Τη Φύτη, το κυριότερο κέντρο υφαντικής της επαρχίας Πάφου, επισκέφτηκε την Τρίτη, κατά την επίσκεψή της στην περιοχή η Υφυπουργός Πολιτισμού.

Η Λίνα Κασσιανίδου βρέθηκε στο χωριό όπου παράγονται ακόμα τα φυθκιώτικα υφαντά, που είναι από το 2016 είναι εγγεγραμμένα στον Εθνικό Κατάλογο Στοιχείων Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Κυπριακής Εθνικής Επιτροπής ΟΥΝΕΣΚΟ. Το Φυθκιώτικο Υφαντό διαθέτει πλέον το δικό του εθνικό πρότυπο, βάσει του οποίου η κατασκευή και η διάθεση του διέπεται από συγκεκριμένες και αυστηρές διαδικασίες.

Στη Φύτη η Υφυπουργός Πολιτισμού είχε την ευκαιρία να γνωρίσει την πιο παλιά υφάντρα του χωριού, Ειρήνη Δημητρίου Διομήδους, την κόρη της Διαμάντω Διομήδους αλλά και τις άλλες υφάντρες, οι οποίες με νύχια και με δόντια παλεύουν να κρατήσουν ζωντανή αυτή την τέχνη.

«Οφείλουμε να κάνουμε ό,τι μπορούμε να στηρίξουμε αυτές τις γυναίκες της Φύτης να συνεχίσουν να δημιουργούν τα υφαντά τους και να μεταδώσουν την τέχνη τους στις επόμενες γενιές. Δεν ξεχνούμε τον παραδοσιακό μας πολιτισμό. Θα βρούμε τρόπους να τον στηρίξουμε και να τον αναδείξουμε όπως του αξίζει» σημείωσε η Λ. Κασσιανίδου σε ανάρτησή της.

Το συγκεκριμένο είδος υφαντού αναπτύχθηκε στην επαρχία Πάφου, με κεντρικό χωριό τη Φύτη, απ’ όπου πήρε και το όνομα του το υφαντό. Μέχρι το 1970 ύφαιναν και στα γειτονικά χωριά Λάσα, Σίμου, Δρύμου, Δρυνιά, Γιόλου, Στατό, Χούλου, Πολέμι, Άγιο Δημητριανό κ.α. Σήμερα το φυθκιώτικο συνεχίζεται κυρίως από τις λιγοστές Φυτιώτισσες που ζουν στην κοινότητα της Φύτης και από γυναίκες που μετοίκησαν μετά τον γάμο τους ή για άλλους λόγους στη Λευκωσία και την Πάφο κι από υφάντρες που εκπαιδεύονται από την Υπηρεσία Κυπριακής Χειροτεχνίας και διαθέτουν την παραγωγή τους στην Υπηρεσία.  

Σύμφωνα με την επίσημη σελίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ στην Κύπρο, το φυθκιώτικο αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά κεντήματα του αργαλειού της κυπριακής υπαίθρου και ανήκει στην κατηγορία των παλαιότερων χειροτεχνημάτων του τόπου. Ανάγεται στη μεσαιωνική περίοδο της Κύπρου (12ος-16ος αιώνα). Κύριο χαρακτηριστικό των υφαντών αυτών είναι ότι η υφάντρα δημιουργεί ανάγλυφα χρωματιστά σχέδια σε ποικίλα γεωμετρικά μοτίβα, περνώντας τα νήματα με τα δάκτυλα της ή με το μακούτζιν (σαΐττα).

Τα διακοσμητικά θέματα  δημιουργούνται με τη μετρημένη εναλλαγή, σύμφωνα με το σχέδιο, χρωματιστών δεσμών κλωστών. Η υφάντρα χρησιμοποιεί ειδικό παραδοσιακό αργαλειό, τον οποίο κατασκεύαζαν μάστορες της περιοχής. Τα έργα που φιλοτεχνούσαν οι υφάντρες ονομάζονταν πλουμιστά της βούφας και τα σχέδια τους πλουμιά.

Τα μοτίβα που δημιουργούνται στον αργαλειό θυμίζουν μοτίβα της αρχαίας κυπριακής αγγειοπλαστικής αλλά τα ονόματα που τους έδιναν σχετίζονταν με αντικείμενα και παραστάσεις της καθημερινής ζωής των κατοίκων όπως: οι φοινικούδες, τα ανθρωπούδκια, οι κορούες, το παπούτσι του δασκάλου, τα σταυρούθκια και άλλα. Στο τέλος κάθε πλουμιού υπήρχαν τα κρόσια με τα φλοκκούθκια, άσπρα ή χρωματιστά, που δένονταν στο χέρι. Τέλος, ένα άλλο χαρακτηριστικό των φυθκιώτικων είναι ότι έχουν καλή και ανάποδη πλευρά. 

Τα φυθκιώτικα χρησιμοποιούνται σε είδη οικιακού ρουχισμού, όπως σεντόνια, ιχράμια, μαντηλιές, τραπεζομαντηλιές κ.ά. Παλαιότερα, χρησιμοποιούσαν το φυθκιώτικο και για τη διακόσμηση των άκρων των βρακιών (των ποδιναρκών) στις παραδοσιακές γυναικείες ενδυμασίες. Σήμερα αποτελεί πηγή έμπνευσης για νέους δημιουργούς και αξιοποιείται σε αντικείμενα που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου.