Ο σεναριογράφος, συγγραφέας, θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Παύλος Λάμπης συνομιλεί με την ΤΑΣΟΥΛΑ ΧΑΤΖΗΤΟΦΗ για τις επανακτήσεις και τον επαναπατρισμό κλεμμένων αρχαιοτήτων της Κύπρου, κατόπιν καταβολής χρηματικού ποσού.

«Το να πληρώνουμε για τον επαναπατρισμό έργων τέχνης είναι λάθος και αντιβαίνει στην ηθική πρακτική», υποστηρίζει η Τασούλα Χατζητοφή, με αφορμή τον επαναπατρισμό από τη Γερμανία εξήντα εκκλησιαστικών και προϊστορικών αντικειμένων που λεηλατήθηκαν μετά την τουρκική εισβολή. Η ίδια καλεί τις γερμανικές Αρχές να διευκολύνουν την επιστροφή στην Κύπρο όλων των παρόμοιων αντικειμένων που εκλάπησαν από το νησί μας, χωρίς προϋποθέσεις.

Εδώ και αιώνες, η ιδιοκτησία, η προέλευση και η ηθική που διέπει τα αρχαία αντικείμενα, αποτελούν αντικείμενο συζητήσεων. Ποια είναι όμως η σημερινή αντίληψη για το θέμα από όσους έχουν εν γνώσει τους αγοράσει κλεμμένα έργα τέχνης ώστε να τα επιστρέψουν εκεί που ανήκουν, και τι μήνυμα δίνει αυτό στον κόσμο, ιδιαίτερα σε όσους έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στον αγώνα για την καλλιτεχνική δικαιοσύνη; Δεν θα έπρεπε να υπάρχει οικονομικός όρος που να αφορά τον επαναπατρισμό της κλεμμένης κληρονομιάς μιας χώρας;

Η Τασούλα Χατζητοφή είναι γνώστης των νομικών περιπλοκών γύρω από τα κλεμμένα έργα τέχνης, καθώς και της χρονοβόρας αναζήτησης δικαιοσύνης και επαναπατρισμού τους.

Την Τρίτη, 11 Ιουνίου, η Συνοδική Επιτροπή της Κύπρου ανακοίνωσε ότι επετεύχθη συμφωνία μεταξύ κυπριακών και γερμανικών Αρχών για τον επαναπατρισμό εξήντα εκκλησιαστικών και προϊστορικών αντικειμένων που λεηλατήθηκαν μετά την τουρκική εισβολή στο νησί το 1974. Παρόλο που η Εκκλησία της Κύπρου χαιρέτησε την ημέρα αυτή ως ιστορική και χαρμόσυνη, η οποία σηματοδοτεί το αποκορύφωμα σχεδόν τριών δεκαετιών προσπαθειών και νομικών αγώνων, ανώνυμες πηγές αποκάλυψαν ότι υπήρξε οικονομική συναλλαγή για τον επαναπατρισμό των κειμηλίων: Στην προκειμένη περίπτωση, ο σεβασμιότατος Νεαπόλεως Πορφύριος, επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συμφώνησε να καταβάλει ένα χρηματικό ποσό στις γερμανικές Αρχές για να επανακτήσει τις κλεμμένες αρχαιότητες της Κύπρου.

Επικοινώνησα με τη γνωστή Ελληνοκύπρια πολιτιστική ακτιβίστρια και συγγραφέα του μπεστ σέλερ «Η κυνηγός εικόνων» και τη ρώτησα για τις σκέψεις της σχετικά με την πρόσφατη ανακοίνωση της Εκκλησίας και την οικονομική συναλλαγή πίσω από τον επαναπατρισμό τους.

«Υπάρχει κάτι ενστικτωδώς λανθασμένο –και ξένο προς το πνεύμα της εποχής μας– στην ιδέα ότι οι άνθρωποι στην Κύπρο καλούνται να πληρώσουν για τον επαναπατρισμό τμημάτων της πολιτιστικής και πνευματικής τους κληρονομιάς, τα οποία εκλάπησαν κάτω από φρικτές συνθήκες», δήλωσε η Τασούλα Χατζητοφή. «Πολλοί σημαντικοί κυπριακοί θησαυροί παραμένουν στη Γερμανία και οι άνθρωποι στην Κύπρο έχουν τη βαθιά δικαιολογημένη επιθυμία να τους δουν όλους να επιστρέφουν».

Η Χατζητοφή είναι γνώστης των νομικών περιπλοκών γύρω από τα κλεμμένα έργα τέχνης, καθώς και της χρονοβόρας αναζήτησης δικαιοσύνης και επαναπατρισμού τους, έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της καταπολεμώντας την παράνομη διακίνηση και εμπορία τους.

