Δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη, το όραμα του γίνεται πραγματικότητα. Η Λέμπα, το χωριό της Πάφου όπου βρήκε καταφύγιο μετά την προσφυγιά, μετατρέπεται σε Πολιτιστικό Χωριό. Τα παλιά υποστατικά που χρησιμοποιούσε για τη σχολή του, καθώς και νέες προσθήκες, έχουν μεταμορφωθεί σε μια σύγχρονη σχολή/κοινότητα καλλιτεχνών δείχνοντας παράλληλα το δρόμο για ανάπτυξη της υπαίθρου.
Ο Στας Παράσκος (1933-2014) υπήρξε ένας πρωτοποριακός καλλιτέχνης που μετά τις σπουδές του στην Αγγλία, ίδρυσε στην Αμμόχωστο το Κυπριακό Κολλέγιο Τέχνης. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, βρήκε καταφύγιο στο χωριό Λέμπα της Πάφου, όπου αξιοποιώντας τα εγκαταλειμμένα τ/κ σπίτια και υποστατικά, δημιούργησε μία πρωτότυπη Σχολή Τέχνης, με διεθνή εμβέλεια. Μετά τον θάνατο του, τα γλυπτικά έργα που δημιούργησε με τους φοιτητές του, στους υπαίθριους χώρους, παρέμειναν ως παρακαταθήκη για μελλοντική αξιοποίηση, η οποία ευτυχώς επιτεύχθηκε. Τουλάχιστον το πρώτο σημαντικό βήμα.

Ο σχεδιασμός βασίστηκε στην έννοια του «χωριού» που περιλαμβάνεται και στον τίτλο του έργου. Όπως το κυπριακό χωριό διακρίνεται για τη σχέση του μέσα με το έξω, την κλίμακα, τα υλικά, την ένταξη στο τοπίο, έτσι και το νέο κτιριακό συγκρότημα εμπνέεται από αυτά τα στοιχεία και τα ανασυνθέτει με σύγχρονο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο.
Με πρωτοβουλία του Άκη Κλεάνθους ο οποίος ήταν υπουργός Παιδείας το 2007, και κατόπιν εισήγησης του Στας Παράσκου, αποφασίστηκε η δημιουργία Πολιτιστικού Χωριού στη Λέμπα. Προς τούτο προκηρύχθηκε αρχιτεκτονικός διαγωνισμός το 2016 (μεσολάβησε ο θάνατος και των δύο αντρών, υπουργού και καλλιτέχνη). Η κριτική επιτροπή του διαγωνισμού, εξετάζοντας τις 40 συμμετοχές που είχαν υποβληθεί, επέλεξε την πρόταση των αρχιτεκτόνων Σπύρου Σπύρου, Χάρη Χριστοδούλου, Αγγέλας Ζησιμοπούλου και Χάρη Σολωμού. Και πριν λίγους μήνες τα κτήρια παραδόθηκαν στην Πολιτεία. Απομένει πλέον η ανάλογη αξιοποίηση τους.

Το ξύλο, το μέταλλο, η πέτρα, αποτελούν υλικά που χρησιμοποιούσαν οι καλλιτέχνες του Κολλεγίου στα υπαίθρια έργα τους, τα οποία πλέον αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας του τόπου. Τα νέα κτίρια, ως μια σύγχρονη αναλογία αυτών των κατασκευών, μνημονεύουν το εφήμερο, το ευμετάβλητο και αυθόρμητο.
Όπως μας εξηγούν οι αρχιτέκτονες, το υλοποιημένο έργο ακολούθησε πιστά την πρόταση του διαγωνισμού, καθώς στην οργάνωση των εργαστηρίων τέχνης και των ξενώνων που θα φιλοξενούν μαθητές από τα σχολεία της Κύπρου, αλλά και επισκέπτες καλλιτέχνες από το εξωτερικό, δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην έννοια του «χωριού» που περιλαμβάνεται στον τίτλο του έργου.

Όπως το κυπριακό χωριό διακρίνεται για τη σχέση του μέσα με το έξω, την κλίμακα, τα υλικά, την ένταξη στο τοπίο, έτσι και το νέο κτιριακό συγκρότημα εμπνέεται από αυτά τα στοιχεία και τα ανασυνθέτει με σύγχρονο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο, για τη δημιουργία ενός νέου πολιτιστικού τοπίου με τοπικά χαρακτηριστικά. Πορείες, ημι-υπαίθριοι χώροι, περίκλειστες αυλές, πλατώματα και ανισόπεδες δώμες, διαμορφώνουν ένα οικείο περιβάλλον στο δομημένο τοπίο του χωριού και ταυτόχρονα παρέχουν τις προϋποθέσεις για συναντήσεις και ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ των “κατοίκων” του χωριού.
Σχετικά με την οργάνωση των χώρων του συγκροτήματος, οι αρχιτέκτονες αποφάσισαν να διατηρήσουν τον αρχικό διαχωρισμό των εργαστηρίων τέχνης από τους ξενώνες, στα δυο τεμάχια γης, διαμορφώνοντας όπως τις ονομάζουν, από τη μια την «Γειτονιά της Δημιουργίας», όπου στεγάζονται τα μεγάλα εργαστήρια ζωγραφικής και κεραμικής, τα στούντιο των καλλιτεχνών και τα γραφεία της διοίκησης, κι από την άλλη την «Γειτονιά της Φιλοξενίας», όπου στεγάζονται οι ξενώνες για τους μαθητές και τους καλλιτέχνες, και οι χώροι εστίασης.

Η οργάνωση των χώρων εστιάζει στην αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφορετικών εργαστηρίων αλλά και των χρηστών μεταξύ τους, που ενισχύεται μέσω κοινών αυλών στις οποίες ανοίγονται οι χώροι εικαστικής εκπαίδευσης και δημιουργίας. Η ευελιξία στη διαμόρφωση των χώρων και στη σχέση τους με τους ημι-υπαίθριους και υπαίθριους χώρους, ενθαρρύνει την οργάνωση πολιτιστικών δρώμενων τοπικού αλλά και υπερτοπικού χαρακτήρα, παρέχοντας αφορμές για επαφή με την τοπική κοινότητα ή την κυπριακή κοινωνία.

«Η αρχιτεκτονική έκφραση των νέων χώρων, σύμφωνα πάντα με τους αρχιτέκτονες, συνδιαλέγεται με τα υφιστάμενα κτίρια παραδοσιακού χαρακτήρα. Οι κεκλιμένες μεταλλικές πτυχωτές οροφές των νέων εργαστηρίων αντηχούν τις δίριχτες στέγες με κεραμίδια, τα κατακόρυφα ξύλινα κουφώματα στους ξενώνες, στέκουν πλάι στα ψηλά παράθυρα των διατηρητέων, η πέτρα που αποκαλύπτεται στα παλιά κτίρια συναντάται και στις υπαίθριες διαδρομές ανάμεσα στα κτίρια. Το ξύλο, το μέταλλο, η πέτρα, αποτελούν, εν τέλει, υλικά που για χρόνια χρησιμοποιούσαν οι καλλιτέχνες του Κολλεγίου Τέχνης στα υπαίθρια έργα τους, τα οποία πλέον αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας του τόπου. Τα νέα κτίρια, ως μια σύγχρονη αναλογία αυτών των κατασκευών, μνημονεύουν το εφήμερο, το ευμετάβλητο και το αυθόρμητο».
Φωτογραφίες: Χάρης Σολωμού