Έξι άνθρωποι του Πολιτισμού σχολιάζουν την αναγκαιότητα δημιουργίας ενός Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, επισημαίνουν τον παραγκωνισμό των τεχνών από το ίδιο το κράτος και αναφέρονται στον ναρκισσευόμενο κομματοκυβερνητισμό που δυσκολεύεται να κατανοήσει τη σημασία του Πολιτισμού.

«Έχει εγκαταλειφθεί προς το παρόν η ιδέα για δημιουργία Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης;» ρωτούσε τη Λίνα Κασσιανίδου ο συνάδελφος Γιώργος Σαββινίδης όταν ανέλαβε το υφυπουργείο Πολιτισμού. «Μακάρι να μπορούσα να πω το αντίθετο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κάνουμε κινήσεις για καλύτερη αξιοποίηση των υπαρχουσών εγκαταστάσεων. Εξετάζουμε τρόπους για αποτελεσματικότερη λειτουργία της ΣΠΕΛ και του Majestic» ήταν η απάντησή της. Και σε μια άλλη συνέντευξη ο συνάδελφος Απόστολος Κουρουπάκης της Καθημερινής της είχε υποβάλει το ερώτημα: «Τελικά η δημιουργία ή οι εξαγγελίες για τη δημιουργία Κρατικής Πινακοθήκης Σύγχρονης Τέχνης ήταν μάλλον άνθρακας, μιας και δεν έχουμε… Ποια είναι τα σχέδια του υφυπουργείου με τη ΣΠΕΛ;» «Το θέμα της ΣΠΕΛ είναι ένα ανοικτό θέμα το οποίο θα το δούμε ξανά από την αρχή, έχοντας πια και νέα διευθύντρια στο Τμήμα Νεότερου και Σύγχρονου Πολιτισμού, την Ιωάννα Χατζηκωστή. Αυτό που σίγουρα χρειάζεται ο τόπος είναι ένα νέο κτήριο, που να είναι κτισμένο για Πινακοθήκη, με τις προδιαγραφές ενός σύγχρονου μουσείου. Είμαστε μακριά στην παρούσα φάση από κάτι τέτοιο, και είναι ο στόχος μας σε βάθος χρόνου, διότι ούτε η ΣΠΕΛ ούτε η Majestic είναι κατάλληλα κτήρια. Ο τρόπος που η ΣΠΕΛ λειτουργεί σήμερα είναι ως εκθεσιακός χώρος, με το υφυπουργείο να μπαίνει ως συνδιοργανωτής» απάντησε η υφυπουργός.

Το κτίριο της ΣΠΕΛ εγκαινιάστηκε το 2019 με μια έκθεση του Χριστόφορου Σάββα, προκαλώντας τις προσδοκίες ότι θα λειτουργήσει ως Κρατική Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης. Όμως δεν δημιουργήθηκε ποτέ μια δομή διοικητική με το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό ώστε να μπορέσει να παίξει τον ρόλο αυτόν. Όποιοι σχεδιασμοί έγιναν, έμειναν στα συρτάρια. Κι αυτό γιατί η ανάπτυξη του Πολιτισμού δεν ήταν ποτέ στις προτεραιότητες ούτε της προηγούμενης κυβέρνησης ούτε της τωρινής. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης που έχει κάνει πολλά εγκαίνια εκθέσεων στη σύντομη θητεία του, αλλά και η πρόεδρος της Βουλής Αννίτα Δημητρίου που δείχνει να ενδιαφέρεται για την Τέχνη, η υφυπουργός Πολιτισμού Λίνα Κασσιανίδου που έχει μεγαλώσει μέσα στην Τέχνη, έχουν χρέος να ιεραρχήσουν στις άμεσες προτεραιότητές τους τη δημιουργία ενός Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Το οικονομικό κώλυμα δεν πείθει για την αναβολή της σύστασής του. Λεφτά υπάρχουν.