Ως εξουσιοδοτημένη εκπρόσωπος της αρχαίας Εκκλησίας της Κύπρου, πρώην επίτιμη πρόξενος της Κύπρου στις Κάτω Χώρες και ιδρύτρια του Walk of Truth, μιας μη κυβερνητικής οργάνωσης με έδρα την Ολλανδία που καταπολεμά το πολιτιστικό έγκλημα, η Τασούλα Χατζητοφή ακολούθησε τη διαδικασία τον Ιανουάριο του 2024 ζητώντας από τις γερμανικές Αρχές να διευκολύνουν την επιστροφή όλων των θρησκευτικών πολιτιστικών αντικειμένων του νησιού με λεπτομερή επιστολή προς την ομοσπονδιακή υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας Αναλένα Μπέρμποκ.

Στην επιστολή της, η Χατζητοφή αναφέρεται στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, τη συντονισμένη προσπάθεια κλοπής της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου και τη δική της συμμετοχή στο συντονισμό της «υπόθεσης Μονάχου» του 1997, μιας από τις μεγαλύτερες μυστικές επιχειρήσεις διακίνησης έργων τέχνης στην ευρωπαϊκή Ιστορία.  Η Τασούλα κοινοποίησε επίσης την επιστολή της στον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη, στον αρχιεπίσκοπο της Εκκλησίας της Κύπρου Γεώργιο και στην πρέσβειρα της Γερμανίας στην Κύπρο Άνκε Σλιμ.

Παρά τις συνεχείς προσπάθειες της Χατζητοφή και την τήρηση των διαδικασιών, ο επίσκοπος Νεαπόλεως Πορφύριος προχώρησε με δική του πρωτοβουλία και πλήρωσε τις γερμανικές Αρχές για την επιστροφή των κλεμμένων θησαυρών της Κύπρου. Εκτός από τα χρήματα που έδωσε η Εκκλησία, λέγεται ότι και το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Κύπρου συνέβαλε οικονομικά στη «συμφωνία» επαναπατρισμού. «Η πολιτιστική κληρονομιά της Κύπρου δεν είναι προς πώληση. Το να πληρώνουμε για τον επαναπατρισμό έργων τέχνης είναι λάθος και αντιβαίνει στην ηθική πρακτική», δήλωσε η κ. Χατζητοφή. «Επιπλέον, δεν θα έπρεπε ο ένας Ευρωπαίος γείτονας να στηρίζει τον άλλο και τη δικαιοσύνη αντί να εκμεταλλεύεται τη δύσκολη θέση ενός έθνους;» πρόσθεσε.

Για να αποκτήσουμε μια καλύτερη κατανόηση του ευρύτερου πλαισίου του πώς οι κλεμμένες αρχαιότητες της Κύπρου κατέληξαν στη Γερμανία και τι οδήγησε στην εμπλοκή της Τασούλας στην καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης έργων τέχνης, καθώς και τους κινδύνους για τη ζωή της που αντιμετώπισε στην πορεία, πρέπει να πάμε 50 χρόνια πίσω. Η Τασούλα, όπως και πολλοί άλλοι Κύπριοι εκείνη την εποχή, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα της για να γλιτώσει από τη στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974, και τελικά εγκαταστάθηκε σε μια ξένη χώρα ως πρόσφυγας.

Αμέσως μετά την εισβολή, ξεκίνησε μια οργανωμένη επιχείρηση για την κλοπή εικόνων, τοιχογραφιών και ψηφιδωτών από τις αιωνόβιες εκκλησίες και θρησκευτικούς χώρους της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένων μερικών από τα παλαιότερα και πιο θαυμάσια δείγματα χριστιανικής τέχνης στον κόσμο. Χρησιμοποιήθηκαν ηλεκτρικά τρυπάνια στους τοίχους των αρχαίων εκκλησιών για να αφαιρεθούν τοιχογραφίες που είχαν χρησιμεύσει ως πηγή έμπνευσης και ελπίδας για τον πιστό πληθυσμό της Κύπρου, οι οποίες στη συνέχεια πωλήθηκαν διεθνώς. «Η κλοπή αυτών των θησαυρών ήταν μέρος μιας φρικτής εκστρατείας λεηλασίας και λαφυραγωγίας εις βάρος των ανθρώπων που ήδη υπέφεραν από τις ολέθριες συνέπειες του πολέμου», πρόσθεσε.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η Hadjitofi συντόνισε την «υπόθεση του Μονάχου», μια από τις πιο εκτεταμένες μυστικές επιχειρήσεις κατά της διακίνησης έργων τέχνης στην ευρωπαϊκή Ιστορία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά τη διάρκεια της εντατικής εργασίας της, έχοντας συνεργαστεί στενά με τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Α΄ της Εκκλησίας της Κύπρου, καθώς και με Ολλανδούς εμπόρους έργων τέχνης, Καναδούς πωλητές και Γερμανούς ντετέκτιβ και αστυνομικούς, η Τασούλα αναγκάστηκε κατά καιρούς «να παίξει τη γάτα με το ποντίκι». Μπήκε στο στόχαστρο παράνομων εμπόρων έργων τέχνης και, φοβούμενη για τη δική της ασφάλεια και την ασφάλεια της οικογένειάς της, αναγκάστηκε να προσλάβει σωματοφύλακες.

