Ένας από τους πιο τους ξεχωριστούς αμερικανούς κινηματογραφιστές, ο «πρίγκιπας του ανοίκειου» Ντέιβιντ Λιντς έφυγε από τη ζωή λίγες μέρες πριν κλείσει τα 79 του χρόνια.
Πριν από λίγες μέρες αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την κατοικία του στο Λος Άντζελες λόγω των πυρκαγιών στη Νότια Καλιφόρνια, γεγονός που σύμφωνα με το Deadline Hollywood οδήγησε σε επιδείνωση της υγείας του.
Ριζοσπαστικοποίησε το αμερικανικό σινεμά μ’ ένα σκοτεινό, σουρεαλιστικό καλλιτεχνικό όραμα σε ταινίες όπως το «Blue Velvet» και το «Mulholland Drive» και σειρές όπως το «Twin Peaks». Στην 58χρονη καριέρα του, τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις, μεταξύ των οποίων ο Χρυσός Λέων για το έργο ζωής το 2006 και το τιμητικό βραβείο Όσκαρ το 2019.
Τη θλιβερή είδηση ανακοίνωσε σε ανάρτηση στην επίσημη σελίδα του στο Facebook η οικογένειά του.
«Με βαθιά θλίψη, εμείς, η οικογένειά του, ανακοινώνουμε τον θάνατο του ανθρώπου και καλλιτέχνη Ντέιβιντ Λιντς. Θα εκτιμούσαμε την ιδιωτικότητά μας σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές. Υπάρχει ένα μεγάλο κενό στον κόσμο τώρα που δεν είναι πια μαζί μας. Αλλά, όπως θα έλεγε κι ο ίδιος, ‘έχε το νου σου στο ντόνατ κι όχι στην τρύπα’».
Το τελευταίο διάστημα ο εμβληματικός κινηματογραφιστής, σεναριογράφος, παραγωγός, συγγραφέας, εικαστικός, μουσικός και ηθοποιός αντιμετώπιζε σοβαρά θέματα υγείας. Το 2024 είχε αποκαλύψει πως είχε διαγνωστεί με εμφύσημα μετά από «μια ζωή καπνίσματος» και πιθανότατα δεν θα μπορούσε να ξανασκηνοθετήσει. Αποκάλυψε πως υπήρξε καπνιστής από την ηλικία των 8 ετών και πως πλέον χρειαζόταν συμπληρωματικό οξυγόνο για να περπατήσει ακόμα και μικρές αποστάσεις.
Με φανατικούς θαυμαστές αλλά και επικριτές, που θεωρούν τις ταινίες του αυστηρά προσωπικές, συγκαταλέγεται συχνά στους καλύτερους σκηνοθέτες όλων των εποχών. «Δεν καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι περιμένουν από την τέχνη να βγάζει νόημα. Εδώ αποδέχονται το γεγονός ότι η ζωή δεν βγάζει νόημα» συνήθιζε να λέει.

Αποτελεί τον πιο περίφημο και αναγνωρισμένο Αμερικανό σκηνοθέτη σουρρεαλιστικών ταινιών. Είναι γνωστός για το ονειρικό και υπερεαλιστικό στιλ του, καθώς και τα θέματα που ενώνουν την φιλμογραφία του, όπως η αποδόμηση της έννοιας της Αμερικής. To 2018 η λέξη «Lynchian» εντάχθηκε στο Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης, με τον ορισμό της λέξης να είναι ο εξής: «θυμίζει ή μιμείται τα έργα του Ντέιβιντ Λινς. Ο Λιντς είναι γνωστός για την αντιπαράθεση σουρεαλιστικών ή απειλητικών στοιχείων με καθημερινά περιβάλλοντα, καθώς και για τη χρήση συναρπαστικών οπτικών εικόνων για να τονίσει μια ονειρική ποιότητα μυστηρίου ή μια απειλή».