Γαβριήλ Κουρέας: Η απουσία ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης είναι ένα έγκλημα

Γιατί χρειαζόμαστε ένα Μουσείο Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης (MOMAC) στην Κύπρο; Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω δηλώνοντας ότι το ερώτημα δεν θα έπρεπε να είχε τεθεί εξαρχής. Ένα μουσείο μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης είναι δεδομένο, αυτονόητο, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και όχι μόνο. Από τις αρχές του 19ου αιώνα στη Γαλλία, με το Musée du Luxembourg στο Παρίσι, ως την ανάπτυξη του μουσείου μοντέρνας τέχνης με τη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα, όπως το MοMA (Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Νέα Υόρκη) στις αρχές του 20ού αιώνα, τα μουσεία μοντέρνας τέχνης προσπάθησαν να συλλέξουν, να εκθέσουν, να ερμηνεύσουν και να διατηρήσουν τη μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη.

Φυσικά, πολλοί παράγοντες άλλαξαν από τότε, αλλά είναι γεγονός ότι τα μουσεία αυτά εξακολουθούν να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στον εμπλουτισμό της εθνικής κληρονομιάς και οικονομίας όπου λειτουργούν: Από την αναζωογόνηση οικονομικά υποβαθμισμένων περιοχών (Centre Pompidou στο Παρίσι και στο Μετς, Guggenheim Bilbao κ.ά.) έως την προσέλκυση πολιτιστικού τουρισμού, γίνονται εργαστήρια ιδεών και δημιουργικότητας, διαμορφώνουν ολοκληρωμένα και ενημερωμένα άτομα, από πολύ νεαρή ηλικία, και αμφισβητούν την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων.

Στην Κύπρο η απουσία ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης είναι ένα έγκλημα όχι μόνο κατά της πολιτιστικής άνθησης του νησιού μας, το οποίο λόγω της γεωγραφικής του θέσης μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος για τη σύγχρονη και μοντέρνα τέχνη στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά κυρίως είναι ένα έγκλημα κατά των μελλοντικών γενεών που δεν θα μπορέσουν να μορφωθούν μέσα από την τριβή τους με τον πλούτο της κυπριακής σύγχρονης και μοντέρνας τέχνης. Πρόκειται για έγκλημα εις βάρος του φορολογούμενου, τα χρήματα του οποίου χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά της κρατικής συλλογής, η οποία εκτίθεται μόνο εν μέρει σε επιλεγμένα κυβερνητικά κτήρια, συχνά απρόσιτη στο ευρύ κοινό, με τα υπόλοιπα να βρίσκονται σε μια αποθήκη. Είναι έγκλημα κατά των καλλιτεχνών, τα έργα των οποίων κρύβονται από τη δημόσια θέα, αντί να εξυμνούνται από το λαό μας.

Γιατί το κράτος διστάζει να ιδρύσει ένα τέτοιο μουσείο; Η απάντηση έγκειται στο ότι στην Κύπρο η σύγχρονη και μοντέρνα τέχνη και οι καλλιτέχνες, θεωρούνται δυστυχώς ως ιδιαιτερότητα, ως απόκλιση, ως βδελυγμία του πλούτου της αρχαιολογικής μας κληρονομιάς. Ενδεικτικό αυτού είναι το γεγονός ότι το νέο υφυπουργείο Πολιτισμού επιτράπηκε να ιδρυθεί μόνο υπό τον αυστηρό όρο του μηδενικού προϋπολογισμού. Ωστόσο, αντί της νοσταλγικής λαχτάρας για έναν κόσμο που έχει παρέλθει προ πολλού, είναι εξίσου σημαντικό να γιορτάζουμε την πρόσφατη και παρούσα καλλιτεχνική μας κληρονομιά, αντί να υπονομεύουμε διαρκώς τους καλλιτέχνες και τους καλλιτεχνικούς οργανισμούς και να γελοιοποιούμε όσα σε άλλες χώρες θεωρούνται εθνικοί θησαυροί.

Εάν, και όταν, ιδρυθεί ένα μουσείο μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης, πρέπει να είναι σωστά μελετημένο και, κυρίως, να χρηματοδοτείται και να στελεχώνεται επαρκώς. Το 2018 ολοκληρώθηκε μια μελέτη για τη δημιουργία ενός τέτοιου μουσείου, η οποία περιλαμβάνει ένα πλήρες σχέδιο λειτουργίας. Ας το χρησιμοποιήσουμε ως βάση για να δημιουργήσουμε κάτι που θα τοποθετήσει τη χώρα μας στην πρώτη γραμμή της τέχνης και της δημιουργικότητας, σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις και πολέμους.