Μετά από μια κοινή αστυνομική επιχείρηση των γερμανικών και κυπριακών Αρχών το 1997 –μια ενέργεια που παραμένει μοναδική στην ιστορία των διεθνών προσπαθειών για την καταπολέμηση του πολιτιστικού εγκλήματος– ανευρέθησαν πάνω από 5.000 αντικείμενα κρυμμένα στις ψευδοροφές και κάτω από τα πατώματα των διαμερισμάτων του διαβόητου Αϊντίν Ντικμέν στο Μόναχο, ενός Τούρκου εμπόρου που ήταν γνωστός ως «ο Αρχαιολόγος».

«Οι άνθρωποι στην Κύπρο ανακουφίστηκαν όταν έμαθαν ότι τουλάχιστον 350 από τα 5.000 περίπου αντικείμενα του θησαυρού του Ντικμέν ήταν αρχαιότητες που είχαν κλαπεί από το νησί. Στη συνέχεια απογοητεύτηκαν, όπως ελπίζω να καταλαβαίνετε, όταν τα προϊόντα αυτά συνέχισαν να παραμένουν στη Γερμανία για μεγάλο χρονικό διάστημα».

Σύμφωνα με τη Χατζητοφή, 173 από αυτά τα κλεμμένα αντικείμενα επεστράφησαν στο νησί το 2013 μετά από μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα. Ωστόσο, πολλά σημαντικά κυπριακά κειμήλια που κατείχε ο Ντικμέν παραμένουν ακόμα στη Γερμανία, «και οι άνθρωποι στην Κύπρο έχουν μια βαθιά δικαιολογημένη επιθυμία να δουν την πολιτιστική τους κληρονομιά να επιστρέφει».

Οι γερμανικές φορολογικές Αρχές δέσμευσαν την περιουσία του Ντικμέν με την κατηγορία ότι δεν δήλωσε όσο ήταν εν ζωή τα κέρδη του από την πώληση ορισμένων παράνομα διακινηθέντων πολιτιστικών αγαθών, εμποδίζοντας έτσι τον επαναπατρισμό τους. Προτάθηκε στις κυπριακές Αρχές να διευθετήσουν την πληρωμή αυτής της φορολογίας πριν από την επιστροφή των υπόλοιπων αντικειμένων. «Οι φόροι που χρωστούσε ο Ντικμέν ήταν από την πώληση κυπριακών ψηφιδωτών που είχαν ξηλωθεί από ναούς και μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό», δήλωσε η Χατζητοφή.

Όμως οι νόμοι για το εμπόριο κλεμμένων προϊόντων είναι απλοί: Όταν ένας κλέφτης πουλάει ένα κλεμμένο αντικείμενο, ο γενικός κανόνας είναι ότι όποιος αγοράζει το αντικείμενο, ανεξάρτητα από την τιμή αγοράς ή τους όρους της πώλησης, δεν αποκτά νόμιμη κατοχή («καλή κυριότητα») σ’ αυτό. Ο κλέφτης δεν είχε ποτέ «τίτλο ιδιοκτησίας» – δεν μπορείς να πουλήσεις κάτι που δεν σου ανήκει. Ο αρχικός ιδιοκτήτης μπορεί να αναλάβει δράση για να απαιτήσει από τον αγοραστή να του επιστρέψει το αντικείμενο (ή και τυχόν ζημίες στην αξία του).

Ολόκληρος ο δυτικός κόσμος συναινεί πλέον υπέρ της επιστροφής αντικειμένων που αποκτήθηκαν παράνομα ή ανήθικα. Είναι ενδιαφέρον, μάλιστα, το ότι η Γερμανία υπήρξε πρωτοπόρος σ’ αυτή την προσπάθεια, γεγονός που αποδεικνύεται από την επιστροφή είκοσι από τα λεγόμενα «Μπρούτζινα του Μπενίν» το 2022, από έναν μεγάλο αριθμό μεταλλικών πλακών και αγαλμάτων που λεηλατήθηκαν το 1897, κατά τη διάρκεια της απάνθρωπης βρετανικής αποικιοκρατικής επίθεσης στο πρώην βασίλειο του Μπενίν – της σημερινής Νιγηρίας. Επιπλέον, αναγνωρίστηκε μάλιστα το ότι όλα τα «Μπρούτζινα του Μπενίν», τα οποία εκτίθενται σήμερα σε γερμανικές συλλογές, ανήκουν στη Νιγηρία.

