Η γιαγιά μου προσπαθούσε πάντα να με κάνει χαρούμενο: Έβαζε τις κομμένες με το χέρι πατάτες στο τηγάνι μαζί με κάμποσο αλάτι κι αυγά σε σιγανή φωτιά λίγο πριν πάω στο δωμάτιό της μετά τα μαθήματά μου στο δημοτικό σχολείο και με ταΐσει πιρουνιά- πιρουνιά, με άκουγε υπομονετικά που συλλάβιζα τις λέξεις και τον «Το-τό» κι ύστερα μου ‘λεγε «ώρα για διάλειμμα, φτάνει» βάζοντας μια κασέτα της Βέμπο που θεωρούσε μεγάλη αρτίστα -«αλλά βασανισμένη»-, ή υποδυόταν την Νταίζη και τον Μπλακ τα απογεύματα μετά τις σιέστες μας κάνοντας κορόνες με τη φωνή της όπως ακριβώς άκουγα τους παιδικούς μου ήρωες στις προβολές των πέντε η ώρα από το ΡΙΚ· μου χάιδευε το κεφάλι και μ’ αγκάλιαζε τόσο σφικτά όταν την έλεγα «γιαγιούλα μου» που έπαιρνα βαθιά ανάσες για ν’ αντέξει η αναπνοή μου και να μην πνιγώ χωμένος στα στήθη της – «θα πεθάνω γιαγιούλα μου έτσι που μου πασπατεύεις το πρόσωπο», «από αγάπη, αγάπη μου, από αγάπη»· είναι σκόρπια αλλά σημαντικά για μένα όταν τα θυμάμαι όλα αυτά, όπως η πέτρα που ρίχνεται στη λίμνη κι εκείνη κάνει κύκλους διαταράσσοντας την ησυχία.
Μόνο από κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες μπορούσα να καταλάβω πώς ήταν η ίδια στα είκοσί της χρόνια -δυο τρεις, όχι πολλές- περιγράφοντάς μου συνθήκες και ανθρώπους σα να ‘ταν παραμύθι, βάζοντας το πρόσωπό μου στα γόνατά της και τρώγοντας τα κανταΐφια της: Με κραγιόν -σχεδόν πρόκληση για τη Λευκωσία της δεκαετίας του ’30- μακριά μαλλιά πιασμένα κότσο, αγέλαστη -σαν σοβαρή- και μ’ εκείνα τα μάτια της τα «να, κάτι μάτια!» που της έλεγαν τα παιδιά της κι ο άντρας της που έχασε μα δεν ξέχασε.
Πίστευα τότε ότι οι ευτυχισμένες μέρες με την γιαγιά θα διαρκούσαν για πάντα– πως μια απέθαντη γυναίκα θα με συνόδευε μέχρι τα βαθιά μου γεράματα τσαλακώνοντας συνεχώς στα βιβλία τη σελίδα για να μη χάσω τη συνέχεια στα μυθιστορήματα ή βάζοντας κίτρινα post-it στις σημαντικές παραγράφους ώστε να ‘χω κάτι να θυμάμαι, κάτι ν’ ακολουθώ, κάτι που θα μ’ έσπρωχνε χέρι- χέρι στον κόσμο που προγραμμάτιζα στα επτά μου να ζήσω έπειτα· αντίγραφο, ήθελα, του δικού της: Ο τέλειος αυτός κόσμος.
Μέχρι που γύρισα από μια σχολική εκδρομή στα Πλατάνια, που της χτύπησα την πόρτα αλλά δεν μου άνοιξε, που ξαναπήγα τη Δευτέρα, που της ξαναχτύπησα αλλά ήχος κανένας από πίσω, που η μαμά μου μού είπε πως «η γιαγιά είναι για εξετάσεις στο γιατρό για λίγες μέρες και θα ξαναγυρίσει». Δεν μου ‘πε ψέματα. Η γιαγιά μου, πράγματι, επέστρεψε στην κάμαρά της. Αλλά δεν ήταν η γιαγιά μου πια.
Τα πρώτα πέντε δευτερόλεπτα, αφότου άνοιγα τα μεσημέρια που ακολούθησαν την πόρτα του δωματίου της, ήταν για μένα τα πιο σημαντικά– τα μόνα «υγιή»: Με κοίταγε απορημένη μέσα από τους κοκάλινους σκελετούς των γυαλιών της και δεν μιλούσε· κοκάλωνα κι εγώ τις πρώτες μέρες μη ξέροντας τι συμβαίνει, προσπαθώντας να προσαρμοστώ στην «άγνωστή» μου γυναίκα απέναντι που έκανε σμιλί, και αποκαλώντας την -πάντοτε- όπως ο γιατρός είχε πει στους συγγενείς μας πως θα βοηθούσε τη μνήμη η συνέχιση της πρότερης επαφής μας, της καρδιακής: «Γιαγιούλα μου!». Μέχρι που με ρώτησε -εκείνη την πρώτη φορά- «είστε συγγενής;», «μένετε εδώ γύρω;», «είστε του Κώστα παιδί;», που μ’ έκανε κομμάτια και βγήκα τρέχοντας μη κατανοώντας την αλλαγή στο αμάθητο απ’ αυτά παιδικό μου μυαλό -κλαίγοντας- αλλά και με τη βεβαιότητα πως η γιαγιά μου, αν και ζωντανή, είχε χάσει το πιο σημαντικό εκείνο κομμάτι που έδενε τη διαφορά των εβδομήντα μας χρόνων αδιαπέραστα: Τη μνήμη.