* Ιστορικός τέχνης, επιμελητής

Γλαύκος Κουμίδης: Να επιβάλλονται κυρώσεις στις χώρες που δεν φροντίζουν τον Πολιτισμό τους

Τώρα πια έχουμε υφυπουργείο Πολιτισμού, κι έτσι ο Πρόεδρός μας θα μπορούσε να προτείνει στους Ευρωπαίους ομολόγους του και τα εξής: Οι κυρώσεις που επιβάλλονται στις χώρες μέλη που δεν ανταποκρίνονται στους προκαθορισμένους δείκτες για τα δημοσιοοικονομικά, περιβαλλοντικά και άλλα θέματα, να επεκταθούν και στον τομέα του Πολιτισμού. Να επιβάλλονται παρακαλώ κυρώσεις και στις χώρες που δεν φροντίζουν επαρκώς τον Πολιτισμό τους. Κι αυτό γιατί η απουσία βασικών κτηριακών υποδομών, στα πλαίσια ενός κοινωφελούς και στοιχειωδώς συντονισμένου θεσμικού πλαισίου, δυσχεραίνει τη διακίνηση αγαθών και αξιών, τόσο στο εσωτερικό της κοινότητας όσο και προς τα έξω, πολύ μάλλον εδώ, στην ακραία νοτιοανατολική περιφέρεια.

Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως η θεώρηση της έννοιας του «Πολιτισμού» και η επί τόπου «οργάνωση του παρελθόντος χρόνου» διαφέρουν από κράτος σε κράτος. Τα πιο μεγάλα προέκυψαν ως εθνικά αστικά κράτη μέσα από το πνεύμα της Αναγέννησης, σε αντιπαράθεση με την Εκκλησία της μεσαιωνικής Δύσης, ενώ εμείς εδώ πασχίζουμε ακόμα να διαμορφώσουμε τη σύγχρονη ταυτότητά μας σε αντιπαράθεση με τον βρετανικό ιμπεριαλισμό, ν’ αναπτύξουμε τον ευρωπαϊσμό μας σε αντιπαράθεση με τον τουρκικό επεκτατισμό κι όλα αυτά συχνά ενάντια στις αναχρονιστικές βουλές ενός ηγεμονικού Κλήρου.

Εξαρχής βρεθήκαμε στη δύσκολη θέση να πρέπει να δίνουμε υπερβολική σημασία στο περίβλημα της κρατικής οντότητας, εις βάρος του αξιακού της περιεχομένου, γεγονός που επέτεινε τα αξιακά ελλείμματα και τις ταυτοτικές ανεπάρκειες στην κοινωνία. Ο κρατισμός που προέκυψε από αυτή την έμφαση φαίνεται να οδήγησε και στον ναρκισσευόμενο κομματοκυβερνητισμό, το πολιτικό προσωπικό του οποίου παραδόξως δυσκολεύεται, ακόμα και σήμερα, να κατανοήσει την υπαρκτική σημασία του Πολιτισμού, αλλά ούτε και τις χρήσιμες επικοινωνιακές του δυνατότητες, τόσο στο εσωτερικό αλλά και προς τα έξω.

Ο Πολιτισμός, η αξιοσύνη των τεχνών ειδικότερα, είναι το πιο άμεσα αντιληπτό σημείο στην προβολή των υπαρκτικών αξιώσεων ενός λαού. Κι όμως, ο «Πολιτισμός» παρέμεινε εδώ για δεκαετίες παραπλήρωμα της «Παιδείας» κι επιπόλαιος κράχτης της τουριστικής ανάπτυξης, ρόλοι που επέφεραν τη θεσμική απονεύρωση και την κτηριακή του υστέρηση. Ναι, χρειαζόμαστε επειγόντως το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο, εξίσου επιτακτική είναι όμως και η τεκμηρίωση της σύγχρονης ιδιαιτερότητάς μας σ’ ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Χωρίς ημίμετρα τύπου… ΣΠΕΛ, αν είναι δυνατόν!

