Λίγο πριν το χάραμα οι σειρήνες ουρλιάζουν, ξύνοντας πληγές πενήντα χρόνων. Τα βήματα του Μακαρίου επάνω στα χαλάσματα του προεδρικού μεγάρου ηχούν ξανά. Στη μικρή οθόνη ο «Αττίλας 74» του Κακογιάννη και στα ενετικά τείχη η φωνή του Νταλάρα να τραγουδά συλλογικές αθηναϊκές ενοχές.
Απέναντι, πενήντα πλοία στην θάλασσα της Κερύνειας, πλωτά κεράκια μιας ματωμένης γενέθλιας τούρτας. Ασπρόμαυρες μαρτυρίες, γερασμένα ουρλιαχτά και κλάματα, ξετινάζουν από πάνω τους τη σκόνη και υψώνονται σαν λάβαρα στην οθόνη. Τι θέλουν να πουν; Ποιον αγώνα διαδηλώνουν; Το θερμό μας καλοκαίρι βυθίζεται στη σκόνη και στην υγρασία, μαζί με εκείνη τη σημαία, σε εκείνο το βουνό, με εκείνο το άλλο σύνθημα. Τα φωτάκια αναβοσβήνουν τα βράδια και πιο πέρα, η παραθαλάσσια πόλη αργοσβήνει μέσα στην άμμο του χρόνου. Όλα αυτά σκέφτομαι με μια αίσθηση κόπωσης και αδιέξοδης απελπισίας.
Αλήθεια, ποιες εικόνες αρμόζουν πλέον να συνοδεύουν το τραύμα μας; Αισθάνομαι πως οι υπάρχουσες εικόνες, αυτές που ανασύρονται από αρχεία και παλιά ντοκιμαντέρ έχουν κι αυτές κουραστεί. Μας κοιτάζουν στα μάτια με το κενό βλέμμα ενός ανοϊκού γέροντα: στο πρόσωπό τους είναι σχηματισμένα ο κουρνιαχτός και ο απόηχος του βιωμένου πόνου και της περασμένης θλίψης. Τα τραγούδια διαμαρτυρίας στις πλατείες έχουν ξεθυμάνει επάνω στα τσιμέντα της νέας μας όψης, της πιο σύγχρονης και μεταμοντέρνας.
Αναρωτιέμαι: ποια μουσική θα γραφτεί πλέον για το ’74, ποιοι πίνακες θα φιλοτεχνηθούν, ποιοι στίχοι, ποιες φωτογραφίες, τι είδους ταινίες; Χρειάζεται κάτι να ειπωθεί, μετά από μυριάδες μαρτυρίες; Αυτά είναι ερωτήματα που αξίζει να μας απασχολήσουν καθώς συμπληρώνουμε μισόν αιώνα θρήνου και μελαγχολίας. Μια μικρή αναδρομή στις κινηματογραφικές όψεις της οδύνης, φανερώνει την ψυχολογική μας πορεία: από τον πόνο και τον θυμό στην απελπισία και την παραίτηση, βουτηγμένη στο ιλαροτραγικό παράδοξο της διχοτόμησης.
Κάποτε, ο κόσμος πέρα από τα οδοφράγματα υπήρξε σχεδόν μυθικός. Ενώ τώρα, κυριαρχεί η γλυκόπικρη και ωφελιμιστική συνδιαλλαγή στις δύο πλευρές του «τείχους». Οι πατρικοί «δρόμοι» και τα «πορτοκάλια» του βορρά (σαν την ομώνυμη ταινία της Αλίκης Δανέζη Κνούτσεν) μοιάζουν σαν να έχουν χάσει τη νοσταλγική χροιά και τη γεύση τους. Γίνονται η διέξοδος για να «φυγαδευτεί» ένας τετράποδος «Χέντριξ» (όπως στην ταινία του Μάριου Πιπερίδη).

Πώς αλήθεια να μαρτυρήσουμε σήμερα τον «βιασμό» κάποιας «Αφροδίτης»; Πώς να εκπληρώσουμε το «Τάμα» στα σκλαβωμένα χωριά μας, όπως συνέβαινε στις ταινίες του Ανδρέα Πάντζη; Μιλούν άραγε στις ψυχές μας οι ελεγειακές αφηγήσεις Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων για το «τείχος μας» (των Πανίκου Χρυσάνθου και Νιαζί Κιζιλγιουρέκ); Ποιο μέλλον αχνοφέγγει μέσα από νεανικές φωνές συμφιλίωσης για το «νησί που μοιραζόμαστε» (της Δανάης Στυλιανού); Τι αισθήματα μας ξυπνούν οι μνήμες του χαμένου μας παράδεισου; Οι αλλοτινές «αγαπημένες» μας «μέρες» (των Κωνσταντίνου Πατσαλίδη και Γιώργου Αβραάμ) πού χάθηκαν;

Αναρωτιέμαι ακόμη: μπορεί η τρίτη γενιά μετά την εισβολή, να ταυτιστεί με τις «αβίωτες μνήμες» των προηγούμενων, όπως συμβαίνει με τους σημερινούς πενηντάρηδες και σαραντάρηδες («πρωταγωνιστές» στο ομώνυμο ντοκιμαντέρ της Αθηνάς Ξενίδου);
Τι απομένει να επιλέξουμε πλέον; Το γλυκόπικρο όνειρο ενός «Τελευταίου Γυρισμού» (της Κόριννας Αβρααμίδου); Ή τον κωμικοτραγικό παραλογισμό μιας «Κιμμέριας», ενός «Οικόπεδου 12» (των Σάιμον Φαρμακά και Κυριάκου Τοφαρίδη αντίστοιχα); Σκέφτομαι πως σε αυτό το μετέωρο ζούμε, όχι μόνο στην πραγματικότητα, αλλά και στις ταινίες μας, στις τηλεοπτικές και στις άλλες εικόνες μας. Εικόνες στοιχειωμένες από ένα ατέρμονο και κουρασμένο «Δεν Ξεχνώ», καθώς οι σειρήνες, τα πλοία, οι επιμνημόσυνοι λόγοι και τα φωτάκια εξακολουθούν να ανάβουν και σβήνουν μέσα στην καλοκαιρινή σκόνη και την υγρασία…

Ελεύθερα, 28.7.2024