Υπήρχαν και φορές που το διασκέδαζα, που μου φαινόταν αστείο, μια φάρσα, το να μην θυμάται τα αυτονόητα στον παράλληλο κόσμο της ύπαρξής της που είχε γίνει ένα σύννεφο, ένα πολύχρωμο ακατανόητο σύννεφο, όπου όλα είχαν προσαρμοστεί παράλληλα με το ρεαλισμό· τον δικό της ρεαλισμό. Κι άλλες που δεν τ’ άντεχα: Στα «ποιος είστε εσείς;», «τι θέλετε στο δωμάτιό μου;», ή όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν κι η ίδια κοιτούσε τον εαυτό της στον μεγάλο καθρέφτη που είχε στολίσει με λευκαρίτικα και δεν έβλεπε το είδωλό της, αλλά μια ξένη: «Είστε της γειτονιάς, κυρία μου;».
Μια φορά είχαμε πάει μαζί στον μπακάλικό του Μαύρου- του μπαμπά του Λάζαρου Μαύρου, του δημοσιογράφου- που γνωρίζονταν από τότε που ο Άγιος Ανδρέας ήταν μεγάλα χωράφια με αγριοκάτσικα, παλλούρες και ονομαζόταν- απ’ όσο θυμάμαι, από τα βιβλία της Άννας Μαραγκού- Τοπ Χανέ Μετσιδί (ή κάπως έτσι), για να πάρουμε μεγάλες ντομάτες, άνιθο, δυόσμο και φρέσκο κρεμμυδάκι που της έλειπαν για να βάλει μέσα στους Μορφίτικους κεφτέδες της – ή σ’ αυτό που εκείνη πια προσπαθούσε να φτιάξει και να το ονομάσει έτσι.
«Το ξέρει η μαμά σου ότι είστε εδώ;». «Γιατί να το ξέρει;». Στην επιστροφή, κρατώντας την, με πήγε απ’ αλλού, από άλλους δρόμους, για λίγο χανόταν στη σκέψη της, απογοητευόταν που δεν έβρισκε τις σωστές οδούς, έπιανε με το χέρι της το μέτωπό της κι έλεγε «αχ, αχ, αχ» – επιδιώκοντας η ίδια να συνεχίσει να ζει μια κανονικότητα που ο νους της αρνείτο να ακολουθήσει· φυσικά όλοι είχαν αναστατωθεί με τη «φυγή» μας.
Άλλες φορές δεν ήξερα τι να κάνω κι άλλες της έκανα επιθέσεις τρυφερότητας χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά της όπως θα έκανε κάθε γονιός στο παιδί του ή στον ενήλικα που μωραίνει μικραίνοντας χρόνο με το χρόνο και μη μπορώντας άλλο φυσιολογικά να μεγαλώσει. Όπως ακριβώς έκανε και η Olivia Colman με τον «μπαμπά» της (τον Anthony Hopkins) στην ταινία «The Father» που ξαναείδα πρόσφατα– κανείς «κανονικός» άνθρωπος δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στην επαναφορά του όταν οι άνθρωποι που σε διαμόρφωσαν χάνουν πια την επαφή με την πραγματικότητα, αδύναμοι πια. Τότε που ένα κενό σε εμποδίζει να καταλάβεις κυρίως τι αισθάνεται ο άλλος- αυτό σε αφορά- και λιγότερο τι αντιλαμβάνεται– δεν έχει καμία σημασία η «λογική» όταν οι πράξεις γίνονται ακατανόητες, αλλά αν η καρδιά συνεχίζει να πάλλεται με παρόμοια ερεθίσματα.
Δεν θυμάμαι πια πολλά πράγματα από την παράλληλη πικρή εκείνη περίοδο της άνοιας που τελείωσε όταν τέλειωσε κι η ζωή της γιαγιάς· ή δεν θέλω. Θυμάμαι, όμως, τα προηγούμενα: Τις στιγμές της μνήμης. Τις πράξεις, μα κυρίως αυτά που ένιωσα μαζί της· όσα τελείωσαν μια εποχή αθωότητας μαζί με τους πιο νόστιμους κεφτέδες που έχω φάει ποτέ μου και που δεν θα ξαναβρώ στην αδιάψευστη μνήμη της γεύσης, όσο κι αν τους ψάχνει το μυαλό κι η καρδιά μου.
Υ.Γ.: Αυτή την Τετάρτη 23/10, στα πλαίσια των δωρεάν σεμιναρίων για φροντιστές και συγγενείς ατόμων με άνοια που διοργανώνει η «Ιθάκη», η Νάντια Λαμάρη θα μιλήσει για τον ρόλο της εργοθεραπείας στην άνοια (για περισσότερες πληροφορίες, αλλά και για τη πολύπλευρη δράση του Συνδέσμου «Ιθάκη»: τηλ.: 25274617, info@ithakicyprus.com). Επίσης, στις 10/10 ανέβηκε σε όλες τις διαδικτυακές πλατφόρμες, ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον podcast-συζήτηση του δρ. Ανδρέα Μιλλιού με τον κορυφαίο νευρολόγο δρ. Κώστα Μιχαηλίδη, για την άνοια και την πρόληψή της – με γλώσσα απλή, κατανοητή, και σαφείς κατευθυντήριες (έως και «σωτήριες») γραμμές. Αναζητήστε το!
xatzigeorgiou@yahoo.com
Ελεύθερα, 20.10.2024