Τώρα που έπιασαν για τα καλά πια οι καύσωνες είναι ωραία για μπύρα, σορτσάκια και άστρα που τα κοιτάς απ’ το μπαλκόνι, σαν από άλλο γαλαξία, έτοιμα να σε φωτίσουν ή να σε διαμελίσουν με σκέψεις – ρομαντικές ή πικρές.
Λίγοι φίλοι που να αποφορτίζουν τον εγκέφαλο και να μην τον βαραίνουν με τα καθημερινά κι άλυτα, φέτες καρπούζι, κομμένο πεπόνι σε αλουμινόχαρτο, πιατάκια της γιαγιάς με ανάγλυφα μονογράμματα, παγάκια στο πλάι κι αγάπη που σκάει φιλιά στα μάγουλα ενισχύοντας όλα όσα προηγήθηκαν ενός χλιαρού χειμώνα που έριξε βροχές, αστραπές και χιόνι σε καρδιές που προσπάθησαν να σε ζεστάνουν, μα σε κρύωναν – γιατί αυτό ήταν το φυσικό τους.
«Καλοκαίρι / του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη / καλοκαίρι / με βαριά μοτοσικλέτα μεσ’ στα σκέλη / τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι / καλοκαίρι…».
Είναι ωραίος ο Ιούλιος στη άδεια από κόσμο Λευκωσία των σαββατοκύριακων στο κέντρο. Οι βόλτες στη Λήδρας, με τις ορθογώνιες τέντες ψηλά να προσπαθούν να κάνουν σκιά, το παγωτό φράουλα, βανίλια και σοκολάτα απ’ του «Ηράκλη», κάποια café που παραμένουν ακόμη πεισματικά ανοιχτά μέχρι το πρωί, μωρά και σκυλιά που τρέχουν ποδοπατώντας ακαθαρσίες, το αεράκι που δροσίζει στη στροφή της Ρηγαίνης τους ελληνικούς γύρους φέρνοντας στα ρουθούνια τη μυρωδιά εκείνη των κρεμμυδιών και του κρέατος που δεν έχει πολύ σχέση με ό,τι ενισχύει την υγρασία και τα κοντομάνικα πουκάμισα των εξοδούχων απ’ τα φυλάκια στο τέρμα των οδών.

Είναι ωραίος ο Ιούλιος, γιατί η αναμονή του σ’ εκείνο που θα ακολουθήσει είναι ίσως σημαντικότερο από την πραγματικότητα που συνήθως φέρει μαζί του ο Αύγουστος: Φασαρία, κόσμο, επιθετικές λέξεις στον αέρα, παραλίες με ρόγχο και αμμουδιά λερωμένη. Η καθαρότητα της ατμόσφαιρας, όμως, τα αλέθει όλα – μα, μέχρι ενός σημείου: Στενοχώρια, αναμνήσεις, κι εκείνη τη μυρωδιά απαισιοδοξίας που συνεχίζει να σε ακολουθεί και που θα ‘θελες να μετριαστεί στα σύμπαντα του Αυγούστου που έπεται.
«Καλοκαίρι / η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει / καλοκαίρι / καρεκλάκια, πετονιές μεσ’ το πανέρι / μεσ’ στη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει / καλοκαίρι…».
Αν έχεις ζήσει για λίγες μέρες μέσα σε νοσοκομείο, καταλαβαίνεις πόσο ασήμαντα είναι όλα όσα περικλείουν τη μονοκόμματη πραγματικότητα, πόσο σύντομη είναι η ζωή που σου κάνει νεύμα -καθημερινά- να πας απερίσκεπτος και γυμνός μπροστά σε οτιδήποτε άλλοτε αποστρεφόσουν και απέφευγες: Μουσικές στη διαπασών, όμορφα παιδιά που χορεύουν σε beach party με γυμνά πέλματα φιλώντας στόματα άγνωστα, χαρά και απροβλημάτιστες ώρες – λίγα λόγια, πολλές πράξεις. Ας νιώσουμε ευγνωμοσύνη στις επιθυμίες μας, έστω κι αν πρέπει να ιδρώσουμε λιγάκι παραπάνω.