* Εικαστικός

Θεόδουλος Γρηγορίου: Να προβάλλεται κάθε γενιά δημιουργών και ποιοτικό έργο τέχνης

Η αναγκαιότητα ενός Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης είναι αυτονόητη (;) και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Το ερώτημα είναι, γιατί το κράτος -που δεν είναι αόριστο αλλά αφορά ονομαστικά τους εκάστοτε κυβερνώντες- δεν κατανόησε ποτέ αυτό το χρέος. Γιατί το 2024 χρειάζεται να ξαναμιλήσουμε γι’ αυτή την εθνική ανάγκη; Πρόκειται για ολιγωρία, για άγνοια του ρόλου του Πολιτισμού σε μια κοινωνία, για ασέβεια ή για ανικανότητα;

Δεν είναι αρκετό να εφησυχάζει κάθε εξουσία επειδή δίνει μικρές, σκόρπιες χορηγίες, αφήνοντας όλη την ευθύνη παραγωγής πολιτισμού στην ιδιωτική πρωτοβουλία και δημιουργικότητα. Ούτε και θέλουμε κράτος που να χειραγωγεί έμμεσα τη δημιουργία. Χρειαζόμαστε δομές που να παρέχουν ιστορική τεκμηρίωση και ποιότητα, φορείς που να είναι εφαλτήριο ελεύθερης πολιτιστικής ανάπτυξης και συνδιαλλαγής με τον έξω κόσμο. Πρέπει να διαχωρίσουμε τον καλοδεχούμενο ρόλο των Ιδιωτικών πρωτοβουλιών και φορέων, που έχουν όλη την ελευθερία να εμπλουτίσουν το τοπίο με προσωπικά οράματα.

Ένα Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης έχει αποστολή να ερευνήσει σφαιρικά, να  διαφυλάξει, να τεκμηριώσει και να προβάλει τον ανθό της πνευματικής δημιουργίας, να καταγράψει τις πτυχές της καλλιτεχνικής αγωνίας και τύρβης που κουβαλά, να αποτυπώνει την εικόνα και την εξέλιξη στον χρόνο.

Πρέπει να διοικείται από Δ.Σ. με ανεξάρτητο καθεστώς λειτουργίας. Η επιμέλεια ενός κρατικού μουσείου δεν μπορεί να αφεθεί χωρίς έλεγχο στα χέρια του «ενός», ούτε στις εμμονές του παραγοντισμού ή στον αυτόματο πιλότο που κατέστη εθνικό σπορ. Πολλαπλές επιστημονικές μελέτες, συνέργειες και επιμέλειες πρέπει να ορίσουν έναν εν δυνάμει κοινό παρονομαστή: Την ταυτότητα του τόπου. Ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης αφορά το Τώρα, αλλά δεν μπορεί να αγνοηθεί καμιά δημιουργική χρονική περίοδος, καμιά γενιά δημιουργών, κανένα ποιοτικό έργο τέχνης.

Για δεκαετίες αντιμετωπίζουμε τους αποβιώσαντες δημιουργούς ως επισφαλές κεφάλαιο, που δεν είναι παρά φοβία να πάρουμε μια καθαρή θέση στο σήμερα. Χωρίς δοκιμασία και φίλτρο ποιότητας, περάσαμε βεβιασμένα και σχεδόν αποκλειστικά στη νέα γενιά που αγωνιά να αρθρώσει λόγο. Όμως, πέραν από το θετικό της δημιουργικής ανανέωσης, εμπεριέχει και τον κίνδυνο χειραγώγησης των ιδεών νέων καλλιτεχνών, και αυτοπροβολής των επιμελητών μέσω της «ανακάλυψής» τους. 

