Άγγιξε με τα χέρια της την άμμο. Στην αρχή την ψηλάφησε με τις άκρες των δαχτύλων, να νιώσει κάθε κόκκο να της γδέρνει το δέρμα και στη συνέχεια τα έχωσε βαθιά, μέχρι τους αγκώνες, σαν να ήθελε να χωθεί ολόκληρη μέσα της. Ήταν μόλις 13 χρονών, εκείνο το καλοκαίρι. Ολόκληρη οικογένεια στοιβαγμένη σε ένα κίτρινο Morris, με μια βαλίτσα διακοπών.
«Μην πάρετε πολλά, μέχρι να ανοίξει το σχολείο, πίσω θα είμαστε», της είχε πει η μάνα της. Και την πίστεψε. Και γιατί να μην την πιστέψει; Σαμπώς και καταλάβαινε κανείς τι γινόταν; Το καλοκαίρι πέρασε, το κίτρινο Morris φορτώθηκε πάλι με βαλίτσες, παιδιά, γιαγιάδες. Η επιστροφή θα καθυστερούσε, τους είπαν, έπρεπε να πάνε για ένα διάστημα στη Λεμεσό, δεν ήξεραν πού, δεν ήξεραν πώς, για τρεις μήνες το πολύ. «Εγώ τι σχέση έχω μ’ αυτή την πόλη;», φώναζε ενώ κατηφόριζαν. Οι επόμενες μέρες τους βρήκαν στο υπόγειο ενός σπιτιού, με αφιλόξενους ιδιοκτήτες. Τότε άκουσε για πρώτη φορά τη λέξη. Πρόσφυγες.
«Εμείς, πρόσφυγες;». «Μην τ’ ακούς αυτά, οι Βαρωσιώτες επιστρέφουμε τέλος του μήνα», της ψιθύρισε η γιαγιά της στ’ αυτί. Και την πίστεψε. Γιατί να μην το κάνει; Όλοι τα ίδια έλεγαν. Σημείωσε μια ημερομηνία στο βιβλίο των μαθηματικών. Έσβηνε κάθε πρωινό και μια μέρα, μέχρι που ανακοινώθηκε η νέα ημερομηνία. Και μετά η επόμενη. Νέο σπίτι, καινούριο δωμάτιο, άλλο σχολείο, οι Βαρωσιώτες τα απογεύματα, μαζί με τους Λεμεσιανούς, για να μην αλλάξουν και πολλά όταν θα επέστρεφαν. Μέχρι που το μελάνι ατόνησε. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης έγινε τρόπος ζωής. Χωρίς νέα ημερομηνία στο τετράδιο των μαθηματικών. Μόνο με μια ελπίδα, ριζωμένη μες το μυαλό, να θολώνει κι αυτή σιγά σιγά, μέχρι που έγινε ένα απροσδιόριστο φτερούγισμα που εμφανιζόταν κατά καιρούς και που εξαφανιζόταν κι αυτό με κάθε ναυάγιο των συνομιλιών, κάθε πολιτικό αδιέξοδο, για να εμφανιστεί ξανά και να σβήσει και πάλι.

Πενήντα χρόνια απ’ το πραξικόπημα, πενήντα απ’ την εισβολή, πενήντα κι από εκείνη τη μέρα, που στοιβάχτηκε με την οικογένειά της στο κίτρινο Morris. Την έβλεπα από μακριά να σκαλίζει τη χρυσή άμμο των παιδικών της χρόνων. Δεν την πλησίασα. Την άφησα να βυθίζει τα χέρια της, να τα σκουπίζει βιαστικά για να τα μπήγει άλλη μια φορά, πιο βαθιά.
Κάρφωνε το βλέμμα μια στη θάλασσα, μια στην άμμο και μια στον ορίζοντα. Συρματόπλεγμα αριστερά, κτίρια ρημαγμένα απ’ την άλλη. Ήταν ο δικός της αποχαιρετισμός, η ελπίδα που έσβηνε οριστικά μετά από πέντε δεκαετίες. Δεν εμφανίστηκαν ξανά άλλα φτερουγίσματα. Μοναχά μια βαθιά θλίψη. Για όσα έγιναν που δεν έπρεπε να γίνουν, όσα δεν έγιναν που έπρεπε να γίνουν, για τα «ναι», τα «όχι», τα «γιατί». Κυρίως τα «γιατί».

Καρπασία, 2024, και η Β. με οδηγεί σε έναν δρόμο γεμάτο από λακούβες. Πελώρια κτίρια υψώνονται στα δεξιά, στ’ αριστερά, «αυτά δεν υπήρχαν πέρσι, πότε πρόλαβαν;», αναρωτιέται. Φτάνουμε στην αχανή παραλία, ο ήλιος καίει, το σκηνικό θυμίζει έρημο. Βλέπω τα πάντα σαν αρνητικό φιλμ, το γαλάζιο άσπρο, το μπεζ μαύρο, πώς να ‘ναι το ίδιο μέρος τον χειμώνα; Μπαίνω στη θάλασσα, βρέχω τα μαλλιά, επιπλέω και νιώθω το βάρος να με βυθίζει. Ένα βάρος τριών γενιών ριζωμένο μέσα μου, σαν κληροδότημα απ’ τους ανθρώπους που πριν φύγουν απ’ τη ζωή, όφειλαν να το εμφυσήσουν στους επόμενους, για να μην σβήσει ποτέ, να μην χαθεί.

Σαράντα χρόνια εγώ στη ζωή, πενήντα τα τραύματα. Εκπρόσωπος μιας γενιάς που δεν έζησε προσφυγιά, αλλά μεγάλωσε σε πόλεις που δεν τους άφησαν ποτέ οι εκτοπισμένοι γονείς τους να τις νιώσουν δικές τους. Κι αν τα βήματά μου με οδηγούν κάθε καλοκαίρι σ’ αυτά τα μέρη και όχι σε αντικατοχικές εκδηλώσεις, να χώνω κι εγώ βαθιά τα χέρια στη χρυσή άμμο, να βλέπω τις πικρές πραγματικότητες να υψώνονται μπροστά στα μάτια μου, δεν χρωστώ εξηγήσεις σε κανέναν. Το τραύμα είναι ήδη πολύ βαθύ και δεν χωρεί άλλες διχόνοιες, άλλες ελπίδες και προς θεού, χορτάσαμε από ψευδαισθήσεις.

Ελεύθερα, 21.7.2024