήσει. Βεβαιώθηκα για πολλά εκείνους τους 26 μήνες – 27, για την ακρίβεια, μαζεύοντας αρκετές μέρες «φυλακή», λόγω εφηβικής επαναστατικότητας και άρνησής μου να συμφωνήσω στο παράλογο των ωραρίων, κρυφών επισκέψεων από φίλους στα πίσω δρομάκια, δίπλα από παρατηρητήρια που χρησίμευαν για πολλά, παραγγελίας φαγητών ή ξεχασμένων άπλυτων πιάτων στο νεροχύτη του σπιτιού- φυλακίου. Κυρίως για το πόσο κομπλεξικός μπορώ να γίνω μέσα σε έναν άλλο τόσο κομπλεξικό κόσμο που άλλα θέλει, άλλα εννοεί και άλλα στο τέλος πράττει.

Το φυλάκιο με το παρατηρητήριο και την εξωτερική σκοπιά, εκεί όπου είχα υπηρετήσει τους περισσότερους μήνες της στρατιωτικής μου θητείας, το επισκέπτομαι συχνά- πυκνά – πλέον, λόγω απαγκίστρωσης, είναι απλά ένα παλιό εγκαταλελειμμένο σπίτι με τον δικέφαλο και το σχήμα της Κύπρου περικυκλωμένο από κλάδους ελαίας ως υπενθύμιση του ένδοξου παρελθόντος του.
Στην πίσω οδό, την Τσούντα, έμενε λίγα μέτρα πριν απ’ τα βαρέλια των διαχωριστικών ο κύριος Νίκος, ένας φτωχός συνταξιούχος που μας προστάτευε όσο οι περιπολίες και οι έφοδοι γίνονταν πυκνότερες λόγω αυτοκτονιών στρατιωτών ή «θερμών επεισοδίων»– το σταθερό του τηλέφωνο ήταν η επαφή μας με τον «έξω» κόσμο, μία επαναφορά στην άλλη πραγματικότητα που δεν είχε «αβολίδωτες», «γιωτάδες», «κωλιόμενους», «πρηνηδόν», «φωριαμούς» και «πηλίκια». Αλλά κι η υπενθύμιση του μέλλοντός μας.
Τα λοχιόσημα με προστάτευσαν πολλές φορές από τις κακοτοπιές. Η εξουσία, κατάλαβα, είναι ασπίδα: Μαχαιρώνει και βουτυρώνει ταυτόχρονα. Θυμάμαι τον Μάριο από τη Λάρνακα– εκείνο τον «νέο» από τη μοίρα καταδρομών που μας έφεραν απόσπαση για δύο βδομάδες, όταν η Τουρκία δημιουργούσε τότε κάποια προβλήματα στο Καστελλόριζο. Τις περιγραφές του για τα γυμνάσια στη Μαλούντα- για τα οποία κορδωνόταν-, τα καψόνια που έκανε και του έκαναν- «ζωώδης» ανέκαθεν η ανθρώπινη φύση- τους «π@@δες Τούρκους» σιγοτραγουδώντας έναν σκοπό που εμπεριείχε τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη που είναι ελληνική και περιμένει τους κατοίκους της– φυσικά, τους Έλληνες. Κάνοντάς με, τότε, να απορώ– όχι πια.
«Πάγωσα» όταν τον είδα μια μέρα να περνάει μέσα από την πράσινη γραμμή, 50 μέτρα μπροστά από το τουρκικό φυλάκιο, για να πάει στη σκοπιά, πίσω από τα βαρέλια, κρατώντας το πτυσσόμενό του G3 και σφαίρες στην παλάμη που τις ανέμιζε στον αέρα σαν λάβαρο. «Αστειάκι», είπε. «Να ‘χουν το φόβο μας!». 25 μέρες «φυλακή» και πιθανή αποβολή του από τη Μοίρα η απόφαση. «Ρε Λοχία, άμα σε πετύχω έξω…».

Πριν από μερικά χρόνια, έψαχνε το τηλέφωνό μου ο ανθυπολοχαγός -τότε- του λόχου μου – τηλεφώνησε στο σπίτι μου, ο πατέρας μου του έδωσε το κινητό μου, πίστεψα πως ήταν φάρσα αλλά βρέθηκα σε ένα παράλληλο σύμπαν. Ήταν, πριν από τρεις δεκαετίες, ο φόβος και τρόμος του Τάγματος, η αυστηρότητά του εξαντλείτο ακόμη και στις λεπτομέρειες– υπερασπιστής της πειθαρχίας μέχρι του τελευταίου σφίξιμου κορδονιού στις αρβύλες μας· κάθε αμφισβήτηση σήμαινε παραδειγματική τιμωρία· κανένα έλεος.
Νομίζω πως σ’ εκείνο το τηλεφώνημα του είπα κάτι για το «καλό γυάλισμα των στάιερ», τους ατίθασους «σειράκλες» μου και τις φθαρμένες τελαμώνες που φορούσαμε, γελάσαμε λίγο με τις «στερήσεις εξόδους» μου -που τότε μου φανταζόταν εφιάλτης να χορεύουν οι φίλοι μου στην Versus κι εγώ να κοιτάζω το εργοστάσιο του Regis απέναντι «επειδή η κάννη του G4 μου είχε σκόνη»- μου είπε για την προαγωγή του σε αντισυνταγματάρχη, τον συγχάρηκα. «Είχατε δίκιο για όλα!», του είπα στο τέλος. Δεν απάντησε. Αλλά το εννοούσα! «Γιατί τώρα αντιλαμβάνομαι το μέγεθος της ευθύνης και της δημοκρατικότητάς σας! Ακόμη κι αν τότε πίστευα πως οι πράξεις σας είχαν κάτι από φασισμό».
Ελεύθερα, 3.11.2024