Ένα χωριό περικλεισμένο από όλες τις μπάντες απ’ τον τουρκικό στρατό, ο αδιέξοδος χώρος σε σχήμα δάκρυ που καταλήγει στην Πράσινη Γραμμή, στα Λύμπια, περιφρουρούμενο ως «λάφυρο» χωρίς αντίκρισμα από τις δικοινοτικές ταραχές του 1964, όταν αποτέλεσε τον δεύτερο πιο ισχυρό θύλακα των Τούρκων (μετά από εκείνον της Λεύκας), σκοπούμενο και επιτηρούμενο ασφυκτικά μέχρι και πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, όταν οι κάτοικοί του έπρεπε ακόμη να επιδεικνύουν την ταυτότητά τους για να εισέλθουν σ’ αυτό και στα σπίτια τους.
Τη Λουρουτζίνα δεν τη θέλει κανείς – είναι το αουτσάιντερ-χωριό ολόκληρης της Κύπρου: Για τους Έλληνες είναι «το χωριό των Τούρκων», για τους Τούρκους «οι λινοβάμβακοι», οι εν δυνάμει «προδότες των εθνικών τουρκικών συμφερόντων» και αποξενωμένοι από όσους ήθελαν τον διαχωρισμό.

Άριστος γνώστης της ιδιομορφίας του τόπου, άλλωστε, ο Ραούφ Ντεκντάς, είχε αποφασίσει νωρίς, από το 1976, πως η στρατηγική θέση του χωριού δεν θα μπορούσε να αφεθεί στα χέρια μια χούφτας «κρυπτοχριστιανών» που μέχρι και το 1974 μιλούσαν τα ελληνικά καλύτερα από τα τουρκικά, γι’ αυτό -και προβάλλοντας τα «λογικά» επιχειρήματα της μη εγγύτητας του χωριού στις μεγάλες πόλεις-, θα έδινε ισχυρά κίνητρα ώστε πολλοί από τους τέσσερεις χιλιάδες, μέχρι το 1974, Λουρουτζιάτες, να μετακινηθούν στην (άδεια από κατοίκους και εποίκους, αλλά γεμάτη ακόμη από ωραία σπίτια) Λύση. Και, εν μέρει, το πέτυχε.
Οι Λουρουτζιάτες δεν έμοιαζαν με τους φανατικούς άλλων θυλάκων, όπως εκείνων του χωριού Τζιάος, για παράδειγμα, των Κοκκίνων ή της τουρκικής συνοικίας της Λάρνακας, δεν ήταν «σκληροπυρηνικοί» και φύλακες της τρομοκρατικής ΤΜΤ, αλλά άνθρωποι περισσότερο ειρηνιστές, φίλοι με τους Λυμπιανούς, τους Δαλίτες και τους Αθηαινίτες, που συζητούσαν αφελώς στους καφενέδες τους για «ενοποιήσεις» και «ενιαίο κράτος», αντί για διαχωρισμούς – φευ.

Γι’ αυτό και όσοι παρέμειναν στο συναίσθημα του ήδη, από όλες τις μεριές, «εγκλωβισμένου» και κατάμονου χωριού τους, θα έχαναν πολλά στα επόμενα χρόνια, γινόμενοι μοχλός πίεσης μεγαλύτερης εγκατάλειψης του πείσματος παραμονής· σαν άλλοι «εγκλωβισμένοι».
Σήμερα, οι 500 περίπου κάτοικοι του ακριτικού χωριού -με τον νεανικό πληθυσμό να έχει ολοένα και μεγαλύτερη πτωτική τάση λόγω έλλειψης εργασιών και κινήτρων παραμονής- επιβιώνουν μόνο από τη γεωργία και την κτηνοτροφία, δουλειές δεν υπάρχουν άλλες, το (ανακαινισμένο από τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης) παλιό σχολείο δεν έχει ούτε έναν μαθητή κι είναι κλειστό πλέον, ενώ κάποιες αναστηλώσεις χώρων -στην πλατεία του χωριού κυρίως, στον παλιό μύλο, στις βρύσες ημερομηνίας «1960», στην παλιά εκκλησία που μετατράπηκε σε τζαμί (προτού ασπαστούν το Ισλάμ οι παλιοί χριστιανοί κάτοικοί του, κατά τον 15ο αιώνα, σύμφωνα με Ιστορικές πηγές, προκειμένου να μη σφαγιασθούν από τη μανία των μουσουλμάνων), στις ταβέρνες της Ελιφίν και του Μεχμέτ που φτιάχνουν οφτό κλέφτικο και παραμένουν (αντίθετα στα συντριπτικά επιβίωσης δεδομένα) «ζωντανές»-, γίνονται μάλλον για το θεαθήναι και τα λεφτά της Ε.Ε. Για τι άλλο;