Από την τοπική σκηνή απουσιάζει ένα στοιχείο που χρειάζεται πάραυτα η παιδεία του κοινού: Η ερευνητική εργασία, μονογραφίες καλλιτεχνών με μεστό έργο. Για να επιτευχθεί, πρέπει να αναπτυχθούν συνεργασίες με πανεπιστήμια και ιστορική έρευνα, ώστε να υπάρξει ολοκληρωμένη τεκμηρίωση της ντόπιας καλλιτεχνικής παραγωγής. Δεν τολμώ να αναφερθώ στη διεθνή – γιατί όχι, όμως, ρόλος στον χώρο της Μεσογείου;

Σε γενικές γραμμές αυτές και πολλές άλλες είναι οι ευθύνες ενός κρατικού μουσείου. Τροφή για σκέψη: Ως χώρο φιλοξενίας, γιατί να μη χρησιμοποιηθεί το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο, μετά τη μεταστέγασή του; Γιατί να μη μετατραπεί το ΣΟΠΑΖ σε πάρκο- φάρο Πολιτισμού, με ευφάνταστη ανάπλαση για πολύπλευρη αποκλειστική  πολιτιστική χρήση των υφιστάμενων υποδομών, αντί του άκρως ακατάλληλου κτηρίου της ΣΠΕΛ; Δεν τολμώ να πω ένα καινούριο, σύγχρονο κτήριο με ειδικές προδιαγραφές, αν σκεφτώ ότι για να κτίσουμε ένα «φούρνο» χρειάζεται εγκυμοσύνη πέντε και πλέον κυβερνήσεων…

* Εικαστικός

Λεόντιος Τουμπουρής: Η εικαστική κοινότητα πρέπει να είναι μέρος της παραγωγής κρατικής πολιτιστικής στρατηγικής

Το κράτος φαίνεται να αδυνατεί να κατανοήσει τη σημαντικότητα του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης σε πολιτιστικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, και τους τρόπους με τους οποίους ένα μουσείο θα αποτελέσει σημείο συνάντησης, αναφοράς και δημιουργίας για διάφορες κοινωνικές ομάδες. Πέρα από το αυτονόητο, που είναι η προβολή της Κρατικής Συλλογής Σύγχρονης Τέχνης μέσω εκθεσιακών και επιμελητικών προγραμμάτων, οι υποδομές του μουσείου θα δημιουργήσουν ευνοϊκές συνθήκες για την αρχειοθέτηση και συντήρηση της κρατικής συλλογής, η οποία δεν φυλάσσεται σε κατάλληλες συνθήκες και δεν είναι εύκολα προσβάσιμη. Αυτό περιορίζει την ουσιαστική σύνδεση των ερευνητών με την ιστορία της κυπριακής τέχνης και τη σύγχρονη εικαστική παραγωγή.

Η υποστελέχωση του Τμήματος Σύγχρονου Πολιτισμού, η ασάφεια και αδυναμία επίσημης ενημέρωσης από την πλευρά του κράτους σχετικά με τις εξελίξεις που αφορούν το μουσείο, ανησυχεί την εικαστική κοινότητα που προσπαθεί να κατανοήσει τους λόγους και να εφεύρει μοχλούς πίεσης με ελλιπείς ή ανεπίσημες πληροφορίες.

Οι δυσκολίες που προκύπτουν στον καθορισμό πλαισίου λειτουργίας και διαχείρισης της ΣΠΕΛ, για παράδειγμα, φαίνεται να είναι περίπλοκες και πολυεπίπεδες. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, ο ανοικτός διάλογος των ανθρώπων του Πολιτισμού με το κράτος και η εποικοδομητική κριτική, πρέπει να αποτελεί μέρος της δημιουργίας κρατικής πολιτιστικής στρατηγικής και συνεχούς εξέλιξης των μεθόδων και μοντέλων στήριξης και προώθησης του Πολιτισμού. Θα χρειαστεί να βρεθεί τρόπος συνολικής και μακροπρόθεσμης στήριξης του Πολιτισμού, με όσο το δυνατόν λιγότερες παρεμβολές κάθε φορά που προκύπτουν αλλαγές στο ανθρώπινο δυναμικό του Υφυπουργείου και του Τμήματος Σύγχρονου Πολιτισμού.

