Η Καναδή συγγραφέας Άλις Μανρό, βραβευμένη με Νόμπελ Λογοτεχνίας, έφυγε από τη ζωή τη Δευτέρα σε ηλικία 92 ετών, όπως μεταδίδει η εφημερίδα The Globe and Mail επικαλούμενη μέλη της οικογένειας της εκλιπούσης.
Η Άλις Μονρό, η οποία το 2013 έγινε η πρώτη συγγραφέας από τον Καναδά που κέρδισε Νόμπελ Λογοτεχνίας, έπασχε από άνοια εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Η Καναδή διηγηματογράφος εξέταζε την καθημερινή ζωή μέσα από τον φακό της μυθοπλασίας για περισσότερα από 60 χρόνια.
Ήταν η δεύτερη καναδικής καταγωγής συγγραφέας που κέρδισε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, αλλά η πρώτη με καθαρά καναδική ταυτότητα. Ο Σολ Μπέλοου, που κέρδισε το βραβείο το 1976, γεννήθηκε στο Κεμπέκ αλλά μεγάλωσε στο Σικάγο και θεωρήθηκε ευρέως ως Αμερικανός συγγραφέας.
Αναγνωρίστηκε παγκοσμίως ως κορυφαία διηγηματογράφος και κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας η Σουηδική Ακαδημία δεν δίστασε να τη συγκρίνει με τον Αντόν Τσέχωφ, τον διακεκριμένο Ρώσο συγγραφέα του 19ου αιώνα. Είχε χαρακτηριστεί ως «η Καναδή Τσέχωφ» από τη Σίνθια Όζικ, καθώς το έργο της βασίστηκε σε μορφές και θέματα που παραδοσιακά αγνοούνται από τη λογοτεχνική επικρατούσα τάση.
Η Μάνρο άρχισε να γράφει διηγήματα ενώ έμενε στο σπίτι και μεγάλωνε τα παιδιά της. Σκοπός της ήταν να γράψει κάποτε ένα μυθιστόρημα, αλλά δήλωσε ότι με τρία παιδιά δεν ήταν ποτέ σε θέση να βρει τον απαραίτητο χρόνο.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην καναδική δημόσια τηλεόραση (CBC) μετά τη βράβευσή της με Νόμπελ, η Μανρό είχε πει πως η απήχηση που είχε το συγγραφικό της έργο την έκανε να ελπίζει ότι «ο κόσμος θα έβλεπε πλέον τη συγγραφή διηγημάτων ως σημαντική τέχνη, όχι ως κάτι με το οποίο πειραματίζεται κανείς μέχρι να γράψει ένα μυθιστόρημα».
Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει οι συλλογές διηγημάτων της «Μ’ αγαπάει, δεν μ’ αγαπάει», «Πάρα πολλή ευτυχία», «Ακριβή μου ζωή» και «Η αγάπη μιας καλής γυναίκας». Οι ηρωίδες των διηγημάτων της ήταν συνήθως γυναίκες που βρίσκονταν αντιμέτωπες με σκληρές δοκιμασίες, από έναν καταπιεστικό έγγαμο βίο μέχρι την σεξουαλική κακοποίηση.
Η Άλις Αν Μανρό, το γένος Λέιντλω (Alice Ann Munro, γ. Laidlaw) γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου 1931 στο Γουίνγκχαμ, μια μικρή κοινότητα του Οντάριο– στο οποίο εκτυλίσσονται αρκετά διηγήματά της– και έκανε τα πρώτα συγγραφικά της βήματα στα εφηβικά της χρόνια. Άρχισε να γίνεται γνωστή όταν διηγήματά της δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό New Yorker τη δεκαετία του 1970.
Είχε παντρευτεί τον Τζέιμς Μανρό το 1951 και εγκαταστάθηκε στη Βικτώρια της Βρετανικής Κολομβίας, όπου διατηρούσε βιβλιοπωλείο. Το ζεύγος απέκτησε τέσσερις κόρες- η μία πέθανε λίγες ώρες αφότου ήρθε στον κόσμο– και χώρισε το 1972. Ακολούθως, η Άλις Μανρό επέστρεψε στο Οντάριο. Ο δεύτερος σύζυγός της, ο γεωγράφος Τζέραλντ Φρέμλιν, πέθανε τον Απρίλιο του 2013.
Το 2009 η Μανρό είχε αποκαλύψει ότι υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (bypass) και ότι έδωσε μάχη με τον καρκίνο.
ΑΠΕ