Για τους Τούρκους η Λουρουτζίνα ίσως να είναι ένα εν δυνάμει μελλοντικό «χωριό-στρατόπεδο» στα καθόλου επιπόλαια -όπως αποδεικνύει η σύγχρονη Ιστορία- μακροπρόθεσμα σχέδιά τους (όπως κατέληξε η Άχνα, η Βώνη, η Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας ή ο Άγιος Βασίλειος, τα παραδείγματα πολλά), ένα ανθρώπινο «εμπόδιο» από μια χούφτα πολίτες ανάμεσα στις πανίσχυρες διμοιρίες των βόρεια εγκαταλελειμμένων χωριών του Πυροίου και του Μαργό με έδρα την αχανή στρατοκρατούμενη έκταση της Τύμπου, που ξεκινά νότια του «αεροδρομίου» – ένα χωριό σαν «έτοιμο» από καιρό για να «αφανιστεί» με μισή μόνο διαταγή.
Για τους Έλληνες ίσως να ‘ναι απλά «μια χαμένη υπόθεση», το χωριό για το οποίο δεν έγινε ακόμη κατανοητή η ανάγκη επιβίωσής του, καθώς και των γενναίων του κατοίκων που μιλάνε οι πλείστοι ελληνικά, ως ανάχωμα στην εγγύτητά τους στις ελεύθερες περιοχές.
Οι γύρω ελληνοκύπριοι κοινοτάρχες -και δήμαρχοι- ζητούν, άλλωστε, εδώ και χρόνια, επισταμένα, οδόφραγμα (ή δίοδο, οι κάτοικοι της Αθηαίνου) προκειμένου να συνδέονται, μέσα σε είκοσι λεπτά πια, με την Αγλαντζιά ή με το Γέρι, μέσω του Πυροΐου, όμως το αίτημα των «απέναντι» Λουρουτζιατών για το οδόφραγμα ένωσης με τα Λύμπια ίσως να είναι κάτι περισσότερο από ζήτημα κέρδους χρόνου και τερματισμού -του δίκαιου, φυσικά- καίριου ζητήματος τέλους της απομόνωσης «ώστε να πάρουν ανάσα οι κάτοικοι ένθεν και ένθεν» – ίσως η Λουρουρτζίνα να μετατρέπεται πια σε ζήτημα εθνικό.
Η διαδρομή από τη στροφή του νέου δρόμου της Αμμοχώστου που περνά από το Παλαίκυθρο και, λίγο πριν από την Αφάνεια, σε οδηγεί (αποκλειστικά, για περίπου μισή ώρα) στο Akincilar (τη «μετονομασία» της Λουρουτζίνας, μετά το 1974) μέσα από μια απόσταση -κάπως τρομακτική για τους άμαθους, έτσι όπως «αγκαλιάζεσαι» ασφυκτικά από τον στρατό εισβολής, δεξιά κι αριστερά του δρόμου- συνειδητοποίησης σίγουρα του πώς μπορούν όλα να γίνουν ξανά μια χαψιά από τον τουρκικό στρατό που βρίσκεται διάσπαρτος παντού, σε όλες τις ξέρες και λοφίκσους του παλιού δρόμου, με κάποια πλινθόκτιστα κι ερειπωμένα σπίτια δύο ήδη εγκαταλελειμμένων χωριών να «προειδοποιούν» για το αναπόφευκτο και του χωριού στο τέρμα.
Παρόλ’ αυτά, σαν άλλοι αντιστασιακοί ειρηνιστές Τούρκοι μέσα στο στόμα του λύκου, μερικοί τολμηροί και βγάζοντας γλώσσα στο καθεστώς Λουρουτζιάτες υποδέχονται τους ξένους με ταμπέλες στην «Louroujina» τους, αρνούμενοι την παραποίηση, μου μιλούν για τους «φίλους τους από τα Λύμπια» και για τα φεστιβάλ που ξεκίνησαν να γίνονται τον Μάιο και τον Οκτώβριο, 500 μέτρα από την οδό Παπακωνσταντή του γειτονικού χωριού που τη χωρίζει ένα φυλάκιο και δυο 18χρονοι φαντάροι (κι ίσως κάποιες νάρκες). Και μου εκφράζουν το παράπονό τους πως είναι ξεχασμένοι κι απ’ τους δυο Θεούς -από τους «ποτζιει» και τους «ποδά»- πως κατάντησαν ή «μια ανθρώπινη ασπίδα» ή ένα «κακό σπυρί» στα πόδια του τέρατος, πως πνίγονται στην ασφυξία που σε λίγα χρόνια θα τους νεκρώσει «αν δεν γίνει κάτι τώρα». Αν δεν γίνει κάτι «χθες».

Από την άκρη του λόφου, εκείνου που οδηγεί στο ξωκλήσι του Τιμίου Σταυρού, στις παρυφές των Λυμπιών, εκεί όπου πριν από καμιά 30ριά χρόνια οι γυναίκες προσπάθησαν να «επιστρέψουν» αλλά είχαν τσουβαλιαστεί από τους φανατικούς που είχε στριμώξει ο Ντενκτάς για να αντισταθούν (πρωτίστως στους «λινοβάμβακους» φιλέλληνες Λουρουτζιάτες, που δεν θα το ‘χαν σε τίποτα να ανοίξουν την αγκαλιά τους σ’ εκείνες), από τα πρώτα σπίτια της Πράσινης Γραμμής είδα να αχνοφαίνονται μερικοί Ελληνοκύπριοι και να κινούνται ανέμελα γύρω από τα αυτοκίνητά τους – αυτοί που, αν για λίγο τους σταματούσες, και τους έλεγες την αλήθεια για την εικόνα των «απέναντι», για τον κίνδυνο του λύκου που άνοιξε το στόμα του διάπλατα στο αρνί, γι’ αυτό το χραπ που είναι έτοιμος να κάνει και να τους δαγκώσει θανατηφόρα επεκτείνοντας την πανίσχυρή του δύναμη δίπλα τους, θα έκαναν τα πάντα για να βρουν τη δίοδο, το οδόφραγμα, το πέρασμα και να σώσουν και τους «απέναντι» αλλά, κυρίως, τους ίδιους τους εαυτούς τους.
Ελεύθερα, 23.6.2024