«Καλοκαίρι / με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι / καλοκαίρι / καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει / στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι / καλοκαίρι…».
Κάποτε γελούσες προσπαθώντας να βγάλεις τα κουκούτσια από το στόμα σου αποφεύγοντας να τα καταπιείς μήπως είναι πολύ μεγάλα και σου σταθούν στο μήλο του Αδάμ διογκώνοντάς το, κάποτε φορούσες κλαρωτά πουκάμισα κουμπώνοντας μόνο τα δύο τρία μεσαία κουμπιά και αφήνοντας τις τρίχες απ’ το στήθος σου να αερίζονται κάτω από τον ήλιο κοροϊδεύοντας εκείνους που σου έλεγαν πως έτσι δεν φαίνεται καλά το σώμα και το αδιάκοπο γυμναστήριο, κάποτε απέφευγες να φορέσεις μαγιό στην παραλία βγάζοντάς το -κάπως δειλά, μα θαρραλέα έπειτα σαν γενναία πράξη αντεκδίκησης στο συντηρητισμό των παλιών Παφιτών- δείχνοντας τους μύες σου στον ήλιο «για να μαυρίσουν κι αυτοί το ‘κανα», κάποτε ονειρευόσουν πως αυτό το καλοκαίρι θα είναι ό,τι πιο πρόστυχο κι αξέχαστο πέρασε ποτέ μπροστά από τα μάτια και τη μνήμη σου αφήνοντάς το παρακαταθήκη στο μακρινό μέλλον του γεράματός σου.
Κάποτε ήσουν νέος. Κάποτε ήλπιζες απερίσκεπτα. Κάποτε δεν ζούσες συνειδητοποιημένα. Κάποτε ήσουν τόσο πολύ ευτυχής!
«Καλοκαίρι / στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη / αλλά εν τέλει / με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι / την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει / καλοκαίρι…».
Από όλα εκείνα τα χωριά στην «γραμμή» του Ακάμα που επισκέφθηκα το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, εντύπωση μου ‘κανε -ανεξήγητο γιατί- το αουτσάιντερ Ανδρολύκου – όχι τα ήδη καλοφτιαγμένα, ελκυστικά στον τουρισμό και στην παράδοση -αν και έρημα στη διάρκεια της μέρας-, χωριά της Ίνειας, της Δρούσειας, ή της Κρήτου Τέρρα πιο πέρα.

Κι εκείνος ο παλιός οικισμός, ο Πιττόκοπος, με την θέα προς την θάλασσα που κόβει την ανάσα, τα έρημά του σπίτια δεξιά κι αριστερά του δρόμου που κάποτε φιλοξενούσαν τους βοσκούς του τόπου, τα σκυλιά και τα πρόβατα που έβοσκαν πιο πέρα και που φαινόταν να αγγίζουν τον ήλιο από την κάψα, σε μια γη άλλο τόσο απέραντα γοητευτική όσο και μόνη, που επιμένει να απέχει και να αντιστέκεται στην αγριευτική από κόσμο και λυσσασμένους τουρίστες βουή του Blue Lagoon και της Fontana Amorosa.
Στο τέλος της μέρας, στη δύση του ήλιου, έπλυνα καλά το πρόσωπό μου στο ρυάκι των λουτρών της Αφροδίτης που κυλούσε παγωμένο και ορμητικό διαπερνώντας του Βοτανικούς Κήπους της Θεάς κι ευχήθηκα αυτή η αιώνια ομορφιά να διαρκέσει για πάντα, για όλα εκείνα τα Καλοκαίρια που μας κρατάει ακόμη καλά φυλαγμένα το πεπρωμένο κι η ζωή μας – γι’ αυτούς τους απλούς και φωτεινούς από αναμονές Αύγουστούς μας που έπονται…
«Καλοκαίρι / τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει / μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι / στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι / καλοκαίρι / μεσ’ στα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει…».
Ελεύθερα, 28.7.2024