Το κτήριο αυτό στην Αγγλία είναι το παλαιότερο στον κόσμο με σιδερένιο σκελετό και θεωρείται ο πρόδρομος των ουρανοξυστών. Κατασκευάστηκε το 1797 και εξυπηρέτησε διάφορες χρήσεις μέχρι τη δεκαετία του ’90 που εγκαταλείφθηκε. Πρόσφατα ανακαινίστηκε αποκτώντας ζωή για άλλα 100 χρόνια.

Πριν την ανέγερση του Shrewsbury Flaxmill Maltings, τα βιομηχανικά κτήρια αντιμετώπιζαν συχνά καταστροφικές πυρκαγιές λόγω της ξύλινης κατασκευής τους. Το πρόβλημα αυτό είχαν και τα αδέλφια Thomas και Benjamin Benyon οι οποίοι ασχολούντο με την επεξεργασία μαλλιού και αργότερα λιναριού για την κατασκευή υφασμάτων. Μετά από μια καταστροφική πυρκαγιά και αφού είχαν ήδη συνεταιριστεί με τον John Marshall, αποφάσισαν ότι έπρεπε να βρεθεί μια λύση. Επέλεξαν μια τοποθεσία στο Shrewsbury, δίπλα από ένα κανάλι και το 1796 ανέθεσαν στον Charles Bage να φτιάξει ένα νέο μύλο. Ο Bage ήταν έμπορος κρασιού, αλλά και τοπογράφος και ανήκε σε ένα κύκλο επιστημόνων και διανοουμένων της εποχής. Στόχος ήταν να φτιάξουν έναν πυρίμαχο μύλο. Πριν την κατασκευή προηγήθηκε έρευνα και δοκιμές ως προς την αντοχή του σιδήρου.

Το καινοτόμο για την εποχή πενταόροφο κτήριο είχε σκελετό εξ ολοκλήρου από χυτό σίδηρο. Διέθετε δε την πρώτη κρεμαστή γέφυρα στον κόσμο. Εκτός από τη δημιουργία μιας πυρίμαχης κατασκευής, η αντοχή που έδωσε ο σίδηρος ήταν το άλμα που χρειαζόταν για να χτιστούν ψηλότερα κτήρια. Είναι το πρώτο γνωστό πολυώροφο κτήριο με σκελετό από χυτοσίδηρο στον κόσμο, για αυτό και περιγράφεται ως «ο παππούς και η γιαγιά» του σύγχρονου ουρανοξύστη.

Η επιχείρηση του λιναριού άνθισε και ο μύλος είχε τόσο επιτυχία που έγινε ο μεγαλύτερος εργοδότης της περιοχής για αυτό και προστέθηκαν νέα κτιριακά τμήματα. Με την πάροδο του χρόνου όμως οι συνθήκες άλλαξαν και ο μύλος έκλεισε το 1887. Το συγκρότημα παρέμεινε άδειο για πάνω από μια δεκαετία πριν μετατραπεί σε βυνοποιία από την William Jones (Maltsters) Ltd και επαναλειτουργήσει το 1897. Τα σχέδια για τη μετατροπή  χρήσης έγιναν από τον Henry Stopes και η  προσαρμογή από ένα μύλο λιναριού σε βυνοποιείο σήμαινε σημαντικές αλλαγές. Καθώς οι τεχνολογίες άλλαξαν, η παραδοσιακή βυνοποίηση στο Shrewsbury δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τα σύγχρονα εργαστήρια και το 1987 έκλεισε οριστικά. Στο μεσοδιάστημα, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι εγκαταστάσεις χρησιμοποιήθηκαν από τον στρατό. Πλέον τα κτήρια έχουν κηρυχθεί διατηρητέα ως μια διεθνώς σημαντική περιοχή βιομηχανικής κληρονομιάς και περιήλθαν το 2005 στην ιδιοκτησία της Historic England η οποία ανέθεσε στους αρχιτέκτονες του Feilden Clegg Bradley Studios να αποκαταστήσουν και να μεταστρέψουν το ιστορικό κτήριο σε μουσείο και γραφεία με στόχο να διανύσει άλλα 100 χρόνια. «Για να επιτευχθεί αυτό, εξηγούν οι αρχιτέκτονες, θα έπρεπε να ενισχύσουμε τη δομική κατάσταση του κτηρίου και να κάνουμε μερικές σημαντικές αλλαγές, ώστε να διευκολύνουμε την ενσωμάτωση νέων χρήσεων». Για να επιτευχθεί αυτό, χωρίς να αλλοιώνεται η ταυτότητα του κτηρίου αλλά ούτε και να επηρεάζεται το εύθραυστο πλαίσιο από χυτοσίδηρο, έγιναν «αόρατες», όπως τις χαρακτηρίσουν οι αρχιτέκτονες, επισκευές.

Μέσω της εισαγωγής νέας τοιχοποιίας (μιας κρυφής σχάρας από χάλυβα και πρόσθετων κολόνων στο ισόγειο) ενισχύθηκε η δομική αντοχή χωρίς να αλλοιώνεται η αρχική κατασκευή. Επίσης, για να μην διαταραχθεί η διάταξη των μεγάλων ανοικτών χώρων, η κυκλοφορία στεγάζεται στον πρώην κλίβανο, με ανελκυστήρες, μια σκάλα από μαύρο χάλυβα και διαδρόμους, όλα τοποθετημένα κάτω από την ανακαινισμένη οροφή του με ξύλινο πλαίσιο και χάλυβα.

Στο ισόγειο, υπάρχει μία καφετέρια δίπλα από έναν χώρο εκμάθησης που αφηγείται την ιστορία και το ρόλο του μύλου στη βιομηχανική επανάσταση. Στους ορόφους έχουν γίνει επαγγελματικοί χώροι με το φως να μπαίνει άπλετο από τα 110 παράθυρα που είχαν κλείσει όταν λειτουργούσε ως βυνοποιό.

Οι χώροι εντός του κύριου μύλου επιτρέπουν να φαίνεται και να εκτιμάται η κατασκευή από χυτοσίδηρο. Επίσης ο κλίβανος ήταν ένα πολύ σημαντικό στοιχείο το οποίο διατηρήθηκε καθώς και η ιστορική σκάλα. Πρόσβαση έχει επίσης παρασχεθεί στον Πύργο Jubilee στο κέντρο του κτιρίου, στον οποίο οι επισκέπτες μπορούν να ανεβαίνουν για να απολαύσουν τη θέα της περιοχής.