Το Εθνολογικό Μουσείο του Βερολίνου επέστρεψε τελικά 23 κειμήλια που κατασχέθηκαν από τη Ναμίμπια κατά τη διάρκεια της γερμανικής αποικιοκρατίας. Οι επιστροφές από τη Ναμίμπια είχαν ως κίνητρο την ιστορική κληρονομιά της Γερμανίας, ενώ ο επαναπατρισμός των «Μπρούτζινων του Μπενίν» από τις βρετανικές αποικιακές δυνάμεις αποτελούσε παράδειγμα εφαρμογής παγκόσμιων ηθικών κανόνων.

«Αυτές οι αξίες αποστρέφονται την ιδέα ότι οι άνθρωποι που ήδη υφίστανται τις συνέπειες του πολέμου, της αναρχίας ή της ξένης κυριαρχίας, θα πρέπει να επιτείνουν τα δεινά τους με την απώλεια πολύτιμων αντικειμένων τα οποία αντανακλούν τη συλλογική τους ταυτότητα και πνευματικότητα», δήλωσε η Χατζητοφή. «Στο όνομα αυτών των αξιών, καλώ τις γερμανικές Αρχές να διευκολύνουν την επιστροφή στην Κύπρο όλων των θρησκευτικών και πολιτιστικών αντικειμένων που εκλάπησαν από το νησί μας, με ή χωρίς αποδείξεις για το από ποια Εκκλησία προέρχονται και χωρίς καμία οικονομική προϋπόθεση».

Παραμένει όμως το ερώτημα γιατί ο επίσκοπος Νεαπόλεως Πορφύριος προχώρησε με δική του πρωτοβουλία στην πληρωμή των γερμανικών Αρχών για την επιστροφή κάποιων από τους κλεμμένους θησαυρούς της Κύπρου και τι προηγούμενο δημιουργεί με τις ενέργειές του. Μήπως αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα θα πρέπει τελικά να αγοράσει τα δικά της γλυπτά του Παρθενώνα από το Ηνωμένο Βασίλειο, αν επιθυμεί την επιστροφή τους, ή ότι η Αίγυπτος θα πρέπει να αγοράσει πίσω την εμβληματική Στήλη της Ροζέτας; Οι κλεμμένες ή παράνομα αφαιρεθείσες αρχαιότητες θα πρέπει να επιστρέφονται στον νόμιμο τόπο προέλευσής τους χωρίς οικονομική αποζημίωση. 

Οι ενέργειες του Πορφύριου θα μπορούσαν ενδεχομένως να αλλάξουν την αφήγηση, δικαιολογώντας την πράξη το εμπόριο κλεμμένης τέχνης. Και, το πιο σημαντικό, ενδέχεται να έχουν δυσμενές αντίκτυπο στη δράση πολιτιστικών ακτιβιστών όπως η Τασούλα, οι οποίοι έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στον νόμιμο επαναπατρισμό της τέχνης και στην αντιμετώπιση της εγκληματικής δραστηριότητας μέσω οικονομικών συνεισφορών από δωρητές.

Το Walk of Truth της Τασούλας Χατζητοφή είναι η μακροπρόθεσμη προέκταση του έργου της τεσσάρων δεκαετιών. Η ανεξάρτητη μη κυβερνητική οργάνωσή της έχει ως στόχο να αντιμετωπίσει τη συνεχιζόμενη καταστροφή και λεηλασία της πολιτιστικής κληρονομιάς με την εμπλοκή του κοινού και την ευαισθητοποίηση σχετικά με την αξία της κοινής μας κληρονομιάς και την ευθύνη του καθενός μας να την προστατεύσει.  Μεταξύ άλλων, έχει δημιουργήσει ένα ψηφιακό ερευνητικό κέντρο που περιέχει χιλιάδες έγγραφα από υποθέσεις σε όλο τον κόσμο, όπως τη Συρία, το Ιράκ, την Υεμένη, το Ιράν, τα Βαλκάνια και την Κύπρο, για χρήση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την κατάρτιση.

«Τίποτα δεν θα ευχαριστούσε περισσότερο εμάς, τον κυπριακό λαό, από το να δούμε τη Γερμανία να στέλνει ή να παραδίδει αυτές τις αρχαιότητες στην Κύπρο φέτος, χωρίς οικονομικές προσδοκίες ως αντάλλαγμα», δήλωσε η Τασούλα. «Φέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια από την εισβολή του 1974 και η Γερμανία θα μπορούσε να στείλει ένα σαφές μήνυμα κατανόησης και ελπίδας για βιώσιμη ειρήνη μέσω της επιστροφής των πολιτιστικών μας αρχαιοτήτων».