Ακροβατώντας με αξιοσημείωτη ισορροπία και επιδεξιότητα μεταξύ εμπορικού και πρωτοποριακού κινηματογράφου, έφερε στην μεγάλη οθόνη μια μοναδική σκοτεινή και ανησυχητική όψη της πραγματικότητας, έναν εφιαλτικό κόσμο που χαρακτηρίζεται από στιγμές ακραίας βίας, αλλόκοτων κωμικών καταστάσεων και παράξενης ομορφιάς.
«Οι ιδέες είναι σαν τα ψάρια» είχε πει. «Αν θέλετε να πιάσετε μικρά ψάρια, μπορείτε να μείνετε στα ρηχά νερά. Αλλά αν θέλετε να πιάσετε τα μεγάλα ψάρια, πρέπει να πάτε πιο βαθιά. Στα βαθιά, τα ψάρια είναι πιο δυνατά και πιο αγνά. Είναι τεράστια και αφηρημένα. Και είναι πολύ όμορφα».
Ο Ντέιβιντ Λιντς γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 1946 στην πόλη Μιζούλα της Μοντάνα. Ο πατέρας του ήταν δασονόμος με συχνές μετακινήσεις κατά την διάρκεια των παιδικών του χρόνων. Φιλοδοξία του από μικρός ήταν να γίνει ζωγράφος και μετά την ολοκλήρωση των δευτεροβάθμιων σπουδών του γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών της Βοστώνης, την οποία γρήγορα εγκατέλειψε, επειδή δεν πληρούσε τις αισθητικές του αντιλήψεις.
«Έβρισκα τον κόσμο εντελώς φανταστικό ως παιδί. Φυσικά, είχα τους συνήθεις φόβους, όπως το να πάω στο σχολείο… για μένα, τότε, το σχολείο ήταν ένα έγκλημα κατά των νέων. Κατέστρεφε τους σπόρους της ελευθερίας. Οι δάσκαλοι δεν ενθάρρυναν τη γνώση ή τη θετική στάση » σημείωνε σχετικά με τα παιδικά του χρόνια.
Περιπλανήθηκε για λίγο στην Ευρώπη και αφού δεν κατόρθωσε να συμπεριληφθεί στους μαθητές του διακεκριμένου εξπρεσιονιστή ζωγράφου Όσκαρ Κοκόσκα, επέστρεψε στις ΗΠΑ και γράφτηκε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Φιλαδέλφειας. Στη σχολή του δημιούργησε το πρώτο του φιλμ, ένα ταινιάκι κινουμένων σχεδίων 60 δευτερολέπτων με τίτλο «Six Men Getting Sick», για τις ανάγκες ενός πειραματικού εικαστικού διαγωνισμού.
«Ό,τι έμαθα στη ζωή μου, το έμαθα επειδή αποφάσισα να δοκιμάσω κάτι καινούργιο». Ντέιβιντ Λιντς
Έτσι αποφάσισε να γίνει σκηνοθέτης κινηματογράφου. Μετά από αξιοσημείωτες μικρού μήκους ταινίες, το 1977 κυκλοφόρησε η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Eraserhead», το οποίο έγινε «καλτ» και συμπεριλήφθηκε στη λίστα του Sight and Sound για τις 250 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.
Το 1980 κυκλοφόρησε με μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία η δεύτερη ταινία του, το «The Elephant Man», μια βιογραφική ταινία για τη ζωή του Τζόζεφ Μέρικ, ενός τραγικά παραμορφωμένου άντρα που έζησε στο Βικτωριανό Λονδίνο. Προτάθηκε για 8 Όσκαρ μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου και Καλύτερου Α’ Ανδρικού Ρόλου, ενώ έλαβε το γαλλικό Βραβείο Σεζάρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας.
Παράλληλα, ξεκίνησε να εκδίδει το από το 1983 και για εννέα χρόνια το κόμικ-στριπ «Ο πιο θυμωμένος σκύλος στον κόσμο«.