Η πρόσφατη απειλή σε υφιστάμενες υποδομές παραγωγής σκέψης και συνεύρεσης των πολιτιστικών παραγωγών, που οφείλεται στον παραγκωνισμό των τεχνών από το ίδιο το κράτος, φαίνεται να μην είναι μακρινό σενάριο. Αυτή τη στιγμή, σημασία έχει η προστασία, θέσπιση και λειτουργία των θεσμών και των οργανωμένων συνόλων των δημιουργών που ήδη υπάρχουν για να μας επιτρέψουν να ορίσουμε συλλογικά μεθόδους εξέλιξης και ανέλιξης του Πολιτισμού στην Κύπρο, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται μεταξύ άλλων η θέσπιση του καθεστώτος του καλλιτέχνη, η ανάπτυξη και εφαρμογή της νομοθεσίας του 1% και η δημιουργία του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.

* Εικαστικός

Μόνικα Ασημένου: Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ως θεσμός σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος

Η δημιουργία και η στελέχωση ενός Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, για ένα ευρωπαϊκό κράτος του 21ου αιώνα, αποτελεί υποχρέωση. Πέραν από την παραδοσιακή του λειτουργία, το σύγχρονο μουσείο αποτελεί ένα χώρο εκπαίδευσης, ψυχαγωγίας, έρευνας και καινοτομίας. Το κοινωνικό δηλαδή ενυπάρχει στη λειτουργία του.

Η δημιουργία ενός μουσείου προσφέρει οφέλη τόσο σε αυτούς που παράγουν τέχνη, τους καλλιτέχνες και όλους τους σχετικούς συντελεστές –θεωρητικούς τέχνης, ιστορικούς, ιστορικούς τέχνης, επιμελητές, μουσειολόγους, μουσειοπαιδαγωγούς, σχεδιαστές, γραφίστες, αρχαιολόγους και πολλούς άλλους– όσο και σε αυτούς που την απολαμβάνουν, δηλαδή το κοινό γενικότερα. Πιο κάτω θα επιδιώξω να καταγράψω και να επισημάνω μερικά από τα οφέλη δημιουργίας ενός Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, καταδεικνύοντας την επείγουσα ανάγκη δημιουργίας του.

Ένα από τα μείζονα ζητήματα που η πολιτεία μας καλείται να αντιμετωπίσει είναι αυτό της κρατικής συλλογής έργων τέχνης, η οποία εδώ και χρόνια δεν έχει βρει ακόμη στέγη. Με τη δημιουργία ενός Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης διασφαλίζεται το πιο πάνω και η συλλογή, η οποία αριθμεί περίπου 3.300 έργα, θα γίνει πλέον προσβάσιμη στο κοινό. Η προβολή της και οι περιοδικές εκθέσεις που θα οργανώνονται θα προάγουν μουσειογραφικές και μουσειολογικές μελέτες και την έρευνα γενικότερα. Παράλληλα, εκπαιδευτικά και ψυχαγωγικά προγράμματα θα προσελκύσουν το κοινό, κάνοντας το μουσείο προσβάσιμο σε όλους, ενισχύοντας έτσι τη διαμόρφωση μιας μουσειακής κουλτούρας. Ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης δύναται να αποτελέσει επίσης πόλο έλξης για τους φιλότεχνους διεθνώς.

Κατ’ επέκταση και ως επακόλουθο των παραπάνω, η δημιουργία του Μουσείου θα ωθήσει την ένταξη του καλλιτέχνη στο ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό σύστημα, θα συντελέσει στην επαγγελματική κατάρτιση και αναγνώριση των καλλιτεχνών και όλων των ανθρώπων των τεχνών, και στην εδραίωση μιας θεσμικής ρύθμισης της σχέσης μουσείου-καλλιτέχνη. Ταυτόχρονα θα αποτελέσει εργαλείο για να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ κοινού και σύγχρονης τέχνης, προάγοντας την αισθητική καλλιέργεια.

Οι αργές διαδικασίες των θεσμικών συστημάτων στη λήψη αποφάσεων, οι οποίες συχνά συμβαδίζουν με κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, στερούν από την κοινωνία την τέχνη και τον πολιτισμό. Μόνο όταν το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης γίνει αντιληπτό ως θεσμός, θα κατανοηθεί η επείγουσα ανάγκη δημιουργίας του.

