Μία από τις ταινίες που διεκδικούν φέτος πλειάδα Όσκαρ (10), είναι το «The Brutalist» που έχει σαν θέμα τη ζωή ενός αρχιτέκτονα μετανάστη από την Ουγγαρία. Ο αρχιτέκτονας δεν υπήρξε στα αλήθεια, τα θέματα που θίγει όμως είναι υπαρκτά.
Η ταινία χαρακτηρίζεται ήδη ως αριστούργημα και έχει πάρει πέντε βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας καθώς και τρεις Χρυσές Σφαίρες, ενώ κριτικοί του κινηματογράφου την κατατάσσουν στο ίδιο επίπεδο με τον «Νονό» του Κόπολα και το «Once Upon a Time in America» του του Σέρτζιο Λεόνε. Στην κούρσα των Όσκαρ έρχεται δεύτερη διεκδικώντας 10 βραβεία. Την ετυμηγορία θα τη μάθουμε στις 3 Μαρτίου.

Σκηνοθέτης της ταινίας είναι ο Brady Corbet, ο οποίος σε ηλικία 36 χρόνων έχει στο βιογραφικό του μια σειρά αξιόλογων ταινιών όπως The Childhood of a Leader, Vox Lux, Mysterious Skin, Funny Games και άλλες. Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο Adrien Brody ο οποίος στα 29 του κατέκτησε το πρώτο του Όσκαρ για το ρόλο του στον «Πιανίστα» του Πολάνσκι.

Η ταινία, που διαρκεί 3 ώρες και 35 λεπτά, διαδραματίζεται σε διάστημα 30 ετών ακολουθώντας τη ζωή του Laszlo Toth (Adrien Brody) ενός ουγγρικής καταγωγής Εβραίου αρχιτέκτονα που, αφού επέζησε του Ολοκαυτώματος, κατέφυγε στις ΗΠΑ. Το φιλμ χωρίζεται σε δύο μέρη (κι έχει επίσης έναν πρόλογο, ένα επίλογο και ένα δεκαπεντάλεπτο διάλειμμα ενσωματωμένο στην ταινία).
Το πρώτο μέρος αρχίζει στην Αμερική το 1947, όπου ο Toth προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή του ελπίζοντας ότι η γυναίκα του και η ανιψιά του, που έχουν μείνει πίσω, θα κατορθώσουν να τον ακολουθήσουν. Οι δοκιμασίες του μοιάζουν να τελειώνουν όταν, μετά από μια πρώτη εκρηκτική συνεργασία που θα φέρει τον Toth στα όρια των αντοχών του, θα αναλάβει να χτίσει για τον μεγιστάνα Harrison Van Buren (Guy Pearce) ένα πολιτιστικό κέντρο στη μνήμη της μητέρας του, που φιλοδοξεί να είναι ένα μπρουταλιστικό αριστούργημα.

Το «The Brutalist δεν βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Αντίθετα, οι σεναριογράφοι Brady Corbet και Mona Fastvold κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες ώστε να αποφύγουν οποιαδήποτε σύνδεση με πραγματικά ιστορικά πρόσωπα. Εν τούτοις, υπάρχουν αναφορές στο βιβλίο της Hilary Thimmesh, «Marcel Breuer and a Committee of Twelve Plan a Church», το οποίο ασχολείται με τα σχέδια ενός Ούγγρου αρχιτέκτονα. Έργα του Marcel Breuer λειτούργησαν επίσης ως σημείο αναφοράς για την ομάδα παραγωγής, κατασκευάζοντας τα αληθοφανή σκηνικά με σαφείς συμβολισμούς.
Η ταινία δεν αναφέρεται στην αρχιτεκτονική ως τούβλα και σκυρόδεμα. Περιγράφει την πολυπλοκότητα της μετανάστευσης, τη διαχείριση των τραυμάτων της ζωής και της Ιστορίας, το υψηλό μεγαλείο και τα απύθμενα βάθη της ανθρώπινης φύσης, τα όσα αποτελούν τα δομικά υλικά και τα ηθικά θεμέλια του σύγχρονου πολιτισμού και του δυτικού κόσμου, το τίμημα της φιλοδοξίας και το κόστος της ελπίδας να είσαι ελεύθερος. Μιλά για τη δημιουργία και την καταστροφή, για το φως και το σκοτάδι, κατορθώνοντας, όπως λένε οι κριτικοί, να είναι βαθύ, διαπεραστικό, ουσιαστικό, χωρίς να γίνεται βαρύγδουπο.

Το ίδιο το μπρουταλιστικό στιλ που επιλέγηκε δίνοντας και τον τίτλο στην ταινία, αποτελεί μία αλληγορία. Είναι ένα στιλ που μεταφέρθηκε στην Αμερική από μετανάστες αρχιτέκτονες και είναι εν πολλοίς ανεπιθύμητο όπως και οι μετανάστες. «Η γενική άποψη», λέει ο σκηνοθέτης, «είναι να γκρεμιστούν αυτά τα κτήρια και να πεταχτούν αυτοί οι άνθρωποι έξω, ειδικά σε αυτή τη χώρα».
Η ταινία γυρίστηκε με προϋπολογισμό μικρότερο των 10 εκατομμυρίων δολαρίων και είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου γυρισμένη στο VistaVision, μια μορφή ευρείας οθόνης που χρησιμοποιήθηκε για τελευταία φορά στο Χόλυγουντ στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Ταυτόχρονα, όπως έγινε γνωστό, έχει χρησιμοποιηθεί σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, το Respeecher για την επεξεργασία των διαλόγων στην ουγγρική γλώσσα. Άξια αναφοράς είναι επίσης η μουσική του Daniel Blumberg.
Ελεύθερα 2.2.2025