Έπειτα, ο Λιντς ανέλαβε την σκηνοθεσία μιας κινηματογραφικής προσαρμογής του «Dune», ενός από τα πιο αγαπημένα βιβλια επιστημονικής φαντασίας όλων των εποχών, αλλά σύμφωνα με αυτόν, το στούντιο τον εκμεταλλεύθηκε και δεν του έδωσε καθόλου δημιουργικό έλεγχο. Ως αποτέλεσμα, έλαβε κακές κριτικές, και μέχρι σήμερα, ο Λιντς δεν το αναγνωρίζει ως δικιά του ταινία. Παρ’ όλα αυτά, το 1986, ο Λιντς κυκλοφόρησε το μυστηριώδες «Μπλε Βελούδο» (Blue Velvet), το οποίο θεωρείται μια από τις πιο χαρακτηριστικές ταινίες του και ονομάστηκε η 70ή καλύτερη ταινία όλων των εποχών από το Sight and Sound.
To 1990 κυκολοφόρησε ίσως το πιο δημοφιλές έργο του: η τηλεοπτική σειρά «Twin Peaks». Έγινε ένα πολιτιστικό φαινόμενο, είχε ένα σημαντικό αντίκτυπο στον κόσμο των τηλεοπτικών σειρών (σύμφωνα με κάποιους, ανύψωσε την τηλεόραση σε τέχνη) και θεωρείται μια από τις καλύτερες και πιο σημαντικές σειρές όλων των εποχών. Παράλληλα, ο Λιντς σκηνοθέτησε την «Ατίθαση καρδιά» (Wild At Heart), το οποίο κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών.
Το 1992 ο Λιντς σκηνοθέτησε το αμφιλεγόμενο πρίκουελ στη σειρά «Twin Peaks: Fire Walk With Me».
Ο Λιντς κυκλοφόρησε άλλες δυο ταινίες πρίν την αλλαγή της χιλιετίας, και οι δύο έλαβαν πολύ καλές κριτικές: το σουρεαλιστικό νεο-νουάρ «Χαμένη Λεωφόρος» (Lost Highway- 1997) και το «The Straight Story» (1999).
To 2001 κυκλοφόρησε η ταινία που πολλοί θεωρούν το αριστούργημα του Λιντς: την «Οδό Μαλχόλαντ» (Mulholland Drive). Ονομάστηκε η καλύτερη ταινία του 21ου αιώνα από το BBC. Του χάρισε επίσης την 3η του υποψηφιότητα για Όσκαρ καλύτερης σκηνοθεσίας. Έπειτα σκηνοθέτησε το «Inland Empire» (2006), το οποίο θεωρείται το πιο πειραματικό έργο του, και το οποίο επίσης έλαβε καλές (αν και μπερδεμένες) κριτικές.
Το 2017, μετά από μια απόσυρση που διήρκεσε μια δεκαετία, ο Λιντς επέστρεψε στον κινηματογράφο για να παραδώσει το «Twin Peaks: The Return». Δημιούργησε διαφωνία για το αν πρόκειται για μια ταινία ή μια τηλεοπτική σεζόν, καθώς γυρίστηκε ως ταινία και ορισμένοι συντελεστές της υποστηρίζαν πως είναι μια ταινία, αλλά κυκλοφόρησε σε 18 ξεχωριστά μέρη.
Το 2022 ο Λιντς υποδύθηκε τον σπουδαίο σκηνοθέτη Τζον Φορντ στην ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ «The Fabelmans».
Παράλληλα, σκηνοθέτησε πολλά μουσικά βίντεο, για καλλιτέχνες όπως οι Κρις Άιζακ, X Japan, Moby, Interpol, Nine Inch Nails και Ντόνοβαν, καθώς και διαφημιστικά σποτ για τους Calvin Klein, Dior, L’Oreal, Yves Saint Laurent, Gucci και το Τμήμα Καθαριότητας της Νέας Υόρκης.
Είχε νυμφευθεί τέσσερις φορές και απέκτησε τέσσερα παιδιά, μεταξύ των οποίων η σκηνοθέτρια Τζένιφερ Λιντς (1968). Το 2012 γεννήθηκε η κόρη του Λούλα Μπογκίνια Λιντς. Σύντροφός του από το 1986 ως το 1991 ήταν η ηθοποιός Ιζαμπέλα Ροσελίνι.