* Θεωρητικός Τέχνης

Χριστίνα Λάμπρου: Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης θα πρέπει να παράγει γνώση πέρα από την εξουσία του ορθολογισμού

Η δημιουργία ενός Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης είναι ένα έργο σε εξέλιξη και σε εκκρεμότητα από τη δεκαετία του ’60. Τότε, η δημιουργία μιας Κρατικής Συλλογής και μιας Πινακοθήκης Κυπριακής Τέχνης ανταποκρινόταν στην ανάγκη διαμόρφωσης ενός «πολιτισμικού προσώπου» για το νεοσύστατο κυπριακό κράτος. Παρά την ανολοκλήρωτη ιστορία της δημιουργίας του, οφείλουμε να φανταστούμε με την ευθύνη της δικής μας χρονικής στιγμής ένα μουσείο που να μπορεί να ανταποκριθεί ουσιαστικά σε νέες ιδέες και να συνεισφέρει στη δημιουργία ενός ζωντανού πλαισίου θεσμικής στήριξης και ανάπτυξης της σύγχρονης εικαστικής ζωής.

Μεγάλο μέρος της πολιτιστικής ζωής στην Κύπρο, από την αποικιοκρατία και μετά, διαμορφώθηκε κοιτάζοντας με θαυμασμό προς τη Δύση, με μια αίσθηση αργοπορίας, ετεροχρονισμού και απόστασης από τα κέντρα εικαστικών εξελίξεων. Από την άλλη, τις τελευταίες δεκαετίες τα δυτικά μουσεία αναπόφευκτα αναθεωρούν την -εξωφρενική- ιστορία τους που τα ήθελε εξάρτημα ενός αποικιακού μηχανισμού συσσώρευσης και επίδειξης πλούτου και λαφύρων, και κατ’ επέκταση ενός μηχανισμού δημιουργίας πολιτισμικής ιεραρχίας. Σε αυτή τη διαδικασία αναθεώρησης και αμφισβήτησης του δυτικοκεντρικού ιεραρχικού σχήματος, καλούμαστε να έχουμε συνειδητή θέση. Ταυτόχρονα, οι έννοιες της αποαποικιοποίησης και «απομάθησης» είναι κοντά στους τρόπους λειτουργίας της σύγχρονης τέχνης, όπου δοκιμάζονται καινούργιες ιδέες και τίθενται υπό αμφισβήτηση ή εγκαταλείπονται προηγούμενες, δίνοντας χώρο σε νέα σχήματα σκέψης και πρακτικής.

Η προσπάθεια δημιουργίας ενός Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης θα πρέπει να αποφύγει παλαιότερα σχήματα και να ανταποκριθεί στο σημερινό πλαίσιο. Το Μουσείο σήμερα θα πρέπει να δώσει περισσότερη έμφαση στη διαδικασία αντί στο αποτέλεσμα, και προτεραιότητα σε ένα δυναμικό περιεχόμενο παρά στη στατική παρουσίαση της μόνιμης συλλογής. Θα πρέπει να λειτουργεί ως συμπεριληπτικός χώρος μέσα στον οποίο να ενεργοποιούνται οι δυνατότητες της σύγχρονης τέχνης (και των παραγωγών της), να επικοινωνεί περίπλοκες ιδέες, να αντιστέκεται στην υπεραπλούστευση και να θέτει σε λειτουργία διαδικασίες επεξεργασίας του κόσμου γύρω μας, παράγοντας γνώση πέρα από την εξουσία του ορθολογισμού.

Η παράδοξη συνθήκη του ατελούς που καθόρισε μέχρι τώρα τη δημιουργία ενός Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης είναι μέρος της ιστορίας του. Μπορεί να αποτελέσει σήμερα παραγωγικό σημείο εκκίνησης για τη δημιουργία ενός χώρου φιλόξενου στην αναθεώρηση, την αλλαγή και την πολλαπλότητα, που να είναι δομικά υποστηρικτικός για την τοπική δραστηριότητα και συναφής με τις διεθνείς εξελίξεις, των οποίων να αποτελεί ουσιαστικό μέρος.

* Ιστορικός Τέχνης

Ελεύθερα, 31.3.2024